ο αείμνηστος Γιώργος Κοράκης όταν υπηρετούσε στη αεροπορία
Month: May 2022
-
Το μονοπάτι του Καραγιάννη στη Γκιώνα
Το μονοπάτι του Καραγιάννη στη Γκιώνα
Γκιώνα. Το Ασέληνον Όρος των αρχαίων Ελλήνων. Το θρυλικό βουνό της Ρούμελης. Το πέμπτο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας.
Ένα βουνό , που εκτός των άλλων, διαθέτει τη μεγαλύτερη και ομορφότερη ορθοπλαγιά των Βαλκανίων με ανάπτυγμα 1.100 μέτρα -την περίφημη Πλάκα- κοντά στο χωριό Συκιά.
Σ’ αυτήν την ορθοπλαγιά, όπως και σε άλλες του βουνού, έχουν ανοιχθεί σημαντικές αναρριχητικές διαδρομές, διαφόρων βαθμών δυσκολίας και τεχνικών, με πρωτοπόρο (ποιον άλλο;) τον Γιώργο Μιχαηλίδη, όπου με σχοινοσύντροφο τον Λεοντιάδη άνοιξαν το 1959 την «Μιχαηλίδης-Λεοντιάδης», την πιο κλασική αναρριχητική διαδρομή των ελληνικών ορθοπλαγιών, σύμφωνα με το routes.gr.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο γνωστός ορειβάτης και εκπαιδευτής της εποχής, Δημήτρης Καραγιάννης, ψάχνοντας να βρει μια σύντομη διαδρομή που θα εξυπηρετούσε τους αναρριχητές στην κατάβασή τους στην αφετηρία, άνοιξε ένα εντυπωσιακό μονοπάτι που πήρε το όνομά του, το περιβόητο «Μονοπάτι του Καραγιάννη», μια από τις πιο απαιτητικές ορειβατικές διαδρομές των ελληνικών βουνών, ειδικά τον χειμώνα με τα χιόνια.
Και ποια είναι αυτή η αφετηρία;
Δεν είναι άλλη από το γραφικό ρουμελιώτικο χωριό της Συκιάς, που είναι χτισμένο στα ριζά της επιβλητικής ορθοπλαγιάς της Πλάκας σε υψόμετρο 720 μέτρα.
Το χωριό ονομάστηκε «Σκιά», αφού ο Ήλιος το καλοκαίρι έρχεται στο χωριό μετά τις 10 το πρωί και τον χειμώνα, μετά τις 12 το μεσημέρι, ενώ ένα τμήμα του χωριού δεν το βλέπει ο ήλιος καθόλου για 2-3 μήνες. Στο πέρασμα των χρόνων, η ονομασία του χωριού παραφράστηκε σε «Συκιά» ή «Συκέα».
Η ορειβατική πρόκληση της διάσχισης του «Καραγιάννη» ξεκινά από το γήπεδο μπάσκετ του χωριού, και συγκεκριμένα πίσω από μια πετρόχτιστη βρύση, και κινείται παράλληλα με τα τελειώματα του Λαζορέματος. Η πορεία μας έχει δυτική κατεύθυνση προς την Πλάκα της Συκιάς.
Μετά από 15’ πορείας, λίγο πριν τα 800 μέτρα υψόμετρο βγαίνουμε από το ρέμα κι αρχίζουμε να ανηφορίζουμε με καγκέλια σε γυμνή πλαγιά, στη θέση «Βαρκό Δεσπότη», μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά στην «αγκαλιά» της ορθοπλαγιάς. Το μονοπάτι είναι καλογραμμένο με καλή σήμανση (κίτρινα σημάδια σε άσπρο φόντο).
Μετά από 40’ και 1,1 χλμ. πορείας –λίγο πριν τα 900 μέτρα υψόμετρο- το μονοπάτι αλλάζει κατεύθυνση προς βορρά.
Ουσιαστικά κινούμαστε στην δεξιά πλευρά του Λαζορέματος, που ξεκινάει από τις νότιες πλαγιές του Πύργου (2.063 μ.), η κορυφή του οποίου αρχίζει να ξεπροβάλλει στο βάθος.
Μετά από 1 ώρα και 2 χλμ. πορείας –στα 1.100 μέτρα υψόμετρο- φτάνουμε σε χαρακτηριστικό ώμο, όπου ευθεία στο βάθος βλέπουμε την επιβλητική κορυφή του Πύργου και την κοίτη του Λαζορέματος.
