Κόκκινος-Λούτσοβος Δωρίδας Ν. Φωκίδας

Λούτσοβος, παλιά ονομασία του χωριού ΚΟΚΚΙΝΟΣ, που βρίσκεται σε προνομιακή θέση, έχοντας την λίμνη ΜΟΡΝΟΥ πραγματικά στα πόδια του. Ουσιαστικά τα πόδια του χωριού η εύφορος κοιλάδα του Μόρνου, σκεπάστηκε από τα νερά της τεχνητής λίμνης και ανάγκασε τους κατοίκους να φύγουν και να εγκατασταθούν σε άλλα μέρη κυρίως στην ΑΘΗΝΑ.

Month: November 2021

  •  

  • Μεγάλοι καλλιτέχνες καταγόμενοι από την Φωκίδα (Ντίνος Σκορδής)

    Ο Ντίνος Σκορδής μέσα από “τα μάτια των παιδιών του”:

    Ο πατέρας μας, γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1928 στο Μαυρολιθάρι από τον Δημήτριο και την Αλεξάνδρα και ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Είχε έναν μεγαλύτερο κατά επτά χρόνια αδερφό, τον Γιάννη. Στο χωριό παράλληλα με το δημοτικό σχολείο, τις αγροτικές και κτηνοτροφικές δουλειές εκδήλωσε πολύ νωρίς την αγάπη του για τη μουσική και συγκεκριμένα για το κλαρίνο. Τον άφηναν να φυλάει τα πρόβατα και εκείνος έπαιρνε μαζί του κολοκύθες, τους άνοιγε τρύπες και με χειροποίητα καλάμια προσπαθούσε να παίξει. 

    Το 1948 κατέβηκαν στην Αθήνα και έμειναν στα Πετράλωνα φιλοξενούμενοι από τον συμπατριώτη τους Αθανάσιο Ξένο, αδερφό της Αικατερίνης Ξένου (σύζυγο Ιωάννη Λαγδά). Κατά την παραμονή τους εκεί ασχολήθηκαν στην αρχή με την κατασκευή και διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων, σε χώρο που τους είχε παραχωρήσει ο Αθανάσιος Ξένος. Παρόλα αυτά η μεγάλη αγάπη για το κλαρίνο σιγόκαιγε και ξεκινάει μαθήματα κλαρίνου στη σχολή του Γιάννη Κυριακάτη -ξακουστός κλαρινίστας της Αθήνας επιπέδου Καρακώστα και Γιαούζου- ο οποίος είχε κάνει σπουδές σε Ωδείο στη Νέα Υόρκη και εργαζόταν στο κέντρο «ΕΛΑΤΟΣ». Μετά τον πρώτο μήνα, ο Κυριακάτης ενθουσιάστηκε με το ταλέντο και την αγάπη του Ντίνου για το κλαρίνο και παρακάλεσε τον αδερφό του Γιάννη να μην τον σταματήσουν (ο Γιάννης είχε τις επιφυλάξεις του γιατί θεωρούσε ότι μπορεί να ήταν κάτι προσωρινό). 

    Δίπλα στον Γιάννη Κυριακάτη έμεινε 5 χρόνια κάνοντας μαθήματα και μετέπειτα, με την παρότρυνση του, δούλεψε μαζί του επαγγελματικά, περιστασιακά στο κέντρο «ΕΛΑΤΟΣ» αλλά και σε ταβέρνες, γάμους, εκδηλώσεις και πανηγύρια. Δούλεψε για πολλά χρόνια στην ταβέρνα του συμπατριώτη μας Αργύρη Φαράντζου στο Αιγάλεω, και στη συνέχεια για δεκατρία χρόνια, στο κέντρο «ΧΩΡΙΑΤΙΚΗ ΑΥΛΗ» στο Περιστέρι (του συμπατριώτη μας από την Καστριώτισσα, Ιωάννη Κελεπούρη), το οποίο υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της εποχής. Τα καλοκαίρια πήγαινε σε όλα σχεδόν τα πανηγύρια της Φωκίδας (καθώς και σε μέρη της Πελοπονήσσου, Μακεδονίας κα) με τον κόσμο να δείχνει παντού την αγάπη του  για τον ίδιο και τη δεξιοτεχνία του στο κλαρίνο! 

