-
Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος

Καλαμωτή
Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος σήμερα και έρχονται στη θύμησή μας γλυκές αναμνήσεις από το πανηγύρι μας.
Σαν σήμερα γιόρταζε το μικρό ξωκλήσι, θαμμένο πλέον, μαζί με τις βιωματικές αναμνήσεις μας, στα βαθιά νερά της λίμνης. Ήταν χτισμένο δίπλα στην όχθη του Κόκκινου, ακριβώς απέναντι από τα Χάνια του Καραποστόλη, που βρίσκονται κι αυτά σήμερα στον βυθό της λίμνης.
Όλοι, μικροί και μεγάλοι, περιμέναμε τη μέρα αυτή με ιδιαίτερη προσμονή και, από νωρίς το πρωί, παρέες παρέες μαζευόμασταν και πιάναμε τις θέσεις μας γύρω από την εκκλησία.
Η κάθε οικογένεια —ή μάλλον το κάθε σόι— είχε «αγκαζάρει», από πάππου προς πάππου, τη θέση του. Μάλιστα, κάποιοι μερακλήδες, για να ενισχύσουν τον ίσκιο των μεγάλων πλατάνων που αφθονούσαν στην περιοχή, έφτιαχναν και περίτεχνα τσαρδάκια, σκεπασμένα με δεματσούλες.
Βέβαια, η φήμη του πανηγυριού ξεπερνούσε τα όρια της κοινότητάς μας και είχαμε πολλούς προσκυνητές από τη διπλανή κοινότητα, τη Γρανίτσα (Διακόπι). Μπορώ να πω πως, λόγω και της στενής γειτνίασης, οι Γρανιτσιώτες το θεωρούσαν και δικό τους πανηγύρι.
Πολλοί προσκυνητές έρχονταν από το Βελούχι, την Αγλαβίστα, την Πενταγιού, το Κλήμα, το Σεβεδίκο, τον Άβορο, από τα διπλανά Χάνια και από τα Χάνια του Στενού, ενώ δεν απουσίαζαν και οι προσκυνητές από την πρωτεύουσα της επαρχίας μας, το Λιδωρίκι.
Οι νοικοκυρές είχαν ετοιμάσει και φέρει μαζί τους τα λιτά αλλά πεντανόστιμα φαγητά τους και, οπωσδήποτε, τις περίφημες κολοκυθόπιτες και τηγανητά ψάρια από τον ποταμό μας, τον Μόρνο.
Μια μικρή παρένθεση για το ψάρεμα
Μια μικρή παρένθεση, για να αναφερθώ στην παράδοση που είχε το χωριό μας στο ψάρεμα και στο κυνήγι. Για το κυνήγι θα γράψουμε άλλη φορά. Και να μην ξεχνάμε και το προσωνύμιο «κουναβολόγοι», με το οποίο οι γείτονές μας —από ζήλια μάλλον!— μας είχαν στιγματίσει.
Είχαμε το προνόμιο ο κάμπος μας να ακουμπά στις όχθες του μεγάλου ποταμού, του Μόρνου, και του παραποτάμου του, του Κόκκινου.
Ο Κόκκινος στέρευε τους καλοκαιρινούς μήνες. Συνήθως, από τα μέσα Ιουλίου, από τη μεγάλη τσιμεντένια γέφυρα και προς τα κάτω δεν είχε νερό. Όσο προχωρούσε το καλοκαίρι, η κοίτη του έμενε στεγνή μέχρι τη θέση Καρνασέικα, στο ύψος του Γρανιτσορέματος και του Δαφνορέματος. Πάντως, στο πανηγύρι το νερό ίσα που έφθανε μέχρι τα Χάνια, ανάλογα βέβαια και με την ξηρασία της συγκεκριμένης χρονιάς.
Τα νερά των δύο αυτών ποταμών, και κυρίως του Μόρνου, πότιζαν, μέσω πολύ καλά σχεδιασμένων αυλακιών μήκους πολλών χιλιομέτρων, τον εύφορο κάμπο μας.