Η αρχή του μονοπατιού του Καραγιάννη. Μπροστά μας ξεδιπλώνεται η βαθιά χαράδρωση του Λαζορέματος, ενώ στο βάθος ξεχωρίζει η κορυφή του Πύργου (2.063 μέτρα).
Από το σημείο αυτό ξεκινάει και το μονοπάτι του Καραγιάννη (στα δεξιά μας υπάρχει βράχος με κόκκινο σημάδι), και αν θυμάμαι καλά και κούκος.
Ένα μικρό βράχινο step στην αρχή του μονοπατιού θα δημιουργήσει τα πρώτα προβλήματα, γιατί λόγω της υγρασίας είναι ιδιαίτερα γλιστερό
Ακολουθώντας τα κόκκινα σημάδια στα βράχια, αρχίζουμε να ανηφορίζουμε σε πλαγιά με μεγάλη κλίση.
Το μονοπάτι του Καραγιάννη μας δείχνει τα δόντια του από τα πρώτα μέτρα. Σύντομα, φτάνουμε σε ένα βράχινο πέρασμα (κόκκινο βέλος στον βράχο) όχι μεγάλης δυσκολίας, αλλά ιδιαίτερα γλιστερό λόγω της υγρασίας.
Στο δεύτερο πέρασμα, μια εκτεθειμένη τραβέρσα λίγων μέτρων, που όμως από κάτω της έχει μια επιβλητική γκρεμίλα, έχει τοποθετηθεί συρματόσχοινο.
Βέβαια, ακριβώς από πάνω υπάρχει ένα δέντρο, όπου με ένα εύκολο σκαρφάλωμα από τα αριστερά του, περνάς απροβλημάτιστα από το σημείο αυτό. Έτσι έκανα και γω. Ίσως, όμως, τον χειμώνα τα πράγματα να ‘ναι διαφορετικά.
Κανά δυο ακόμη βράχινα περάσματα κρύβουν κάποιους κινδύνους μιας και είναι εκτεθειμένα. Και ειδικά όταν η ομάδα είναι μεγάλη, η χρήση σχοινιού κρίνεται απαραίτητη.
Η πορεία στο μονοπάτι του Καραγιάννη είναι συνεχώς ανηφορική, με μεγάλη κλίση. Στις 4 ώρες και 30’ μετά το ξεκίνημα από τη Συκιά, στα 4 χλμ. πορείας, βρισκόμαστε στα 1.900 μέτρα υψόμετρο , σε ένα βράχινο μπαλκόνι με εντυπωσιακή θέα προς τα γειτονικά Βαρδούσια.
Από εδώ κι ύστερα μπαίνουμε στο άγριο αμιγώς αλπικό κομμάτι της ανάβασης, έχοντας να αντιμετωπίσουμε διαδοχικές σάρες, λούκια και ράμπες.
Τα βήματά μας σ’ αυτό το σαθρό πεδίο με τις σάρες και τα λούκια πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά, αν δεν θέλουμε να προκαλέσουμε την πτώση πετρών πάνω στα κεφάλια των συνορειβατών που μας ακολουθούν.
Στα επόμενα 900 μέτρα πορείας θα κερδίσουμε 400 μέτρα υψόμετρο (!!!) και θα βγούμε σε ένα εντυπωσιακό μπαλκόνι, κάτω από την Πυραμίδα της Γκιώνας, με απεριόριστη θέα στα δυτικά και βόρεια.
Η έξοδος στην κορυφογραμμή της Γκιώνας προϋποθέτει την ανάβαση μιας ράμπας με μεγάλη κλίση, που μοιάζει ατέλειωτη με τόση κούραση μαζεμένη στα πόδια.
Πραγματικό βάλσαμο και παρηγοριά, η θέα της κορυφής στο βάθος στ’ αριστερά μας, καθώς βγαίνουμε πάνω στην κορυφογραμμή μετά από 6 ½ ώρες ασταμάτητης ανάβασης, σε υψόμετρο 2.430 μέτρων.
Χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα θα καλύψουμε και τα τελευταία μέτρα μέχρι την ψηλότερη κορυφή της Ρούμελης, και την πέμπτη ψηλότερη κορυφή της Ελλάδας.