    Μοναδικός κλαρινίστας, με χαρακτηριστικό ταλέντο και σπάνιες ικανότητες αφού κοιτούσε τους χορευτές στα πόδια, προσπαθώντας να τους βοηθήσει να μην χάνουν βήμα κρατώντας σταθερό ρυθμό και αλλάζοντας τη μελωδία αυτοσχεδιαστικά. Η αποδοχή μάλιστα αυτής της δεξιοτεχνίας του στο κλαρίνο παράλληλα με την μεγάλη αγάπη που του είχε ο κόσμος, τον έκαναν έναν καταξιωμένο μουσικό και στα μάτια των συναδέλφων του, όπως αυτό αποτυπώθηκε σε ένα αφιέρωμα που του είχε γίνει στην κρατική τηλεόραση από τον δημοσιογράφο κ. Νάσο Αθανασίου. 

    Συνεργάστηκε με πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες της παραδοσιακής μουσικής, μουσικούς και τραγουδιστές.

    Κάποιοι από τους τραγουδιστές ήταν:

    Δημήτρης Καψοκέφαλος, Στάθης Κάβουρας, Δημήτρης Ζάχος, Φυλιώ Πυργάκη, Μαρία Χολέβα, Μαρία Χατζοπούλου, Γιώτα Παπακωστοπούλου, Ανθούλα Νούση, Σοφία Βώττα, Θανάσης Βώττας, Γιάννης Κοντάρας, Βάσω Σκαφίδα, Γιάννης Σιέττος, Χρήστος Νούλας, Γιάννης Στάμος, Τάσος Κρυστάλης, Βασίλης Βασιλείου, Γιώτα Βέη, Γιάννης Κουτσούκος, Κώστας Σπαθούλας, Μαίρη Πόλυ, Βάσω Διαμαντή και άλλοι 

    Ενώ κάποιοι από τους μουσικούς ήταν:

    Σωτήρης Κολιοκώστας(κλαρίνο), Γιώργος Παπαπάνος(κλαρίνο), Νίκος Μωραϊτης(βιολί), Κυριάκος Κωστούλας(κλαρίνο), Γιώργος Φλώρος(βιολί),  Αποστόλης Νούλας(κιθάρα), Μιχάλης Μαντζώρας (κιθάρα), Παρασκευάς Δανές(βιολί), Γιώργος Λουκόπουλος(σαντούρι), Γιώργος Ντούτσας(κιθάρα), Άγγελος Αβράμης(αρμόνιο)

    Στη πολύχρονη καριέρα του βοήθησε πολλούς συναδέλφους μουσικούς να κάνουν τα πρώτα τους επαγγελματικά βήματα και να καθιερωθούν στο δημοτικό στερέωμα. Τραγουδιστές όπως ο Θανάσης Βώττας, η Σοφία Βώττα, ο Γιάννης Σιέττος, η Ανθούλα Νούση και η Βάσω Διαμαντή ανέβηκαν για πρώτη φορά σε πάλκο ως επαγγελματίες με την ορχήστρα το Ντίνου Σκορδή, γιατί τους πίστεψε και τους βοήθησε να αναδείξουν το ταλέντο τους.

    Έκανε δύο γάμους, με τη Βασιλική Δακουρά και τη Μαρία Φούρλα και απέκτησε δυο παιδιά, την Αλεξία και τον Δημήτρη. Όταν πέθανε η πρώτη του γυναίκα η Βάσω στις 16 Δεκεμβρίου 1970 με την οποία έζησε μαζί 5 χρόνια, οι δικοί του άνθρωποι θυμούνται πως το πρώτο τραγούδι που έπαιξε δακρυσμένος ανεβαίνοντας στο πάλκο του κέντρου ήταν το «Σου παραγγέλλω μαύρη γη κι αραχνιασμένο χώμα…». 

