Η φωτογραφία είναι του 1967. Φαίνεται μια ομάδα Κοκκινιωτών να χορεύουν στο ανατολικό προαύλιο του μητροπολιτικού ναού του χωριού-η Κοίμησης της Θεοτόκου-. Όλοι τους εξαίρετοι γλεντζέδες και χορευτές!
Λούτσοβος, παλιά ονομασία του χωριού ΚΟΚΚΙΝΟΣ, που βρίσκεται σε προνομιακή θέση, έχοντας την λίμνη ΜΟΡΝΟΥ πραγματικά στα πόδια του. Ουσιαστικά τα πόδια του χωριού η εύφορος κοιλάδα του Μόρνου, σκεπάστηκε από τα νερά της τεχνητής λίμνης και ανάγκασε τους κατοίκους να φύγουν και να εγκατασταθούν σε άλλα μέρη κυρίως στην ΑΘΗΝΑ.
Η φωτογραφία είναι του 1967. Φαίνεται μια ομάδα Κοκκινιωτών να χορεύουν στο ανατολικό προαύλιο του μητροπολιτικού ναού του χωριού-η Κοίμησης της Θεοτόκου-. Όλοι τους εξαίρετοι γλεντζέδες και χορευτές!
Σήμερα έφυγε από την ζωή ο χωριανός μας ο Γιώργος Δημητρακόπουλος σε ηλικία 79 χρονών. Ο Γιωργος, γιος του Χαράλαμπου από τον Άβορο και της Άννας από τον Κόκκινο, έμεινε ορφανός από μικρός, όταν ο πατέρας του δολοφονήθηκε στον εμφύλιο στην θέση Ανάθεμα στην επιστροφή του από την Βιτρινίτσα όπου είχε πάει για να προμηθευτεί λάδι.
Ένας θείος του τον πήρε στην Αμερική σε ηλικία δέκα ετών όπου σπούδασε και σταδιοδρόμησε στην εκπαίδευση, κάνοντας λαμπρή καριέρα ως καθηγητής πανεπιστημίου.
Η μεγάλη του αγάπη όμως ήταν η Ελλάδα την οποία επισκεπτόταν τακτικά, τα τελευταία μάλιστα χρόνια έμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο σπιτι του στην Ερατεινή.
Αγαπούσε το χωριό και πολλά καλοκαίρια το επισκεπτόταν μαζί με τον αδελφό του τον Θέμη.
Οι πιο κάτω φωτογραφίες είναι από το αντάμωμα στου Πρατά τον Λάκο το 2008.
Αιώνια η μνήμη του,
θερμά συλλυπητήρια στα αδέλφια του: Θέμη, Μαρία και Κατίνα και σε όλους τους οικείους του.
Η φωτογραφία είναι γύρω στο 1960. Σε πρώτο φόντο φαίνεται το χωριό Κόκκινος(Λούτσοβος) και είναι εμφανής η ρεματιά στην οποία παρατηρήθηκαν έντονες ρηγματώσεις. Μεγάλες επίσης ρηγματώσεις είχαν εμφανιστεί και σε πολλά σημεία μέσα στο χωριό Οι γεωλόγοι μηχανικοί του δημοσίου που είχαν κληθεί να επιθεωρήσουν την περιοχή είχαν προτείνει να μεταφερθεί το χωριό γιατί κινδύνευε άμεσα από κατολίσθηση. Τελικά η δασική υπηρεσία, σχεδίασε και υλοποίησε ένα πρωτοποριακό έργο για τα δεδομένα της εποχής, ( κυρίως με την κατασκευή αποστραγγιστικών τάφρων αλλά και πλούσιες δενδροφυτεύσεις σε όλη την περιοχή), και σύντομα ο τόπος σταθεροποιήθηκε σχεδόν με ελάχιστο κόστος!
Στο βάθος φαίνεται ο κάμπος που σήμερα έχει σκεπαστεί από τα νερά της λίμνης του Μόρνου.
Το τελευταίο προσκύνημα στην Αγία Μονή.
Προσκύνημα στην Αγία Μονή
Η Αγία Μονή είναι ακριβώς μπροστά μας σε απόσταση εξακοσίων περίπου μέτρων. Δεν φαίνεται από το πτηνοτροφείο του Μήτσου γιατί κρύβεται πίσω από την απόληξη ενός μικρού πυκνόφυτου γεώλοφου που ξεκινά λίγο ψηλότερα, στα βορειοανατολικά, παράλληλα σχεδόν με τον αμαξιτό δρόμο Λιδωρικίου – Ναυπάκτου.
Αυτός ο λόφος φέρει το όνομα Λίθος γιατί, ενώ όλη η έκτασή του είναι χωμάτινη, στο κέντρο του και λίγο πιο ψηλά υπάρχει ένας μεγάλος βράχος που φαίνεται από όλη σχεδόν την κοιλάδα. Άγνωστο ποιος φύτεψε αυτό το λιθάρι. Είναι από τα περίεργα της φύσης που οι άνθρωποι αδυνατούν να εξηγήσουν και προσφεύγουν στους μύθους. Μπορεί να είναι κάποιο απομεινάρι της μεγάλης Τιτανομαχίας, της μάχης δηλαδή, όπως λέει η ελληνική μυθολογία, μεταξύ των Τιτάνων και των Ολύμπιων θεών, ποιος να ξέρει; Ίσως να είναι κάποια λοξοδρομημένη πέτρινη ρουκέτα που οι Τιτάνες έστειλαν ενάντια στον Δία… Συμβαίνει και στις μέρες μας με τα πυραυλοκίνητα βλήματα…
Κοντά στον λίθο υπήρχε ένα μεγαλούτσικο ξέφωτο όπου ο Χαράλαμπος είχε λιγοστά χωράφια και μια καλύβα με ένα στάβλο-μαντρί για τις ανάγκες ενός μικρού κοπαδιού αιγοπροβάτων. Ο Χαράλαμπος είχε καταγωγή από το απέναντι χωριό, τον Άβορο και ήταν σώγαμπρος εδώ. Πολυφαμελίτης και πολύ καλός άνθρωπος, με μια υπέροχη οικογένεια, λογιζόταν, παρόλο που ήταν στις παρυφές του κάμπου, μέλος της μικρής κοινότητας της κοιλάδας. Με τον παππού μου είχαν άριστες σχέσεις και πολλές φορές τα έλεγαν όταν συναντιόντουσαν με τα κοπάδια τους. Σε κάποιες συζητήσεις ήμουν παρών και τις θυμάμαι με νοσταλγία. Και τι δεν κουβέντιαζαν! ιστορίες του πολέμου, ιστορίες της Αμερικής, ιστορίες από την κατοχή, για την ζωή ανθρώπων που δεν ζούσαν αλλά είχαν γράψει κάποια ιστορία. Άκουγα και δεν χόρταινε τις ωραίες αφηγήσεις και η φαντασία με ταξίδευε σε χρόνους αλλοτινούς και σε μέρη μακρινά…
«Φτάσαμε», ακούγεται η φωνή του Ματσόλα, που διέκοψε τη αναπόλησή μου στου Χαράλαμπου τα χρόνια και τα μέρη.
Μπροστά μας και δεξιά, στο πλάτωμα ενός μικρού λόφου, ξεχωρίζει η σκεπή της εκκλησίας και παραδίπλα, πίσω από δυο τρεις βελανιδιές κάποιοι ρημαγμένοι τοίχοι.
Βγαίνουμε από τον δρόμο και παίρνουμε το ανηφορικό μονοπάτι. Σε πέντε λεπτά φτάνουμε στο πλάτωμα και το πρώτο που αντικρίζουμε είναι κάποιες παλιές κολόνες και δυο μισογκρεμισμένους τοίχους. Στο βάθος, προς τα βόρεια, είναι χτισμένη μια μικρή εκκλησία. Σε όλο το χώρο βρίσκονται διάσπαρτες παλιές πελεκημένες πέτρες και σπασμένες μαρμάρινες και λίθινες κολόνες. Ανοίξαμε την πόρτα της εκκλησίας. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο και λίγο χαμηλότερα, σχεδόν ένα σκαλί, από την βάση της πόρτας. Οι τοίχοι με πέτρες και άλλα υλικά, κυρίως κεραμικά, προερχόμενα μάλλον από παλιότερα οικοδομήματα, χαμηλοτάβανη και με ένα λιτό τέμπλο με λίγες παμπάλαιες εικόνες. Παρά την έλλειψη πλούσιου διακόσμου και φανταχτερών εκκλησιαστικών κειμηλίων, ο χώρος εκπέμπει μια γαλήνη που ηρεμεί την ψυχή των προσκυνητών. Αυτή την ηρεμία και τη γαλήνη την αισθάνεσαι και στον εξωτερικό περίβολο.
Προσκυνήσαμε τις παμπάλαιες εικόνες και θελήσαμε να ανάψουμε ένα κερί και τα δυο καντήλια που κρέμονταν αριστερά και δεξιά του τέμπλου, αλλά δυστυχώς δεν είχαμε φωτιά, το κουτί με τα σπίρτα ήταν άδειο. Αφήσαμε οφειλόμενα από το τελευταίο προσκύνημα, το κεράκι ακόμη το χρωστάμε στην Παναγιά μας, την προστάτιδα της Κοιλάδας. Τα νερά της λίμνης δεν επιτρέπουν τη διαγραφή της οφειλής.
Βγήκαμε έξω και καθίσαμε στις αρχαίες πέτρες, κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά. Από εδώ βλέπαμε όλη σχεδόν την κοιλάδα. Αγναντεύαμε την κοίτη του ποταμιού, που αυτή την εποχή είχε λιγοστό νερό, από το Στενό και το Κάστρο του Βελούχοβου στα ψηλά μέχρι την συμβολή του με το Αβορόρεμα.
«Ελάτε εδώ», μας φωνάζει ο Κώστας, «αυτή η μαρμάρινη πλάκα έχει κάποια επιγραφή στα λατινικά».
Πήγαμε κοντά και είδαμε πράγματι την λατινική επιγραφή.
«Να, και αυτή εδώ η κολόνα έχει λατινικά», ακούμε τον Νίκο, που έψαχνε μέσα σε κάποια ερείπια που έμοιαζαν με ιερό εκκλησίας.
«Τόσα χρόνια ερχόμασταν εδώ στο πανηγύρι, στις 23 Αυγούστου, και ποτέ δεν είχαμε προσέξει τις λατινικές επιγραφές», μας λέει ο Ματσόλα.
Στο πανηγύρι μόνο επιγραφές δεν κοιτάζαμε, είχε τόσα αλλά ενδιαφέροντα…
«Εγώ θυμάμαι κάποιον, πριν πέντε έξι χρόνια, που ήρθε στο Χάνι και μας είπε πως είναι αρχαιολόγος ή κάτι τέτοιο και ζήτησε να του ετοιμάσουμε κάτι για φαγητό. Πιάσανε την κουβέντα με τον πατέρα μου και έλεγε πως καταγράφει παλιά μοναστήρια και έτσι είχε έρθει κι εδώ στην Αγία Μονή. Επίσης, είπε πως όταν η περιοχή είχε κατακτηθεί από τους Ενετούς ή τους Φράγκους, εδώ λειτουργούσε καθολικό μοναστήρι.»
«Έτσι εξηγείται, Κώστα, γιατί υπάρχουν οι λατινικές επιγραφές», του απαντώ. «Όμως βλέπεις αυτές τις κολόνες; Δεν μοιάζουν με κολόνες δωρικού ρυθμού; Κοίταξε πόσο λιτό είναι το κιονόκρανο. Ο δωρικός ρυθμός διακρίνεται για την αυστηρή γραμμή και την έλλειψη περίτεχνων διακοσμήσεων, αυτά δεν μάθαμε στο Γυμνάσιο;»
«Πράγματι, μοιάζουν», συμφώνησαν και οι υπόλοιποι.
«Ποιος να ξέρει; μπορεί να προϋπήρχε και αρχαίος ναός…»
«Γεια σας, ρε παιδιά, τι κάνατε εδώ;» Ήταν ο Θεμιστοκλής, που όλοι τον ξέραμε ως Μούστο. Ο Μούστος ήταν ο ακρίτας της κοιλάδας. Διέθετε ένα μεγάλο κοπάδι αιγοπροβάτων και είχε την βάση του στο τέλος της κοιλάδας, στη θέση Μαυρονέρι, εκεί που θα ανυψωνόταν το φράγμα για να γίνει η λίμνη.
«Φεύγουμε μεθαύριο για την Αθήνα και ήρθαμε να προσκυνήσουμε για τελευταία φορά», του απαντώ.
«Ναι, το ξέρω. Ακόμα δεν ξεκίνησαν τα έργα και άρχισαν οι αποχωρήσεις. Κι εγώ πρέπει να φύγω. Χθες έφτασαν κάποια μηχανήματα στο Μαυρονέρι, πολύ κοντά στην ταράτσα που έχω το μαντρί. Ήταν μεσημέρι και είχα ξαπλώσει στη μεγάλη αριά όταν με ξύπνησαν κάτι περίεργοι θόρυβοι και τα γαυγίσματα των σκυλιών. Ήταν δυο μεγάλοι γερανοί και μια μπουλντόζα. Σταμάτησαν κοντά στη γέφυρα, εκεί που είναι η πηγή. Φαίνεται σ’ αυτό το μέρος θα φτιαχτεί το φράγμα».
«Να δω πού θα πάω με τα ζωντανά μέχρι να τα πουλήσω. Τελείωσε το Μαυρονέρι για μένα…»
Το κοπάδι του μπάρμπα Μούστου κατηφόρισε προς την πλευρά του ποταμιού με τα σκυλιά να γαβγίζουν σε κάποια ξεκομμένα ζωντανά, για να πάνε μαζί με τα άλλα.
«Άντε, παιδιά, να σας χαιρετίσω και να πείτε στην Ευθυμία να μην μας ξεχάσει τώρα που θα γίνει πρωτευουσιάνα». Η Ευθυμία, η μητέρα μου, ήταν πρώτη ξαδέλφη του Θεμιστοκλή.
«Παιδιά, εγώ πείνασα και θέλω και μια ώρα μέχρι να φτάσω στο Χάνι, δεν είναι καιρός να γυρίσουμε;»
Αμέσως συμφώνησαν και οι υπόλοιποι. Εγώ ήθελα να μείνω λίγο ακόμη και δεν τους ακολούθησα. Παρέμεινα μόνος, καθισμένος σε μια πεσμένη κολόνα στο άκρο του πλατώματος, απολαμβάνοντας την όμορφη θέα. Έβλεπα κάποιες εικόνες, που θαρρείς αντίκριζα για πρώτη φορά. Μπορεί να ήταν και η σκέψη μου που μου έλεγε: τελευταία σου ευκαιρία, παρατήρησε καλύτερα και κατάγραψε τα πάντα, αύριο δεν θα υπάρχουν… Παλιότερα δεν υπήρχε τέτοια απειλή, τα μάτια έβλεπαν αλλά το μυαλό δεν κατέγραφε, το ανέβαλλε για αργότερα, «και αύριο εδώ θα είναι, έχουμε καιρό να εμβαθύνουμε και να αποτυπώσουμε…» Τώρα όμως άλλαξαν τα πράγματα, δεν υπάρχει αύριο…
Έβλεπα με έκπληξη την ομορφιά του μικρού κάμπου ακριβώς απέναντί μου, στολισμένου με αναβαθμίδες και περιτριγυρισμένου με μια πλούσια συστάδα πλατάνων στην συμβολή του Αβορορέματος με τον Μόρνο.
«Α, να και το άλλο, τι ομορφιά εκπέμπει! Πώς δεν το είχα προσέξει τόσο καιρό;» μονολογούσα. Αυτός ο μικρός ο γήλοφος σε σχήμα αβγού ακριβώς κάτω από το Σεβεδίκο, και το μεγάλο ρέμα που έρχεται από ψηλά από τον Πύρνο να τρέχει περιμετρικά, να το κυκλώνει στην βάση του και να φεύγει μετά προς το ποτάμι, δίνοντας την αίσθηση ενός μικρονησιού…
Πρέπει να είχε περάσει κανένα μισάωρο, που στεκόμουν σαν εκστασιασμένος, εκεί στην αρχαία κολόνα, και κατέγραφα εικόνες οικείες αλλά και εικόνες πρωτοφανέρωτες, όταν ο θόρυβος του λεωφορείου του ΚΤΕΛ με επανέφερε στην πραγματικότητα. Σε αυτό το μισάωρο μου φάνηκε πως άκουσα την απόλυση της Λειτουργίας και το δι΄ευχών από τον παπά Δημήτρη και αμέσως μετά ένα ανθρώπινο βουητό από ευχές για την μεγάλη γιορτή της Παναγίας. Άκουσα καθαρά το Να ’ταν τα νιάτα δυο φορές, τραγούδι πρόκριμα για να ξεκινήσει ο χορός από τους μεγαλύτερους και, τελευταίο, Ο ήλιος βασιλεύει κι η μέρα σώνεται, με τον γλυκύτατο ήχο του κλαρίνου και του νταουλιού τον ξεσηκωτικό ρυθμό. Κατόπιν απόλυτη σιγή κι έπειτα μια εξαίσια μουσική συνοδευόμενη από ανθρώπινη οχλοβοή με θύμισες από θίασο δαιμονικής συνέργιας που οι κάτοικοι του κάμπου πίστευαν, παραδόξως δεν μου προκάλεσε φόβο αλλά ήρθε στο νου μου το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον, το καλύτερο για μένα ποίημα του Καβάφη:
Σαν έξαφνα, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -….
μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια πού φεύγει.
Ναι, και εφάνη έξαφνα ο αόρατος για μας θίασος να περνά και συνάμα ακούστηκαν οι αποκρουστικοί θόρυβοι από τις μπουλντόζες, τους γερανούς και τα γυποειδή φορτηγά. Ναι, αποχαιρετούμε την κοιλάδα των ανέμελων χρόνων και της απέραντης ελευθερίας και φεύγουμε, χωρίς όμως να την ξεχνούμε.
Θαμμένη θα είναι πάντα στο μυαλό μας και στα όνειρα μας θα ξαναζωντανεύει συχνά- πυκνά στου ύπνου μας την σχόλη…
Κ.Γ.Μπερτσιάς
Η Αγία Μονή, που σήμερα είναι στο βυθό της λίμνης του Μόρνου, ήταν ακριβώς απέναντι από το αβορόρεμα, δίπλα στις όχθες του Μόρνου σε ένα στένωμα του, στη δεξιά πλευρά του δημοσίου δρόμου Λιδωρικίου-Ναυπάκτου. Χτισμένη πάνω σε μικρό λόφο που δέσποζε στην περιοχή και είχε θέα σε ένα μεγάλο μέρος του κάμπου.Υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες* που αποδεικνύουν ότι ήταν βυζαντινό μοναστήρι πιθανώς μετόχι της Βαρνάκοβας. Οι λατινικές επιγραφές που υπήρχαν στα ερείπια μαρτυρούν ότι είχε μετατραπεί σε καθολικό μοναστήρι όταν οι Ενετοί είχαν καταλάβει την περιοχή.
Ανήκε στο χωριό Κόκκινος (Λούτσοβος) και γιόρταζε στις 23 Αυγούστου, το μεγάλο πανηγύρι που γινόταν συγκέντρωνε πλήθος κόσμου από την γύρω περιοχή.
Η φωτογραφία όπου φαίνονται τα ερείπια είναι του 1972 η άλλη που φαίνεται η εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία είναι του 1960.
Απόσπασμα από το βιβλίο του
IΩΑΝΝΗ ΝΕΡΑΝΤΖΗ:
Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΑΙΤΩΛΩΝ [ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗ]
Αυτό το τοπίο σήμερα είναι θαμμένο από τα νερά της λίμνης του Μόρνου και ήταν τμήμα του Λουτσοβιώτικου κάμπου.Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη τον Σεπτέμβρη του 1972 από την θέση όπου ήταν η καλύβα του Βαγγέλη του Ανέστου ακριβώς δίπλα στο δημόσιο δρόμο Λιδωρικίου – Ναυπάκτου. Στο βάθος διακρίνεται ο λόφος του Κάστρου του Βελούχοβου και το Στενό. Επίσης διακρίνεται δεξιά το αγροτόσπιτο του Μήτσου του Κοράκη (Καμάρας) στη θέση ψηλά αμπέλια. Στο κέντρο φαίνεται η περιοχή Μαρμαράκι όπου ήταν το σπίτι του Μπερτσιά (Κατσαβός).