Η ανάβαση του μονοπατιού του Καραγιάννη είναι μια από τις πιο απαιτητικές διαδρομές των ελληνικών βουνών, καθώς μέσα σε 6 χιλιόμετρα θα πρέπει να καλυφθούν τα 1.800 μέτρα υψομετρικής διαφοράς ανάμεσα στη Συκιά (720 μ.) και της Πυραμίδας (2.510 μ.), γεγονός που μεταφράζεται σε μέση κλίση εδάφους της τάξης του 30%-35%.
Νερό στην διαδρομή δεν υπάρχει, παρά μόνο στην κατάβαση μετά τη Βαθιά Λάκκα ή στη Λάκκα Καρβούνι, στο καταφύγιο του ΠΟΑ.
Η θέα από την Πυραμίδα προς τα νότια. Στο άσπρο τετράγωνο διακρίνεται το καταφύγιο του Π.Ο.Α. στη Λάκκα Καρβούνι, ενώ ξεχωρίζει και η εντυπωσιακή χαράδρα της Ρεκάς.
Ο χρόνος που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί η ανάβαση, εξαρτάται από τις ικανότητες των ορειβατών και την σύνθεση της ομάδας.
Η δικιά μου ανάβαση διήρκησε γύρω στις 7 ώρες, αλλά έγινε με μεγάλη ομάδα και υπήρχαν μεγάλες καθυστερήσεις στα περάσματα.
Στα 3-4 δύσκολα κι εκτεθειμένα περάσματα που υπάρχουν στο μονοπάτι του Καραγιάννη (μιλάμε πάντα για στεγνό πεδίο), θεωρώ ότι η τοποθέτηση σχοινιού είναι απαραίτητη, ειδικά όταν στην ομάδα συμμετέχουν ορειβάτες χωρίς μεγάλη εμπειρία σε τέτοια πεδία.
Εξυπακούεται ότι αυτή η διαδρομή είναι απαγορευτική για αρχάριους ορειβάτες. Επίσης, όσοι αποφασίσουν να την περπατήσουν, είτε παρεΐστικα, είτε με σύλλογο, θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει ότι στην ομάδα θα υπάρχει κάποιος ή κάποιοι ορειβάτες με εμπειρία στη χρήση σχοινιών και λοιπού εξοπλισμού ασφάλισης.
Σε περίπτωση μεγάλης ομάδας (που δεν το συνιστώ), ιδιαίτερη προσοχή στα λουκιά και τις σάρες, καθώς οι πέτρες φεύγουν ανεξέλεγκτα από τις απροσεξίες των προπορευόμενων. Σ’ αυτή την περίπτωση, η χρήση κράνους κρίνεται επιβεβλημένη.
Χάρτης της διαδρομής
ΓΚΙΩΝΑ – ΒΑΡΔΟΥΣΙΑ • ΠΕΖΟΠΟΡΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ 1:25.000
Περιγραφή
Πεζοπορικός χάρτης των βουνών Γκιώνα και Βαρδούσια σε κλίμακα 1:25.000. Ένας εντελώς καινούργιος χάρτης που προτείνει για πρώτη φορά διαδρομές εξερευνήσης και περιπέτειας.
Οι διαδρομές εξερεύνησης, είναι η μαρτυρία μας ότι αυτή η διαδρομή μπορεί να γίνει κι ας μην υπάρχει εμφανές ίχνος μονοπατιού. Στις διαδρομές περιπέτειας υπάρχουν διαβαθμίσεις ανάλογα τον βαθμό δυσκολίας από εύκολο scrambling μέχρι αναρριχητικών απαιτήσεων περάσματα και εντοπίζονται τα σημεία ραπέλ.
Τα Βαρδούσια έχουν μια όψη για όλα τα γούστα: από το άγνωστο βόρειο συγκρότημα, στη θεαματική διάσχιση της νότια κορυφογραμμής και τις πιο τεχνικές αναβάσεις, Κόψη Κόρακα και Πλάκα – Πυραμίδα.