    Με τη δεύτερη γυναίκα του τη Μαρία, παντρεύτηκε στις 20 Ιουλίου 1972 και όπως έλεγε πάντα ο ίδιος στάθηκε σαν βράχος δίπλα του, με αφοσίωση και αγάπη τόσο στον ίδιο, όσο και στα παιδιά του τα οποία ανέλαβε 4 και 2 χρονών αντίστοιχα, τα μεγάλωσε και τα αγάπησε σαν πραγματικά της παιδιά. 

    Οι παιδικές μας μνήμες είναι γεμάτες από Αγάπη, Υπομονή και Μουσικές μελωδίες από το κλαρίνο του πατέρα, με το οποίο έπαιζε καθημερινά στο σπίτι, μολονότι γύριζε κάθε μέρα χαράματα από τα κέντρα που εργαζόταν. 

    Πέθανε στις 22 Ιουνίου 1989 αφήνοντας πίσω του μεγάλη μουσική και πολιτιστική κληρονομιά σε όλους εμάς. Υπηρέτησε για χρόνια το γνήσιο δημοτικό τραγούδι αλλά δυστυχώς -από επιλογή του ιδίου- αυτό δεν αποτυπώθηκε και δισκογραφικά. Eπίσης, λόγω της οικογενειακής του κατάστασης αρνήθηκε και πολλές προτάσεις που του είχαν γίνει από την ομογένεια για να εργαστεί στην Αμερική. 

    Οικογένεια, φίλοι και συγχωριανοί- τον κρατάμε στη μνήμη μας ως τον άνθρωπο που συνδέθηκε άρρηκτα με την έννοια του πανηγυριού στο Μαυρολιθάρι, που διασκέδαζε τον κόσμο και «ΜΙΛΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ» με το κλαρίνο του…

    Πηγή:

    Ντίνος Σκορδής Μαυρολιθάρι / Ntinos Skordis– Αλεξία και Δημήτρης Σκορδής —

  • Τα Χάνια του Στενού

    Τα Χάνια του Στενού

    Η μικρή όαση που χάθηκε

    Συνοπτική αναδρομή στο χρόνο: Γύρισμα πίσω στη δεκαετία του ’50 και πριν. Τότε που το Λιδωρίκι

     προσπαθούσενα σβήσει τα κάρβουνα που άφησε το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς.

    Για να γίνει κατανοητό το θέμα, θα πρέπεινα κάνουμε αναδρομή στο χρόνο. Για όσους γεννήθηκαν

     μετά – το λιγότερο – από τα μέσα του ’60, η τοπωνυμία «Χάνια Στενού» δεν τους θυμίζει τίποτα, 

    γιατί από τις αρχές του ’70, όλη η φυσιογνωμία του χώρου που κάλυψε η Λίμνη του Μόρνου, αλλοιώθηκε, 

    ώσπου το 1978 σκεπάστηκε οριστικά και η λίμνη έγινε ο υγρός τάφος της περιοχής. Επομένως 

    βιωματικά τα Χάνια είναι για όσους γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έζησαν, τουλάχιστον, έστω και 

    για μικρό χρονικό διάστημα.

    Να δούμε τα αντικειμενικά στοιχεία που συγκροτούσαν τον μικρό Οικισμό των 10 κατοικιών και 

    60 ψυχών που γεννήθηκαν και εκεί έζησαν, άλλος πολύ, άλλος λιγότερο, μέχρι που χάθηκε ο Οικισμός 

    οριστικά κάτω από τον υγρό τάφο της.

    Ο Οικισμός δεν υπήρξε ολοκληρωμένος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κεντρικός πυρήνας ήταν 

    το Χάνι του «Μαλλιάτσου», που η αρχή του χάνεται σε βάθος χρόνου. Θα λέγαμε ότι ο Οικισμός 

    άρχισενα 

    συγκροτείται όταν έχασε το Χάνι τον πρωταρχικό του σκοπό.