Βέβαια, στα νερά ζούσαν μεγάλοι πληθυσμοί ψαριών —δρομίτσες, χαμοσύρτες, χέλια και πέστροφες— και αρκετοί από τους χωριανούς μας ασχολούνταν με ιδιαίτερο πάθος με το ψάρεμα.
Ο πιο συνηθισμένος τρόπος ψαρέματος ήταν με τη χρήση της καλαμωτής.
Με πέτρες χτιζόταν το καλαμοστάσι, που ουσιαστικά έσπρωχνε τα νερά και τα ψάρια σε ένα στενό αυλάκι, στο τέλος του οποίου είχε τοποθετηθεί η καλαμωτή. Η καλαμωτή ήταν φτιαγμένη με καλάμια και είχε μήκος περίπου δύο μέτρα. Το ένα άκρο της είχε πλάτος περίπου ένα μέτρο και τοποθετούνταν στο τέλος του καλαμοστασίου, ενώ το άλλο άκρο έκλεινε σε μορφή στομίου με πλεγμένα καλάμια.
Όλη αυτή η κατασκευή, δηλαδή το καλαμοστάσι μαζί με την καλαμωτή, δημιουργούσε ισχυρό ρεύμα στη ροή του νερού. Έτσι, ήταν αδύνατο για τα ψάρια που ακολουθούσαν τη ροή να κολυμπήσουν αντίθετα και, ουσιαστικά, εγκλωβίζονταν στην καλαμωτή.
Το παρακάτω σκαρίφημα δείχνει την όλη κατασκευή.
Κάποιοι χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της καλαμωτής κοτόσυρμα.
Τη νύχτα της προπαραμονής του πανηγυριού, όλα σχεδόν τα νέα παιδιά ήταν στο ποτάμι για να ψαρέψουν. Άλλοι είχαν τις καλαμωτές και άλλοι έκαναν πυροφάνι, είτε με λουξ —οι προνομιούχοι— είτε με κομμάτια καουτσούκ από παλιά λάστιχα αυτοκινήτων. Σε κάποιες περιπτώσεις καρφώναμε και κανένα δάχτυλο αντί για ψάρι…
Πίσω στο πανηγύρι
Ας γυρίσουμε, όμως, στο πανηγύρι. Αμέσως μετά τη λειτουργία στρώναμε τραπέζι και ακολουθούσε γλέντι με ζωντανή μουσική από οργανοπαίχτες της γύρω περιοχής, όπως οι Καρμαίοι από το Σεβεδίκο, ο Φαλιαμπάλιας, ο Πανάγος κ.ά.
Βέβαια, και οι δύο μαγαζάτορες του χωριού μας, ο Καραμπέτσος και ο Καραγιάννης, για τις ανάγκες της ημέρας μετέφεραν τα μαγαζιά τους στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας και, παρόλη τη νηστεία, το κοκορέτσι και η ψητή προβατίνα έδιναν και έπαιρναν…
Για τα παιδιά η χαρά ήταν ακόμη μεγαλύτερη, γιατί από τον πάγκο που έστηνε κάποιος μικροπωλητής —Γιαλαμάς, Καλμαντής κ.ά.— μπορούσαν (;), να αγοράσουν διάφορα μπιχλιμπίδια, από σουγιάδες μέχρι σφυρίχτρες.
Και οι φωτογράφοι, βέβαια, ήταν παρόντες για τα οικογενειακά —και όχι μόνο— ενσταντανέ: ο Γιαλαμάς από το Λιδωρίκι και ο Πανουργιάς (Κολοκυθάς), ο Νίκος, που καταγόταν από το χωριό μας.
Το γλέντι βαστούσε μέχρι αργά το απόγευμα και, ουσιαστικά, μέχρι την ώρα του σκάρου, μια και οι περισσότεροι πανηγυριτζήδες είχαν και τα πράματά τους.
Κι ύστερα έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής, δίνοντας ραντεβού για το άλλο πανηγύρι του χωριού, στις 23 Αυγούστου, της Αϊμονής…
-
Οι πρώτοι αντάρτες και η ζωή στο μαντρί
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ανέστου*
«Σκέψεις και κουβέντες από ένα καραούλι των Βαρδουσίων»
Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944)
Μέρος τρίτο.