Στη Γκιώνα όλα σχεδόν περιστρέφονται γύρω από την επιβλητική Πυραμίδα και την ατελείωτη “βραχουριά” της δυτικής πλευράς της, με τις τεχνικές διαδρομές Καραγιάννη και Μπέκου. Ο χάρτης προσφέρει όμως πολλές εναλλακτικές πορείες, όπως τη Ρεκά ή τα σύντομα μονοπάτια για την Αρσαλή και τη σπηλιά του Μάγερ.Χαρακτηριστικά
Εκδότης: Ανάβαση
Έτος έκδοσης: 2019
Κωδικός χάρτη: 2.3Κλίμακα: 1:25.000
-
Στα ανώτερα όρια της η στάθμη της Τεχνητής Λίμνης Μόρνου στα μέσα της Άνοιξης του 2022
Πηγή: climatebook
Σημαντική αύξηση της στάθμης της Τεχνητής Λίμνης του Μόρνου παρατηρείται τον τελευταίο μήνα σε σύγκριση με το περασμένο φθινόπωρο και χειμώνα. Σύμφωνα με δορυφορικές παρατηρήσεις η αύξηση στη συνολική έκταση της επιφάνειας λίμνης ξεπέρασε τα 5 km².
Πιο συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψιν τα δορυφορικά δεδομένα που επεξεργάστηκε το climatebook, από τον δορυφόρο Sentinel2 , στις 5 Οκτωβρίου 2021 η συνολική έκταση της επιφάνειας της λίμνης ήταν ~14 km², ενώ στις 28 Απριλίου του 2022 υπολογίστηκε ~19 km². Σημειώνοντας πως η συνολική έκταση της επιφάνειας λίμνης στη στάθμη υπερχείλισης υπολογίζεται στα 19 km², συμπεραίνεται ότι η στάθμη της Τεχνητής Λίμνης του Μόρνου τις τελευταίες μέρες προσεγγίζει τα όρια της υπερχείλισης.
-
Καλό παράδεισο Χριστόφορε ..
Ο Χριστόφορος Δουραμάνης από την Πάτρα, αγαπητός φίλος και λάτρης της περιοχής και του χωριού μας, έχασε την ζωή του την Κυριακή το μεσημέρι στην ορεινή Ναυπακτία κατά την διάρκεια του αγώνα 4ου Αρχαίου Ασκληπιείου Σκάλας, πέφτοντας σε ένα γκρεμό βάθους 150 μέτρων.
Καλό παράδεισο Χριστόφορε, θα είσαι πάντα στην μνήμη μας..
-
Τα κουδούνια και τα τσοκάνια είναι αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης και της ζωής του βουνού.
γράφει ο Νίκος Χρ. Παπακωνσταντόπουλος πηγή:kalavritanews.comΤα κουδούνια και τα τσοκάνια είναι αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης και της ζωής του βουνού. Μα είναι αναπόσπαστο κομμάτι και της ζωής όλων όσων προερχόμαστε από ορεινές και κτηνοτροφικές περιοχές, αφού από τα πρώτα μας ακούσματα, σαν αντικρίσαμε τον ήλιο, ήταν και οι μελωδίες τους, γι’ αυτό και ηχούν πάντα στ’ αυτιά μας!Τα κουδούνια προορίζονται για τα γίδια, τα άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, ενώ τα τσοκάνια για τα πρόβατα και τα γελάδια, χωρίς αυτό να είναι «νόμος». Είναι το ίδιο γνωστά και τα γιδοτσόκανα, αλλά με κάπως διαφορετικό ήχο από τα προβατοτσόκανα. Οι όροι αυτοί είναι μεγάλες κατηγορίες, που κάθε μία έχει τις υποκατηγορίες της και το κάθε κουδούνι και τσοκάνι τη δική του ιδιαίτερη ονομασία.Σαν κύριο σκοπό έχουν να δηλώνουν τη θέση των ζώων, όταν αυτά δεν είναι ορατά, ώστε να εντοπίζονται εύκολα από τον ιδιοκτήτη τους. Το έμπειρο αυτί μπορεί να τα προσδιορίσει από τον ήχο του καθενός, χωρίς να τα βλέπει καν, χωρίς να τα έχει ξανακούσει. Ο ρυθμός του χτύπου, άλλωστε, προδίδει και τον διαφορετικό τρόπο βαδίσματος και βοσκής κάθε ζώου.