     

    Μνήμες και βιώματα – αποσπασματικά.

    Τα νερά λιγοστά, γιατί η Γκιώνα τα κρατεί στα έγκατα της και τα διώχνει στον Κορινθιακό ή 

    «τις οίδε που αλλού»

    Το καλοκαίρι δύσκολο. Νεροδότριες περιφερειακές βρύσες, όπως ο «Αντώνης», ο «Σερεντέλης»,

     ο «Κούστης» 

    και του «Χουσάδα το Περιβόλι». Οι άλλες βρύσες φτωχές σε νερό. Το πράσινο λίγο, εκτός από 

    αμυγδαλιές. 

    Γενικά η περιοχή που κλείνεται στα όρια της Κοινότητας Λιδωρικίου θα λέγαμε ότι είναι άνυδρη. 

    Το λίγο πράσινο το συναντήσαμε στις παραποτάμιες περιοχές
    «Φτελιά», «Κώστεβο» και «Μπλάβλακα».

    Όλα αυτά γράφτηκαν για να δοθεί έμφαση στην επικεφαλίδα του θέματος. Γιατί η μικρή λωρίδα πρασίνου, 

    όλο το χρόνο,  ήταν η περιοχή «Χανίων του Στενού». Η ευρύτερη περιοχή έχει χωριά καταπράσινα με 

    πολλά νερά και τοπία «Ελβετικά». Η σύγκριση γίνεται με τον υπόλοιπο χώρο της περιοχής Λιδωρικίου.

    Άς έρθουμε στα «Χάνια του Στενού». Εκτείνονται στα ριζά της «Πλέσιβας» γύρω στα 250-300 μέτρα από 

    το στενότατο σημείο του Μόρνου, όπου σε μια κοίτη των 30 μ., μαζεύονται τα νερά του ποταμιού και 

    ξεχύνονται 

    δυτικά για να σμίξουν σε 200 μ., μετον ορμητικό «Κόκκινο» Παραπόταμο.

    Τα Χάνια βρίσκονται σε κομβικό πέρασμα που ενώνει τη Βορειοδυτική Δωρίδα μετο Λιδωρίκι. Εκεί σμίγουν τα 

    νερά του Μόρνου με τα νερά του χείμαρρου «Μπελεσίτσα» και απέναντι μετα νερά της κύριας πηγής των 

    Βαρδουσίων.

    Οι κατοικίες στα Χάνια 11. Οι ψυχές 60. 200 μ. από το Στενό, όπου οι γέφυρες, η παλιά πέτρινη που στέκεται 

    ακλόνητη πάνω από 200 χρόνια και η νέα που ένωνετο δρόμο Λιδωρίκι – Ναύπακτος, αριστούργημα 

    αρχιτεκτονικής με ζωή σχεδόν 5 χρόνων [1938 – 1943]. Μετά την ανατίναξη της, συνδέθηκε το Στενό στα 

    1944 με τη στρατιωτική γέφυρα τύπου «Μπέλευ».

    Το φυσικό περιβάλλον μαγευτικό. Είχε ποικιλία βλάστησης από αυτοφυή άγρια φυτά, πλατάνια, φτελιές, 

    μοσχοϊτιές και λεύκες. Αλλά και καναπίτσιες. Και βεβαίως ποικιλία οπωροφόρων. Κάθε σπίτι είχε και το 

    περιβόλι του (τα γιούρτια, όπως τα λέγαμε).