Οι πρώτοι αντάρτες και η ζωή στο μαντρί
Προς το τέλος του 1942 και στις αρχές του 1943 έφτασαν στο χωριό οι πρώτοι αντάρτες του ΕΑΜ. Έστησαν τα πολυβόλα τους στο πεζούλι του καφενείου του Παπανδρέα και άρχισαν να συζητούν με τους χωριανούς.
Εγκαταστάθηκαν στο δημοτικό σχολείο, το οποίο είχε πάψει από καιρό να λειτουργεί λόγω της Κατοχής.
Εκείνη την εποχή το χωριό αντιμετώπιζε ένα μεγάλο πρόβλημα. Οι ζωοκλοπές είχαν πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε κανείς δεν αισθανόταν ασφαλής. Η πείνα είχε οδηγήσει πολλούς ανθρώπους στην απόγνωση και αρκετοί δεν λογάριαζαν πλέον ούτε τον κόπο ούτε την περιουσία του άλλου.
Με αυστηρά μέτρα, όμως, οι αντάρτες κατάφεραν να βάλουν τέλος στις ζωοκλοπές. Από τότε κανείς δεν τόλμησε να ξανακλέψει ζώα.
Συγκροτήθηκε ακόμη επιτροπή του χωριού για την ενίσχυση της Εθνικής Αντίστασης, ενώ η παρουσία των ανταρτών απέτρεπε τους Γερμανούς και τους Ιταλούς από το να πλησιάζουν τον Κόκκινο.
Κάθε βράδυ, από το καραούλι του χωριού, κάποιος χτυπούσε την καμπάνα και ενημέρωνε τους κατοίκους για όσα είχαν συμβεί μέσα στην ημέρα.
Θυμάμαι ένα περιστατικό που μου έμεινε αξέχαστο.
Ήταν το 1943, στο μαντρί του πατέρα μου, στη θέση Λογκά. Αργά το βράδυ έφτασε ένας αντάρτης του ΕΑΜ, καβάλα στο άλογό του. Μετέφερε κάποιο μήνυμα προς το στρατηγείο της οργάνωσης σε άλλο χωριό και, ακολουθώντας τις οδηγίες της επιτροπής του Κόκκινου, ζήτησε να διανυκτερεύσει στο καλύβι μας.
Ο πατέρας μου, εκτός από κτηνοτρόφος, ήταν και μαραγκός και κτίστης. Είχε φτιάξει ένα περιποιημένο καλύβι δίπλα στις στάνες, με τζάκι, ξύλινα κρεβάτια, στρώματα γεμισμένα με θυμάρι, καθίσματα και σκεπή από τσίγκο.
Ο αντάρτης φιλοξενήθηκε εκείνο το βράδυ στο καλύβι μας.
Ήταν εξαντλημένος και πεινούσε.
Η μητέρα μου μαγείρεψε τραχανά με άφθονο γάλα και τυρί και του πρόσφερε ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Το έφαγε με τέτοια όρεξη, που ακόμη το θυμάμαι.
Το άλογό του, όμως, είχε σπάσει το πόδι του και δεν μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι.
Ζήτησε τότε από τον πατέρα μου να το θανατώσει και να του παραδώσει το δέρμα του, ώστε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή σολών για τα παπούτσια των ανταρτών.
Έτσι κι έγινε.
Το επόμενο πρωί ο πατέρας μου του παρέδωσε το δέρμα, του έδειξε από ποιο σημείο μπορούσε να περάσει με ασφάλεια τον Μόρνο και τον ξεπροβόδισε.
Ο αντάρτης, πριν φύγει, υποσχέθηκε πως θα έστελνε στον πατέρα μου ένα ζευγάρι σόλες από το δέρμα του αλόγου.
Και πράγματι, περίπου έναν μήνα αργότερα, οι σόλες έφτασαν.
Μαζί τους, όμως, ήρθαν και οι ψείρες.
Το καλύβι γέμισε μέσα σε λίγες ημέρες.
Ίσως αυτό να ακούγεται παράξενο στους σημερινούς αναγνώστες. Εκείνα όμως τα χρόνια οι ψείρες ήταν μέρος της καθημερινότητας. Έβαζες το χέρι σου κάτω από τη μασχάλη και έπιανες ψείρες.