Ο ήχος εξαρτάται από το σχήμα, το μέγεθος, το μέταλλο και τον τύπο. Αυτά τα χαρακτηριστικά παίζουν ρόλο και στην ονομασία.Στα γίδια και στα πρόβατα κρεμιούνται, αποκλειστικά σχεδόν, με τη βεζά, ενώ στα μεγάλα ζώα με δερμάτινη λωρίδα ή αλυσίδα. Η βεζά είναι ξύλινο «στεφάνι» και κατασκευαστής της είναι ο ίδιος ο τσοπάνης, εφ’ όσον ξέρει καλά την τέχνη, γιατί διαφορετικά είναι βέβαιο ότι θα προκληθεί τραυματισμός στο λαιμό του ζώου. Τα δύο άκρα της κουμπώνουν μεταξύ τους με κομμάτι κέρατου, που παίρνει τη μορφή «μανικετόκουμπου», το λεγόμενο παπίρι, από τα χέρια του τσοπάνη κι αυτό.Τα μεγάλα κουδούνια και τσοκάνια τα φοράνε μόνο στα μονόχια (ευνουχισμένα) τραγιά και κριάρια, όταν αυτά εύσωμα. Έχουν διάφορες ονομασίες, όπως: κυπριά, μπουζούκες, ζακυθινά και μπίπες. Πραγματικά, είναι ν’ αναρωτιέται κανείς πώς μπορούν και κινούνται τα ζώα με τόσο βάρος και όγκο στο λαιμό τους, αφού σε ορισμένες περιπτώσεις μοιάζουν με μικρές καμπάνες! Υπάρχει εδώ και η άποψη πως, επειδή είναι ζωηρά και επιθετικά, τα μεγάλα κουδούνια έχουν κι αυτό το σκοπό. Ίσως να είναι και ο λόγος που σε ορισμένες περιοχές της πατρίδας μας τα ονομάζουν «σκλαβέρια». Τα βράδια, όμως, που μαζεύονται στο μαντρί, συνηθίζεται να τους τα βγάζουν, για να μπορούν να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν με άνεση.Πολύ συνηθισμένα είναι και τα διπλοκούδουνα, ενώ τα τριπλοκούδουνα είναι λιγότερο γνωστά και τα συναντάμε μόνο σε μεγάλα κυπριά. Αυτά (τα διπλοκούδουνα), αντί για βαρίδι (ή γλωσσίδι) έχουν ένα δεύτερο κουδούνι, το μεσάρι, που μόνο του δεν βγάζει ήχο, γιατί το ίδιο δεν έχει βαρίδι. Το μεσάρι ονομάζεται και τσακλοκούδουνο, χαρακτηρισμός ο οποίος απευθύνεται μεταφορικά και σε άνθρωπο με χαμηλή νοημοσύνη ή που δεν στηρίζεται στη δική του δυναμική.Μικρότερα όλων είναι τα σκυλοκούδουνα, που δεν διαφέρουν και πολύ μεταξύ τους στα χαρακτηριστικά τους. Κάποιοι μερακλήδες τα βάζουν πολλά μαζί και στα άλογα, σαν αρμαθιά στην ίδια ειδικά κατασκευασμένη δερμάτινη λωρίδα. Είναι οι λεγόμενες χανάκες με τις ζήλιες (χανάκα η δερμάτινη λωρίδα και ζήλιες τα σκυλοκούδουνα), που θα έλεγε κανείς «ισοκρατούν» στο μεγάλο κουδούνι του ζώου στο βάδισμα! Είναι πολύ δύσκολο να περιγραφεί το πόσο τέλεια συνδυάζονται οι ήχοι όλων των κουδουνιών μαζί με τον ήπιο καλπασμό, το ρυθμικό θόρυβο των πετάλων, τη χάρη της κίνησης του αλόγου και το καμάρι του καβαλάρη!O ήχος τους δεν είναι γνώριμος μόνο στους νοικοκυραίους τους, αλλά και στα ίδια τα ζώα μεταξύ τους. Το έμπειρο αυτί μπορεί να διακρίνει από το χτύπο των κουδουνιών αν το κοπάδι βόσκει, αν μετακινείται, αν τρέχει, που σημαίνει πως μπορεί ν’ αντιμετωπίζει κίνδυνο (π.χ. λύκοι, ζωοκλέφτες) κλπ.