    Για κάποιους μπορεί να ήταν ένα απλό πέραμα. Για όσους έζησαν έστω και περιοδικά, τα βιώματά τους 

    ήταν έντονα συναισθηματικά. Γιατί στα αυτιά τους εναλλάσσοντας ήχοι αρμονικοί. Το καλοκαίριν’ ακούς το 

    γουργούρισμα της νεροχελώνας, τα κοάσματα των βατράχων, το θρόϊσμα από τα φύλλα της λεύκας, τα 

    ουρλιαχτά των σκυλιών και των τσακαλιών, το μουρμούρισμα και το κελάρισμα της «Μπελεσίτσας» 

    όταν δεν ήταν «κατεβασμένη», το τροχάνισμα από τις «μυλόπετρες» του Ανδριτσαίϊκου Μύλου, το 

    βουητό από την κατεβασιά του Μόρνου, το αχόρταγο άρωμα από τις μοσχοϊτιές, να τρέξεις να ψάξεις τις 

    καλαμωτές για καμιά τηγανιά ψάρια, το πέρασμα του Μόρνου, όταν χαμήλωναν τα νερά του, μετα 

    ξυλοπόδαρα, που βεβαίως ήθελε αισιοδοξία.

    Τα σπίτια από δυτικά προς ανατολικά ήταν: Πρώτα οι πρόγονοι των Γουραίων, με τον Κώστα Γούρα, 

    μετά του Γεωργούτζου, Γιάννη Γούρα, Παπανικόλα, Ανεσταίων (Ζορμπαίων), Γεροδήμου, Σίδερη, Νάκου, 

    και τέλος των Αρβανιταίων. Πολυμελείς φαμίλιες. Με ρίζες οι οικογένειες (με τη σειρά των  σπιτιών) :

    1. Γούρα από Θεσσαλία.
    2. Γεωργούτζου από Γρανίτσα [Διακόπι].
    3. Παπανικόλα [Παπανικολάου] από Άβορο.
    4. Ανέστου από Λούτσοβο [Κόκκινο].
    5. Γεροδήμου από Τριβίδι.
    6. Σίδερη από Βελούχι [Κάλλιο].
    7. Νάκου από Κράβαρα και σε βάθος χρόνου από Βόρειο Ήπειρο.
    8. Αρβανίτη από Δωρικό και σε βάθος χρόνου από Ήπειρο.

     

    Χρήστος Κ. Ανέστος
    Συνταξιούχος Δάσκαλος 

    Το διαβάσαμε στην ιστοσελίδα : orinidorida.blogspot.com

    Πηγή: Εφημερίδα Λιδωρικιώτης Ιούνιος 2021, ΑΦ 107

  •  

  •  

  •  

  • Το βιβλίο του Κ. Μπερτσιά – “Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις” – ένα μοναδικό βιωματικό αφήγημα

    του Γιάννη Βερμισσώ

    Στην ανάμνηση μιας πολλαπλής “θυσίας”, γράφτηκε το βιβλίο του Κώστα Μπερτσιά που έχει τίτλο “Θαμμένα όνειρα ζωντανές αναμνήσεις ” -εκδόσεις “Οροπέδιο”-

    Της θυσίας .. των νοικοκυριών, των περιουσιών, των συναισθημάτων, των ανθρώπων που “ξεπατρίστηκαν”, των ονείρων, των παιδικών εικόνων,  των στιγμών χαράς και μόχθου, αλλά και των άλλων ψυχών που χάθηκαν από την καταστροφή της πανίδας, προκειμένου εδαφικές εκτάσεις να μετατραπούν σε τεχνητή λίμνη στον ποταμό Μόρνο,

    Ο συγγραφέας διακεκριμένο στέλεχος της ασφαλιστικής αγοράς προχώρησε στην αποτύπωση των αναμνήσεων μιας περασμένης πραγματικότητας, που ίσως σβήνει, δεν επαναλαμβάνεται, όμως έχει μείνει αξέχαστη σε όσους την έζησαν με παρόμοιο τρόπο.

    Στα 18 σπονδυλωτά διηγήματα που περιέχονται στο βιβλίο, ο συγγραφέας αποτυπώνει με την δική του συναισθηματική ματιά, τον καημό, το ξερίζωμα, τον αφανισμό, την απώλεια, αυτή,  που βιώνει ο άνθρωπος στιγμιαία  ή διαχρονικά,  και την οποία “αγκαλιάζει” και συνεχίζει.