Η μητέρα μου αναγκάστηκε να βάλει ένα μεγάλο καζάνι στη φωτιά, να βράσει νερό και να ζεματίσει όλα τα ρούχα και τα σκεπάσματα του καλυβιού, για να απαλλαγούμε από αυτές.
Τόσο γρήγορα πολλαπλασιάζονταν.
Στις 7 Μαρτίου 1943 πέθανε και ο παππούς μου.
Εκείνη τη χρονιά χάθηκαν σχεδόν όλοι οι ηλικιωμένοι του χωριού από τις επιδημίες, τις αρρώστιες και την πείνα.
Η δική μας οικογένεια στάθηκε πιο τυχερή, επειδή είχαμε τα ζώα μας και ο πατέρας μου αγωνιζόταν αδιάκοπα για να μη στερηθεί τίποτε η οικογένειά του.
Μεταφέραμε τον παππού από το καλύβι της Λογκάς στο χωριό για την ταφή.
Ήταν ο τελευταίος κάτοικος του Κόκκινου που φορούσε φουστανέλα.
Ο πατέρας μου κράτησε τη φορεσιά του ως πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο.
Δυστυχώς, χάθηκε κι αυτή λίγα χρόνια αργότερα, όταν το σπίτι μας κάηκε στον Εμφύλιο Πόλεμο, την περίοδο 1947–1949.
Θα ήθελα, τέλος, να αναφέρω ένα μικρό περιστατικό, που ίσως ενδιαφέρει ιδιαίτερα γονείς και εκπαιδευτικούς.
Τα παιδιά μεγαλώνουν και διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους μέσα από το περιβάλλον στο οποίο ζουν.
Σαράντα ημέρες μετά τον θάνατο του παππού, ο παπα-Ζουμάς έπρεπε να ανέβει στο καλύβι της Λογκάς, όπου είχε πεθάνει, για να διαβάσει το καθιερωμένο μνημόσυνο.
Ξεκίνησε καβάλα στο γαϊδουράκι μας.
Πίσω του ακολουθούσαν συγγενείς, η μητέρα μου κι εγώ, πέντεμισι ετών τότε.
Εγώ, όμως, είχα έναν μεγάλο καημό.
Δεν με είχαν ανεβάσει στο γαϊδουράκι.
Ήμουν ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας και έφερα το όνομα του παππού. Είχα συνηθίσει να με κανακεύουν.
Όταν φτάσαμε στη θέση Διάσελο, έβαλα σε εφαρμογή το παιδικό μου σχέδιο.
Άρχισα να φωνάζω πως πονούσε η κοιλιά μου και πως δεν μπορούσα να περπατήσω.
Φυσικά έλεγα ψέματα.
Ήθελα μόνο να κατέβει ο παπάς από το γαϊδουράκι.
Όλοι ανησύχησαν. Προσπαθούσαν να με βοηθήσουν, όμως εγώ συνέχιζα το θέατρο.
Τελικά ο παπα-Ζουμάς κατέβηκε.
Με ανέβασαν εμένα στο ζώο και εκείνος συνέχισε τον δρόμο του με τα πόδια.
Το σχέδιό μου είχε πετύχει.
Όλη τη διαδρομή με ρωτούσαν αν εξακολουθούσε να με πονά η κοιλιά.
Εγώ, πλέον καβάλα στο γαϊδουράκι, είχα… γίνει καλά.
• Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.
Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.
Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.
-
Γιάννης Σκαρίμπας από την Αγία Ευθυμία Φωκίδας

Είμαι ογδόντα οχτώμισι ακριβώς.
Στο ούζο οφείλω την υγεία μου.
Μπορώ να πιω ίσαμε ένα μπουκάλι την ημέρα.
Και από φαγητά, τρώω απ’ όλα.
Είχαμε κάποτε έναν οικογενειακό γιατρό,
Θεός σχωρές τον.
Ταξιδεύαμε από την Αθήνα στη Χαλκίδα με τρένο.
Εγώ εδώ,
ο γιατρός απέναντί μου, δίπλα μου μία κυρία.