Το καλό και προσεγμένο κουδούνι δείχνει την αρχοντιά και το μεράκι του τσοπάνη. Γι’ αυτό και η κλοπή του αποτελεί προσβολή, που μπορεί να βάλει σε μεγάλη διχόνοια πολλές οικογένειες! Είναι γεγονός, επίσης, πως η ζωοκλοπή έχει πολύ μικρότερη βαρύτητα από την κλοπή ενός μεγάλου κουδουνιού. Γι’ αυτό και κάποιες φορές γίνεται για λόγους αντεκδίκησης! Οι κλέφτες κουδουνιών, άλλωστε, δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν αν δεν τα παραποιήσουν, γιατί ο ιδιοκτήτης τους θα τα γνωρίσει.Αρκετές είναι και σήμερα οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με την κατασκευή τους και την προώθησή τους στον καταναλωτή. Η τέχνη τους στον ήχο είναι αξιοθαύμαστη, μα περισσότερο αξιοθαύμαστο είναι το «μουσικό αυτί» του τσοπάνη, που κάνει τους κατάλληλους συνδυασμούς κατά την αγορά τους, ώστε να ακούγεται μια πραγματική συναυλία!Δεν θα μπορούσε να μείνει μακριά από το κομμάτι αυτό της ζωής και της παράδοσης και η λαϊκή σοφία. Αρκετές παροιμίες και παροιμιώδεις εκφράσεις με θέμα το κουδούνι είναι λίγο-πολύ γνωστές σε όλους μας:– Του κρεμάσανε κουδούνια.– Κουδουνίζουνε τ’ αυτιά μου.– Κουδούνισε το κεφάλι μου (ή το μυαλό μου).– Έπεσε το βαρίδι, σώπασε το τσοκάνι.– Του μείναν’ τα τσοκάνια.-Τον μερακλή τσοπάνη τον ακούς από τα τσοκάνια και τον βλέπεις απ’ τα (γ)κεσέμια.– Κανείς δεν ακούει τα δικά του κουδούνια.– Στη ζημιάρα προβατίνα κρεμάνε το τσοκάνι.– Από τα τσοκάνια βρίσκεις το κοπάδι.Αναφερόμενοι στο συγκεκριμένο θέμα, ας θυμηθούμε και το γνώριμο και νοσταλγικό ήχο του κουδουνιού του σχολείου! Τα ηλεκτρικά που σήμερα ειδοποιούν τους μαθητές ότι το μάθημα αρχίζει ή τελειώνει, σε πολλούς ήταν άγνωστα.Νίκος ΠαπακωνσταντόπουλοςΟ Νίκος Παπακωνσταντόπουλος γεννήθηκε στο Λειβάρτζι του Δήμου Καλαβρύτων. Πέραν του λειτουργήματός του (Διπλωματούχος Νοσηλευτής) δραστηριοποιείται και στο λογοτεχνικό χώρο, με εκδόσεις βιβλίων και δημοσιεύσεις άρθρων στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Είναι παντρεμένος με την Ελένη Γάλλιου από το Γοργόμυλο Πρέβεζας και έχουν δύο παιδιά.Σκυλοκούδουνα Αρνοτσόκανο Κατσικοτσόκανο Κατσικοκούδουνο Γιδοκούδουνο Γιδοτσόκανο Γιδοτσόκανο με βεζάτύπου «ζέβλα»(ζέβλα: εξάρτηματου παραδοσιακούαρότρου)Λιανοκούδουνα και
χοντροκούδουνα
(ανάλογα με το
μέγεθος-ήχο)Μικρό ζακυθινό με
βεζά
«γιδοστέφανο»
(δένει επάνω)Ζακυθινά Γιδοτσόκανα «σφήνες» Μεσαία κυπριά
(διπλοκούδουνα)
με σχέδιοΚυπρί
(διπλοκούδουνο)
με σχέδιο
(στο κουδούνι και
στη βεζά)Μεγάλο κυπρί
(διπλοκούδουνο)
με σχέδιο και
τέσσερα παπίριαΤο πολύ μεγάλο
κυπρί δυσκολεύει
το ζώοΜικρές και μεγαλύτερες
«γουργούρες»
(προβατοτσόκανα)Αριστερά: «μπουζούκα».Δεξιά «μπίπα»(από το«μπιπ-μπιπ» τουήχου του)Γαϊδουροκούδουνο Μουλαροκούδουνο Γελαδοτσόκανο Φωτο από το πραγματικόμουσείο τουΑνδρέα Κακαβά!Φωτο από το πραγματικό
μουσείο του
Ανδρέα Κακαβά!Φωτο από το πραγματικό
μουσείο του
Ανδρέα Κακαβά!








































