    Ξεδιπλώνει μια ζωή που μαθαίνεται βήμα βήμα, που ανακαλύπτει τα πάντα έχοντας έτοιμα μόνο τα βασικά. Οι ιστορίες, γρήγορες με παλμό, με χρώματα, ήχους, σιωπές..

    Με γρήγορες εναλλαγές, το βιβλίο περνά στην αφήγηση ιστοριών της καθημερινότητας  η οποία έτρεχε ασταμάτητα με γεγονότα, μικρά και μεγάλα.

    Εκπλήξεις, αναπάντεχα, ονόματα, στιγμές, περιπέτειες, παιδικά, εφηβικά και ενήλικα χρόνια, φυσιογνωμίες, χαρακτήρες, γραφικές φιγούρες, εργασία, παιχνίδια, χαρές και λύπες δίνονται “ζωντανά”, σαν τώρα.

    Με μοναδικό γλαφυρό τρόπο, το βιβλίο αναδεικνύει την αλλοτινή, απέριττη καθημερινότητα που περιβαλλόταν από ένα ανεκπαίδευτο  σεβασμό, μια βιωματική συνέπεια, μια αυτοκαλλιεργούμενη υποχρέωση, μια ισχυρή λειτουργία του ενστίκτου επιβίωσης. Και ταυτόχρονα αποτυπώνει  όλα  εκείνα τα στοιχεία της  τότε καθημερινής ευχαρίστησης και πληρότητας  των ανθρώπων για την ζωή και την συνέχισή της με αξία, χωρίς ευτελισμό,  χωρίς δισταγμό.

    Χωρίς ματαιότητες  και αδιέξοδα οι  ιστορίες του Κώστα Μπερτσιά δείχνουν την αγαστή συμπόρευση με τα “όσα φέρνει ο χρόνος και η ώρα” και την αποδοχή κάθε αιφνίδιας ή αναμενόμενης “έλλειψης”.

    Οι ήρωες του Κώστα Μπερτσιά πραγματικοί και αυθεντικοί.

    Όλοι τους κάθε ηλικίας, συστρατευμένοι  στην ίδια προσπάθεια εξέλιξης, με άσβεστη διάθεση απόλαυσης κάθε στιγμής,  μέσα από αντιξοότητες, εμπόδια, ανατροπές, αιφνιδιασμούς.

    Στις ιστορίες ανθρώπων, οικογενειών, γειτόνων, πολιτικών γεγονότων, αναπάντεχων καταστροφών ο αναγνώστης ζει και νιώθει.

    Βλέπει εικόνες, αισθάνεται, αντιλαμβάνεται βαθιές σκέψεις , μαθαίνει για την αόρατη λειτουργία και πέρασμα από γενιά σε γενιά άγραφων διδαχών σεβασμού και πολιτισμού. Οι ιστορίες αποκαλύπτουν την αντικειμενική διάσταση της πραγματικότητας, τον  κυνισμό της επιβίωσης, τη σιωπηλή αποδοχή “όσων έρχονται και όσων πάνε”.

    Τα “θαμμένα Όνειρα”  είναι γραμμένα σε ένα μοτίβο το οποίο: Διδάσκει την ταπεινότητα απέναντι στο μεγαλείο της ζωής.  Διδάσκει τους κανόνες επιβίωσης. Διδάσκει τον σεβασμό στο “παλιό”, το παρελθόν. Διδάσκει την συνέχεια…

    Σημείο καθοριστικό και ” σκηνικό”  των διηγημάτων ο τόπος που στη δεκαετία του ’70, “θυσιάστηκε” και άλλαξε μορφή στο χάρτη  για να δοθεί ζωή στο άστυ -την Αθήνα- και να σωθεί από την λειψυδρία.