Κουβεντιάζαμε γόνα με γόνα με την κυρία,
που κάποια στιγμή σκύβει και με ρωτάει:
”Κυρ Γιάννη, ο κύριος είναι γιατρός;”
”Ναι”, της λέω,
”Και είναι καλός;”
”Θαύμα είναι. Μου έχει σώσει τη ζωή.
Κάποτε αρρώστησα βαριά,
αλλά έλειπε στο Παρίσι, κι έτσι σώθηκα.”
Έβαλε τα γέλια η γυναίκα και γέλαγε σε όλο το ταξίδι.
Γεννήθηκα το 1893,
στο χωριό Αγιά Θυμιά της Παρνασσίδος.
Εδώ, στη Χαλκίδα, ελθόντας για στρατιώτης
το 1914, παντρεύτηκα εξ έρωτος.
Έκτοτε,
σχεδόν δεν ”το κούνησα” από την πόλη ετούτη.
Έκανα οικογένεια. Παιδιά, νύφες κι εγγόνια
και μνέσκω ακόμα γράφοντας
λογοτεχνία και ιστορία.
Αλλά και ποίηση και θέατρο.
Εφησυχάζω σχεδόν μόνος στο σπιτάκι μου,
ζων ”αεί – μη – διδασκόμενος”,
εν αναμονή του ”εσχάτου μου μαθήματος”,
ευχαριστώντας εκείνο που ονομάζουμε Θεό,
”για να βουνά και τα δάση που είδα”
– του Ζαχαρία Παπαντωνίου.
Μόνο εγώ, μόνο εγώ ποτέ δεν ήμουν πλοίο
μήτε αερινό όνειρο, μήτε πουλί σε αυτό,
ήρθα στον κόσμο με πλατύ μέτωπο ορθό και λείο,
μόνο δυο στίχους μου σκληρούς να πω και να χαθώ.
Γιάννης Σκαρίμπας
το 1984, έφυγε από τη ζωή.
Πηγές:
Εφημερίδα Ελευθεροτυπία
συνέντευξη στον Δημήτρη Γκιώνη
Περιοδικό Ταχυδρόμος
συνέντευξη στον Κώστα Ρεσβάνη
-
Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944). Δεύτερο μέρος
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ανέστου*
«Σκέψεις και κουβέντες από ένα καραούλι των Βαρδουσίων»
Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944) δεύτερο μέρος
Το φυλάκιο της γέφυρας και η καθημερινότητα της Κατοχής
Δεν πέρασε πολύς καιρός και, στη θέση Λόντζα, δίπλα στη γέφυρα του Κόκκινου, εγκαταστάθηκε γερμανικό φυλάκιο. Έκτισαν πολεμίστρες, έστησαν σκηνές και τοποθέτησαν πολυβόλα. Κανείς πλέον δεν τολμούσε να περάσει τη γέφυρα χωρίς έλεγχο.
Λίγο πιο πάνω βρισκόταν το χάνι του Καραπιστόλη. Εκεί ο παππούς μου διατηρούσε καφενείο, ενώ παράλληλα καλλιεργούσε κηπευτικά.
Οι Γερμανοί έρχονταν συχνά για να αγοράσουν ντομάτες και φρούτα. Τα χρόνια της Κατοχής τα πέρασα σχεδόν όλα στο χάνι του παππού, όπου με άφηναν οι γονείς μου όσο εργάζονταν στα χωράφια και στα κοπάδια.
Οι Γερμανοί εμφανίζονταν πάντοτε οπλισμένοι και ανά δύο. Χαιρετούσαν στρατιωτικά τον παππού, χωρίς να βγάζουν ούτε στιγμή το ύφος της πειθαρχίας. Αγόραζαν ό,τι χρειάζονταν και έφευγαν με τον ίδιο τυπικό στρατιωτικό χαιρετισμό.
Ο παππούς είχε ζήσει στην Αμερική και γνώριζε αρκετά καλά αγγλικά. Με αυτά επικοινωνούσε μαζί τους, αφού πολλοί Γερμανοί στρατιώτες γνώριζαν την αγγλική γλώσσα.
