Κλείσε τα σκούρα (διήγημα)

Ο ήλιος έγερνε πάνω απ’ τη ράχη του Προφήτη Ηλία κι έριχνε τη χρυσή του λάμψη στη λίμνη του Μόρνου. Το νερό άστραφτε σαν να ’θελε να θυμηθεί τον παλιό ποταμό, πριν τον φράγμα σταματήσει  την ροή του και χαθεί η όμορφη  κοιλάδα μας κάτω απ’ το νερό  και τη σιωπή. Στο Κόκκινο φυσούσε ανάλαφρα, εκείνο το αεράκι που κατεβαίνει από τα ψηλά  και μυρίζει φασκόμηλο και θυμάρι  και φέρνει το σούρουπο.

Η κυρά Αγλαΐα  στεκόταν στο κατώφλι του σπιτιού της, γριά πια, αλλά τα μάτια της ζωντανά, γαλανά όπως τα ’χε ο τόπος. Άκουγε τον εγγονό της να τρέχει στην αυλή, να κυνηγάει τις πουλάδες και να ταράζει την ησυχία του απογεύματος.

«Έλα δω, Σπύρο», φώναξε μ’ εκείνη τη φωνή που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. «Κλείσε τα σκούρα, παιδάκι μου. Έρχεται ρεύμα από την λίμνη , θα μας παγώσει το σπίτι.»

Ο μικρός μπήκε μέσα, λαχανιασμένος. Τα σκούρα – μαύρα, βαριά, λιωμένα από τον καιρό – έτριζαν στους μεντεσέδες καθώς τα έκλεινε. Με το τελευταίο κλακ, το σπίτι σκιάστηκε γλυκά. Έσβησε το φως της μέρας κι άναψε εκείνο το άλλου είδους φως, το καφενειακό, το μαλακό, αυτό που κάνει την κουβέντα να κυλάει και τη μνήμη να δουλεύει.

Η θεία Αγλαία άναψε το λυχναράκι, όχι γιατί το χρειαζόταν, αλλά γιατί έτσι συνήθιζε από τα παλιά χρόνια, πριν έρθει το ρεύμα. Έκανε τον σταυρό της και κάθισε στην ψάθινη καρέκλα. Το παιδί κάθισε δίπλα της, περίμενε την ιστορία – γιατί κάθε φορά που έκλειναν τα σκούρα, άνοιγαν άλλες πόρτες, παλιές.

«Ξέρεις, Σπυράκο… εκεί κάτω, που βλέπεις τη λίμνη, υπήρχε κάποτε κάμπος. Χωριά, χωράφια, αμπέλια… Η μάνα μου έπλενε στη βρύση, ο πατέρας μου έσπερνε σιτάρια. Κι όταν ανέβαινε ο αέρας, όπως απόψε, τρέχαμε να κλείσουμε τα σκούρα, μη μας σηκώσει τον τόπο.»

Το παιδί κοίταξε έξω, σαν να μπορούσε να δει τα παλιά χωριά μέσα στο νερό.

«Τα θυμάσαι όλα;» ρώτησε.

Η γριά χαμογέλασε.

«Όλα δεν τα θυμάμαι. Μα ό,τι θυμάμαι, το κρατάω, για να μη χαθεί.»

Έξω, στη λίμνη, το φως έσβηνε σιγά σιγά. Το σπίτι μύριζε ζεστό ψωμί και παλιό ξύλο. Κι εκεί, μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο, πίσω από τα κλειστά σκούρα, η Δωρίδα στεκόταν ολόκληρη ζωντανή: οι άνθρωποι, οι φωνές, τα σπίτια που χάθηκαν, οι ιστορίες που έμειναν.

Ο μικρός ακούμπησε το κεφάλι του στο γόνατό της.

«Να μου τα λες,γιαγιά . Να μην τα ξεχάσω κι εγώ.»

Η γιαγιά Αγλαΐα άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε τα μαλλιά.

«Γι’ αυτό κλείνουμε τα σκούρα, Σπυράκο. Όχι για τον αγέρα. Για να κρατάμε μέσα ό,τι αξίζει.»

Κι έτσι, καθώς έπεφτε η νύχτα στο χωριό, η μικρή κάμαρη έγινε σαν κιβωτός μνήμης.

Και τα σκούρα, κλειστά πια, φύλαγαν τις ιστορίες του τόπου όπως κάποτε οι άνθρωποι φύλαγαν το ψωμί τους: με σεβασμό και με αγάπη.

ΚΜ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *