Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος

Καλαμωτή

Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος σήμερα και έρχονται στη θύμησή μας γλυκές αναμνήσεις από το πανηγύρι μας.

Σαν σήμερα γιόρταζε το μικρό ξωκλήσι, θαμμένο πλέον, μαζί με τις βιωματικές αναμνήσεις μας, στα βαθιά νερά της λίμνης. Ήταν χτισμένο δίπλα στην όχθη του Κόκκινου, ακριβώς απέναντι από τα Χάνια του Καραποστόλη, που βρίσκονται κι αυτά σήμερα στον βυθό της λίμνης.

Όλοι, μικροί και μεγάλοι, περιμέναμε τη μέρα αυτή με ιδιαίτερη προσμονή και, από νωρίς το πρωί, παρέες παρέες μαζευόμασταν και πιάναμε τις θέσεις μας γύρω από την εκκλησία.

Η κάθε οικογένεια —ή μάλλον το κάθε σόι— είχε «αγκαζάρει», από πάππου προς πάππου, τη θέση του. Μάλιστα, κάποιοι μερακλήδες, για να ενισχύσουν τον ίσκιο των μεγάλων πλατάνων που αφθονούσαν στην περιοχή, έφτιαχναν και περίτεχνα τσαρδάκια, σκεπασμένα με δεματσούλες.

Βέβαια, η φήμη του πανηγυριού ξεπερνούσε τα όρια της κοινότητάς μας και είχαμε πολλούς προσκυνητές από τη διπλανή κοινότητα, τη Γρανίτσα (Διακόπι). Μπορώ να πω πως, λόγω και της στενής γειτνίασης, οι Γρανιτσιώτες το θεωρούσαν και δικό τους πανηγύρι.

Πολλοί προσκυνητές έρχονταν από το Βελούχι, την Αγλαβίστα, την Πενταγιού, το Κλήμα, το Σεβεδίκο, τον Άβορο, από τα διπλανά Χάνια και από τα Χάνια του Στενού, ενώ δεν απουσίαζαν και οι προσκυνητές από την πρωτεύουσα της επαρχίας μας, το Λιδωρίκι.

Οι νοικοκυρές είχαν ετοιμάσει και φέρει μαζί τους τα λιτά αλλά πεντανόστιμα φαγητά τους και, οπωσδήποτε, τις περίφημες κολοκυθόπιτες και τηγανητά ψάρια από τον ποταμό μας, τον Μόρνο.

Μια μικρή παρένθεση για το ψάρεμα

Μια μικρή παρένθεση, για να αναφερθώ στην παράδοση που είχε το χωριό μας στο ψάρεμα και στο κυνήγι. Για το κυνήγι θα γράψουμε άλλη φορά. Και να μην ξεχνάμε και το προσωνύμιο «κουναβολόγοι», με το οποίο οι γείτονές μας —από ζήλια μάλλον!— μας είχαν στιγματίσει.

Είχαμε το προνόμιο ο κάμπος μας να ακουμπά στις όχθες του μεγάλου ποταμού, του Μόρνου, και του παραποτάμου του, του Κόκκινου.

Ο Κόκκινος στέρευε τους καλοκαιρινούς μήνες. Συνήθως, από τα μέσα Ιουλίου, από τη μεγάλη τσιμεντένια γέφυρα και προς τα κάτω δεν είχε νερό. Όσο προχωρούσε το καλοκαίρι, η κοίτη του έμενε στεγνή μέχρι τη θέση Καρνασέικα, στο ύψος του Γρανιτσορέματος και του Δαφνορέματος. Πάντως, στο πανηγύρι το νερό ίσα που έφθανε μέχρι τα Χάνια, ανάλογα βέβαια και με την ξηρασία της συγκεκριμένης χρονιάς.

Τα νερά των δύο αυτών ποταμών, και κυρίως του Μόρνου, πότιζαν, μέσω πολύ καλά σχεδιασμένων αυλακιών μήκους πολλών χιλιομέτρων, τον εύφορο κάμπο μας.

Βέβαια, στα νερά ζούσαν μεγάλοι πληθυσμοί ψαριών —δρομίτσες, χαμοσύρτες, χέλια και πέστροφες— και αρκετοί από τους χωριανούς μας ασχολούνταν με ιδιαίτερο πάθος με το ψάρεμα.

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος ψαρέματος ήταν με τη χρήση της καλαμωτής.

Με πέτρες χτιζόταν το καλαμοστάσι, που ουσιαστικά έσπρωχνε τα νερά και τα ψάρια σε ένα στενό αυλάκι, στο τέλος του οποίου είχε τοποθετηθεί η καλαμωτή. Η καλαμωτή ήταν φτιαγμένη με καλάμια και είχε μήκος περίπου δύο μέτρα. Το ένα άκρο της είχε πλάτος περίπου ένα μέτρο και τοποθετούνταν στο τέλος του καλαμοστασίου, ενώ το άλλο άκρο έκλεινε σε μορφή στομίου με πλεγμένα καλάμια.

Όλη αυτή η κατασκευή, δηλαδή το καλαμοστάσι μαζί με την καλαμωτή, δημιουργούσε ισχυρό ρεύμα στη ροή του νερού. Έτσι, ήταν αδύνατο για τα ψάρια που ακολουθούσαν τη ροή να κολυμπήσουν αντίθετα και, ουσιαστικά, εγκλωβίζονταν στην καλαμωτή.

Το παρακάτω σκαρίφημα δείχνει την όλη κατασκευή.

Κάποιοι χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της καλαμωτής κοτόσυρμα.

Τη νύχτα της προπαραμονής του πανηγυριού, όλα σχεδόν τα νέα παιδιά ήταν στο ποτάμι για να ψαρέψουν. Άλλοι είχαν τις καλαμωτές και άλλοι έκαναν πυροφάνι, είτε με λουξ —οι προνομιούχοι— είτε με κομμάτια καουτσούκ από παλιά λάστιχα αυτοκινήτων. Σε κάποιες περιπτώσεις καρφώναμε και κανένα δάχτυλο αντί για ψάρι…

Πίσω στο πανηγύρι

Ας γυρίσουμε, όμως, στο πανηγύρι. Αμέσως μετά τη λειτουργία στρώναμε τραπέζι και ακολουθούσε γλέντι με ζωντανή μουσική από οργανοπαίχτες της γύρω περιοχής, όπως οι Καρμαίοι από το Σεβεδίκο, ο Φαλιαμπάλιας, ο Πανάγος κ.ά.

Βέβαια, και οι δύο μαγαζάτορες του χωριού μας, ο Καραμπέτσος και ο Καραγιάννης, για τις ανάγκες της ημέρας μετέφεραν τα μαγαζιά τους στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας και, παρόλη τη νηστεία, το κοκορέτσι και η ψητή προβατίνα έδιναν και έπαιρναν…

Για τα παιδιά η χαρά ήταν ακόμη μεγαλύτερη, γιατί από τον πάγκο που έστηνε κάποιος μικροπωλητής —Γιαλαμάς, Καλμαντής κ.ά.— μπορούσαν (;), να αγοράσουν διάφορα μπιχλιμπίδια, από σουγιάδες μέχρι σφυρίχτρες.

Και οι φωτογράφοι, βέβαια, ήταν παρόντες για τα οικογενειακά —και όχι μόνο— ενσταντανέ: ο Γιαλαμάς από το Λιδωρίκι και ο Πανουργιάς (Κολοκυθάς), ο Νίκος, που καταγόταν από το χωριό μας.

Το γλέντι βαστούσε μέχρι αργά το απόγευμα και, ουσιαστικά, μέχρι την ώρα του σκάρου, μια και οι περισσότεροι πανηγυριτζήδες είχαν και τα πράματά τους.

Κι ύστερα έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής, δίνοντας ραντεβού για το άλλο πανηγύρι του χωριού, στις 23 Αυγούστου, της Αϊμονής…

Οι πρώτοι αντάρτες και η ζωή στο μαντρί

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ανέστου*

«Σκέψεις και κουβέντες από ένα καραούλι των Βαρδουσίων»

Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944)

Μέρος τρίτο.

Οι πρώτοι αντάρτες και η ζωή στο μαντρί

Προς το τέλος του 1942 και στις αρχές του 1943 έφτασαν στο χωριό οι πρώτοι αντάρτες του ΕΑΜ. Έστησαν τα πολυβόλα τους στο πεζούλι του καφενείου του Παπανδρέα και άρχισαν να συζητούν με τους χωριανούς.

Εγκαταστάθηκαν στο δημοτικό σχολείο, το οποίο είχε πάψει από καιρό να λειτουργεί λόγω της Κατοχής.

Εκείνη την εποχή το χωριό αντιμετώπιζε ένα μεγάλο πρόβλημα. Οι ζωοκλοπές είχαν πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε κανείς δεν αισθανόταν ασφαλής. Η πείνα είχε οδηγήσει πολλούς ανθρώπους στην απόγνωση και αρκετοί δεν λογάριαζαν πλέον ούτε τον κόπο ούτε την περιουσία του άλλου.

Με αυστηρά μέτρα, όμως, οι αντάρτες κατάφεραν να βάλουν τέλος στις ζωοκλοπές. Από τότε κανείς δεν τόλμησε να ξανακλέψει ζώα.

Συγκροτήθηκε ακόμη επιτροπή του χωριού για την ενίσχυση της Εθνικής Αντίστασης, ενώ η παρουσία των ανταρτών απέτρεπε τους Γερμανούς και τους Ιταλούς από το να πλησιάζουν τον Κόκκινο.

Κάθε βράδυ, από το καραούλι του χωριού, κάποιος χτυπούσε την καμπάνα και ενημέρωνε τους κατοίκους για όσα είχαν συμβεί μέσα στην ημέρα.

Θυμάμαι ένα περιστατικό που μου έμεινε αξέχαστο.

Ήταν το 1943, στο μαντρί του πατέρα μου, στη θέση Λογκά. Αργά το βράδυ έφτασε ένας αντάρτης του ΕΑΜ, καβάλα στο άλογό του. Μετέφερε κάποιο μήνυμα προς το στρατηγείο της οργάνωσης σε άλλο χωριό και, ακολουθώντας τις οδηγίες της επιτροπής του Κόκκινου, ζήτησε να διανυκτερεύσει στο καλύβι μας.

Ο πατέρας μου, εκτός από κτηνοτρόφος, ήταν και μαραγκός και κτίστης. Είχε φτιάξει ένα περιποιημένο καλύβι δίπλα στις στάνες, με τζάκι, ξύλινα κρεβάτια, στρώματα γεμισμένα με θυμάρι, καθίσματα και σκεπή από τσίγκο.

Ο αντάρτης φιλοξενήθηκε εκείνο το βράδυ στο καλύβι μας.

Ήταν εξαντλημένος και πεινούσε.

Η μητέρα μου μαγείρεψε τραχανά με άφθονο γάλα και τυρί και του πρόσφερε ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Το έφαγε με τέτοια όρεξη, που ακόμη το θυμάμαι.

Το άλογό του, όμως, είχε σπάσει το πόδι του και δεν μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι.

Ζήτησε τότε από τον πατέρα μου να το θανατώσει και να του παραδώσει το δέρμα του, ώστε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή σολών για τα παπούτσια των ανταρτών.

Έτσι κι έγινε.

Το επόμενο πρωί ο πατέρας μου του παρέδωσε το δέρμα, του έδειξε από ποιο σημείο μπορούσε να περάσει με ασφάλεια τον Μόρνο και τον ξεπροβόδισε.

Ο αντάρτης, πριν φύγει, υποσχέθηκε πως θα έστελνε στον πατέρα μου ένα ζευγάρι σόλες από το δέρμα του αλόγου.

Και πράγματι, περίπου έναν μήνα αργότερα, οι σόλες έφτασαν.

Μαζί τους, όμως, ήρθαν και οι ψείρες.

Το καλύβι γέμισε μέσα σε λίγες ημέρες.

Ίσως αυτό να ακούγεται παράξενο στους σημερινούς αναγνώστες. Εκείνα όμως τα χρόνια οι ψείρες ήταν μέρος της καθημερινότητας. Έβαζες το χέρι σου κάτω από τη μασχάλη και έπιανες ψείρες.

Η μητέρα μου αναγκάστηκε να βάλει ένα μεγάλο καζάνι στη φωτιά, να βράσει νερό και να ζεματίσει όλα τα ρούχα και τα σκεπάσματα του καλυβιού, για να απαλλαγούμε από αυτές.

Τόσο γρήγορα πολλαπλασιάζονταν.

Στις 7 Μαρτίου 1943 πέθανε και ο παππούς μου.

Εκείνη τη χρονιά χάθηκαν σχεδόν όλοι οι ηλικιωμένοι του χωριού από τις επιδημίες, τις αρρώστιες και την πείνα.

Η δική μας οικογένεια στάθηκε πιο τυχερή, επειδή είχαμε τα ζώα μας και ο πατέρας μου αγωνιζόταν αδιάκοπα για να μη στερηθεί τίποτε η οικογένειά του.

Μεταφέραμε τον παππού από το καλύβι της Λογκάς στο χωριό για την ταφή.

Ήταν ο τελευταίος κάτοικος του Κόκκινου που φορούσε φουστανέλα.

Ο πατέρας μου κράτησε τη φορεσιά του ως πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο.

Δυστυχώς, χάθηκε κι αυτή λίγα χρόνια αργότερα, όταν το σπίτι μας κάηκε στον Εμφύλιο Πόλεμο, την περίοδο 1947–1949.

Θα ήθελα, τέλος, να αναφέρω ένα μικρό περιστατικό, που ίσως ενδιαφέρει ιδιαίτερα γονείς και εκπαιδευτικούς.

Τα παιδιά μεγαλώνουν και διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους μέσα από το περιβάλλον στο οποίο ζουν.

Σαράντα ημέρες μετά τον θάνατο του παππού, ο παπα-Ζουμάς έπρεπε να ανέβει στο καλύβι της Λογκάς, όπου είχε πεθάνει, για να διαβάσει το καθιερωμένο μνημόσυνο.

Ξεκίνησε καβάλα στο γαϊδουράκι μας.

Πίσω του ακολουθούσαν συγγενείς, η μητέρα μου κι εγώ, πέντεμισι ετών τότε.

Εγώ, όμως, είχα έναν μεγάλο καημό.

Δεν με είχαν ανεβάσει στο γαϊδουράκι.

Ήμουν ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας και έφερα το όνομα του παππού. Είχα συνηθίσει να με κανακεύουν.

Όταν φτάσαμε στη θέση Διάσελο, έβαλα σε εφαρμογή το παιδικό μου σχέδιο.

Άρχισα να φωνάζω πως πονούσε η κοιλιά μου και πως δεν μπορούσα να περπατήσω.

Φυσικά έλεγα ψέματα.

Ήθελα μόνο να κατέβει ο παπάς από το γαϊδουράκι.

Όλοι ανησύχησαν. Προσπαθούσαν να με βοηθήσουν, όμως εγώ συνέχιζα το θέατρο.

Τελικά ο παπα-Ζουμάς κατέβηκε.

Με ανέβασαν εμένα στο ζώο και εκείνος συνέχισε τον δρόμο του με τα πόδια.

Το σχέδιό μου είχε πετύχει.

Όλη τη διαδρομή με ρωτούσαν αν εξακολουθούσε να με πονά η κοιλιά.

Εγώ, πλέον καβάλα στο γαϊδουράκι, είχα… γίνει καλά.

• Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.

Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.

Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.