Εμείς, τα μικρά παιδιά, καθόμασταν φοβισμένα σε μια άκρη της αυλής. Δεν μιλούσαμε ούτε κινούμασταν. Η παρουσία τους γέμιζε τον χώρο με μια βαριά σιωπή.
Λίγες ημέρες αργότερα άρχισαν να έρχονται στο χάνι και Ιταλοί στρατιώτες.
Τι διαφορά!
Πετούσαν τα όπλα τους στο πεζούλι της αυλής, κάθονταν στα τραπέζια, τραγουδούσαν, γελούσαν και αστειεύονταν μεταξύ τους. Ζητούσαν καφέδες και ποτά και πολύ γρήγορα η αυλή αποκτούσε μια εντελώς διαφορετική εικόνα.
Μόλις μας έβλεπαν, εμάς τα πιτσιρίκια, τρομαγμένα στην άκρη της αυλής, μας φώναζαν κοντά τους. Έβγαζαν καραμέλες από τις τσέπες τους, μας κερνούσαν και άρχιζαν να παίζουν μαζί μας.
Σιγά σιγά έμαθαν και αρκετές ελληνικές λέξεις. Πείραζαν καμιά κοπέλα που περνούσε από το χάνι, γελούσαν δυνατά και συχνά έπαιζαν μαζί μας ποδόσφαιρο με το αυτοσχέδιο τόπι που είχαμε.
Εμείς, τα παιδιά, τους συνηθίσαμε γρήγορα. Κάθε φορά που βλέπαμε κάποιον Ιταλό να πλησιάζει, τρέχαμε χαρούμενα να τον προϋπαντήσουμε. Μας σήκωνε στην αγκαλιά του και έπαιζε μαζί μας σαν να ήμασταν δικά του παιδιά.
Αντίθετα, όταν εμφανίζονταν οι Γερμανοί, επικρατούσε πάντοτε η ίδια εικόνα:
Άκρα του τάφου σιωπή.
Οι Γερμανοί ήταν στρατιώτες πάνω απ’ όλα. Τα πολυβόλα του φυλακίου στη γέφυρα βροντούσαν σχεδόν καθημερινά. Όποιος δεν σταματούσε στον έλεγχο, κινδύνευε να σκοτωθεί.
Πολλοί διαβάτες, για να αποφύγουν τη γέφυρα, ανέβαιναν στο ύψωμα της Τρευνάς, ανατολικά του περάσματος, και συνέχιζαν από εκεί τον δρόμο τους.
Ο θάνατος είχε γίνει καθημερινό φαινόμενο. Άλλοι σκοτώνονταν από τις σφαίρες, άλλοι από την πείνα και άλλοι από τις αρρώστιες.
Η ζωή είχε πάψει να θεωρείται δεδομένη. Κανείς δεν ήξερε αν θα έβλεπε την επόμενη ημέρα.
Θυμάμαι ακόμη ένα περιστατικό που δείχνει πόσο λίγο άξιζε τότε η ανθρώπινη ζωή.
Ήταν Φεβρουάριος του 1942. Στη θέση Τρευνά, περίπου διακόσια μέτρα πάνω από τη γέφυρα, βρισκόταν το μαντρί του πατέρα μου.
Είχε χιονίσει, όμως εκείνη την ημέρα είχε βγει ένας λαμπρός ήλιος και το χιόνι άρχιζε να λιώνει. Έτυχε να βρίσκομαι κι εγώ στο μαντρί.
Βγήκα λίγο πιο πέρα και κάθισα πάνω σε μια πέτρα που δεν είχε χιόνι. Άρχισα να παίζω τα «σπιτάκια», όπως όλα τα μικρά παιδιά.
Καθώς έλιωνε το χιόνι, πρόσεξα δίπλα μου ένα ανδρικό καπέλο. Σχεδόν είχα καθίσει επάνω του.
Το σήκωσα.
Κάτω από το καπέλο βρισκόταν το σώμα ενός νεκρού άνδρα.
Πιθανότατα είχε προσπαθήσει να παρακάμψει τον έλεγχο των Γερμανών, ανεβαίνοντας από το ύψωμα. Δεν πρόλαβε όμως να φτάσει στην κορυφή. Τον νίκησε η πείνα; Η εξάντληση; Κάποια αρρώστια; Κανείς δεν θα μάθει ποτέ.
Εγώ, παιδί πέντε ετών, δεν αντέδρασα. Σηκώθηκα ήρεμα και συνέχισα το παιχνίδι μου σε μια διπλανή πέτρα, σαν να μη συνέβαινε τίποτε.
Όταν άρχισε να βραδιάζει, επέστρεψα στο μαντρί και είπα στον πατέρα μου πως είχα βρει έναν νεκρό.
Με ρώτησε μόνο αν είχε κάποιο τραύμα ή αν φαινόταν χτυπημένος.
Όταν του απάντησα πως όχι, μου είπε ήρεμα:
«Καλά… Δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος.»
Έτσι είχε καταντήσει η ζωή στα χρόνια της Κατοχής.
Η ανθρώπινη ζωή είχε χάσει την αξία της.
Συνεχίζεται….
• Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.
Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.
Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.
-
Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944). Πρώτο μέρος
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ανέστου*
«Σκέψεις και κουβέντες από ένα καραούλι των Βαρδουσίων»
Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944)
Την 28η Οκτωβρίου 1940 ήμουν ακριβώς τριών ετών. Στο χωριό μου, τον Κόκκινο Δωρίδας, έγινε επιστράτευση, όπως σε όλα τα χωριά της Ελλάδας. Όλοι οι άνδρες έφυγαν για το μέτωπο.
Ο πατέρας μου δεν επιστρατεύθηκε αμέσως, επειδή είχε αδελφό που είχε σκοτωθεί στη Μικρά Ασία και ήταν ο προστάτης των ηλικιωμένων γονιών του. Επιπλέον, είχε ήδη τη δική του οικογένεια με μικρά παιδιά.
Από εκείνες τις πρώτες ημέρες δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτε. Θυμάμαι μόνο την ανησυχία των χωριανών, του παππού, της γιαγιάς και των γονιών μου.
Τον Μάρτιο του 1941 επιστρατεύθηκε και ο πατέρας μου. Από τότε οι αναμνήσεις μου γίνονται πιο καθαρές. Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια της αναχώρησής του. Πήγε για εκπαίδευση στην Καλαμάτα. Λίγο αργότερα, όμως, τον Απρίλιο, επέστρεψε μαζί με τους υπόλοιπους χωριανούς, όταν κατέρρευσε το μέτωπο.
Χάρηκα που ξαναείδα τον πατέρα μου, αλλά και τον θείο μου Δημήτρη Καραδήμα, σύζυγο της θείας μου Βασιλικής. Όλοι μιλούσαν για τους εχθρούς. Για μένα, όμως, όλα αυτά δεν είχαν ακόμη πραγματικό νόημα.
Δεν άργησε να έρθει η στιγμή που θα τους έβλεπα και με τα μάτια μου.
Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, οι Γερμανοί πέρασαν από την κοιλάδα του Μόρνου, ακολουθώντας τη διαδρομή Λιδωρίκι – Ναύπακτος.
Εκείνη την ημέρα βρισκόμουν στα κτήματα του πατέρα μου, στη θέση Ζέκιο. Το μαντρί της οικογένειάς μας ήταν δίπλα στον δρόμο, στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το φράγμα του Μόρνου. Από το Ζέκιο μέχρι το μαντρί η απόσταση ήταν περίπου διακόσια με τριακόσια μέτρα, όμως ο δρόμος δεν φαινόταν από τα χωράφια.
Οι Γερμανοί είχαν ήδη περάσει χωρίς να τους δω. Για να φτάσω στο μαντρί, έπρεπε να διασχίσω τον δρόμο.
Ξαφνικά, είδα μπροστά μου ένα χοντρό καλώδιο απλωμένο κατά μήκος του δρόμου. Οι Γερμανοί το είχαν τοποθετήσει για να επικοινωνούν μεταξύ τους.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου αντίκριζα κάτι τόσο παράξενο. Στα μάτια ενός μικρού παιδιού έμοιαζε με ένα τεράστιο φίδι. Άλλωστε, το παιδί ερμηνεύει τον κόσμο με βάση τις εμπειρίες που ήδη διαθέτει.
Πώς θα περνούσα τον δρόμο;
Πήρα μια πέτρα και άρχισα να το χτυπώ. Δεν κουνιόταν. Προχώρησα λίγο πιο πέρα και ξαναδοκίμασα. Τίποτε. Άρπαξα τότε ένα ξύλο και συνέχισα να το χτυπώ. Καμία αντίδραση.
Πήρα φόρα, πήδηξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα πάνω από το «φίδι» και άρχισα να τρέχω προς το μαντρί, κοιτάζοντας διαρκώς πίσω μου μήπως με ακολουθεί.
Μόλις έφτασα, είπα στον πατέρα μου ότι είχα δει ένα τεράστιο φίδι ξαπλωμένο στον δρόμο.
Ο πατέρας μου γέλασε.
— Δεν είναι φίδι, μου είπε. Είναι καλώδιο των Γερμανών.
Από εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι οι Γερμανοί είχαν έρθει στη χώρα μας.
Μάλιστα, μέχρι το 1949 πίστευα πως ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει ποτέ και συνεχιζόταν αδιάκοπα.
Τον επόμενο μήνα εμφανίστηκαν και οι Ιταλοί.
Βρισκόμουν μαζί με τους γονείς μου στη θέση Λόντζα, δίπλα στη μεγάλη πέτρινη γέφυρα του Κόκκινου, με τις επτά καμάρες και μήκος περίπου διακοσίων μέτρων. Το χωράφι όπου εργάζονταν οι γονείς μου βρισκόταν ακριβώς δίπλα στον δρόμο. Έκοβαν τριφύλλι.
Είχαν ακούσει πως οι κατακτητές δεν πείραζαν όσους εργάζονταν στα χωράφια. Αντίθετα, πυροβολούσαν όσους έτρεχαν να κρυφτούν μόλις τους έβλεπαν.
Ξαφνικά, από τη γέφυρα του Στενού ξεπρόβαλε μια φάλαγγα από δεκαπέντε έως είκοσι φορτηγά γεμάτα στρατιώτες. Τα οχήματα σταμάτησαν ακριβώς δίπλα στο χωράφι μας.
Εγώ, γεμάτος περιέργεια, έτρεξα να δω από κοντά αυτά τα θεόρατα αυτοκίνητα.
Η μητέρα μου άρχισε να φωνάζει.
«Πάει το παιδί!» έλεγε κλαίγοντας.
Πού να την ακούσω όμως…
Μόλις οι Ιταλοί με είδαν, με πήραν στην αγκαλιά τους. Με ανέβασαν στη θέση του οδηγού για να δω πώς οδηγούσαν το φορτηγό. Ύστερα με κατέβασαν και γέμισαν την ποδιά μου με καραμέλες, κονσέρβες και ένα μπουκάλι με γλυκό ποτό.
Στη συνέχεια με οδήγησαν οι ίδιοι στη μητέρα μου, η οποία άπλωνε το τριφύλλι που είχε κόψει ο πατέρας μου με την κοσιά.
Έβγαζαν από τις τσέπες τους φωτογραφίες των παιδιών τους και τις έδειχναν στους γονείς μου. Ύστερα οδήγησαν τη μητέρα μου στη σκιά ενός πλατάνου, στην άκρη του χωραφιού.
Πήραν την κοσιά από τα χέρια του πατέρα μου και άρχισαν μόνοι τους να κόβουν το υπόλοιπο τριφύλλι, κάνοντας με νοήματα σαφές ότι δεν έπρεπε να κουράζει τη μητέρα του παιδιού του.
Οι Ιταλοί, πράγματι, ήταν πολύ διαφορετικοί από τους Γερμανούς.
Συνεχίζεται….
- Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.
Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.
Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.
-
Αξέχαστοι συγχωριανοί μας .

Ο αείμνηστος Γιώργος Κοράκης του Νικολαου και της Βασιλικής
-
Αξέχαστοι συγχωριανοί μας.

Ευάγγελος Καραμπέτσος του Ιωάννη και της Ιουλίας.
Blog
Συνολικές προβολές σελίδας
258.461