     Γιάννης Βερμισσώ, δημοσιογράφος 

  • Από την ιστοσελίδα του Συνδέσμου Λιδωρικιωτών «η Γκιώνα»:Στις 22-10-2021έφυγε απ…

     Από την ιστοσελίδα του Συνδέσμου  Λιδωρικιωτών «η Γκιώνα»:

    Στις 22-10-2021έφυγε απ’ τη ζωή η Χαρίκλεια Κοράκη, η Πρεσβυτέρα, του Παπά-Σπύρου Κοράκη, σε ηλικία 98 ετών. Η κηδεία της έγινε στις 25-10-2021, στο Νεκροταφείο του Βύρωνα. 

    Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένειά της.

  • 15. Η κατάρα της μητρός μου

     

    Απόσπασμα από το βιβλίο του Κ Μπερτσιά με τίτλο: «θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις» 

    15. Η κατάρα της μητρός μου

    Απόγευμα Παρασκευής, οχτώ μέρες πριν το τελείωμα του Σεπτέμβρη του 1972, ανήμερα της φθινοπωρινής ισημε- ρίας, που η νύχτα και η μέρα ισομεριάζουν, και στο σπιτικό μας, στην κοιλάδα του Μόρνου, επικρατεί μεγάλη αναστά- τωση.

    Είμαστε στις τελευταίες ώρες πριν την οριστική φυγή. Τα περισσότερα πράγματα έχουν μαζευτεί, έχουν χωριστεί σε δυο ομάδες, αυτά που θα πέρναμε μαζί μας στην Αθήνα και τα υπόλοιπα, που θα μεταφέραμε πάνω στο χωριό. Εί- μαστε όλοι εκεί και βοηθάμε, ξαφνικά ακούγεται μια φωνή από το δρόμο να καλεί τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν ανεβασμένος στο πατάρι για να κατεβάσει κάποια πράγ- ματα και βγήκα εγώ να δω ποιος είναι. Βγαίνοντας στην αυλή αντικρίζω ένα άγνωστο άνδρα που με ρωτά:

    «Είναι εδώ ο πατέρας σου;»

    Πριν προλάβω να απαντήσω εμφανίστηκε ο πατέρας μου και τον καλωσόρισε.

    Ήταν ο Γιάννης ο Πεντεορίτης, από ένα χωριό κοντά στο Γαλαξίδι, που είχε συνεννοηθεί με τον πατέρα μου να αγο- ράσει το άλογο, την αγαπημένη μας φοράδα, την Κούλα. Την Κούλα την είχαν αγοράσει από το επαχτίτικο παζάρι πριν 18 χρόνια, την χρονιά που γεννήθηκα κι εγώ, και μά- λιστα σχεδόν την ίδια ημερομηνία, είμαστε δηλαδή συνο- μήλικοι. Η Κούλα εκείνη την στιγμή έβοσκε στις σιτοκα- λαμιές ακριβώς κάτω από την αυλή. Με το άκουσμα ότι τη φοράδα θα την πάρει ο ξένος, όλη η οικογένεια συγκεντρω- θήκαμε στην αυλή. Η μάνα μου πήγε και της φόρεσε το σα- μάρι και τραβώντας από το καπίστρι την έφερε μπροστά μας. Λες και ήταν άνθρωπος, τη σύστησε με επισημότητα στο νέο της αφεντικό και άρχισε να λέει στο κύριο Γιάννη

    160

    τα προσόντα της Κούλας. Πόσο εργατική ήταν, πόσο συ- νεργάσιμη με το ταίρι της στα οργώματα, με πόση άνεση μετέφερε τα φορτία, πόσο γρήγορο ζώο είναι και άλλες αρετές της που δεν θυμάμαι. Τελειώνοντας με τα καλά συμβούλεψε τον κύριο Γιάννη να την προσέχει, ειδικά όταν υπάρχουν μικρά παιδιά, γιατί σαν θηλυκό είναι και λίγο ζη- λιάρα και μπορεί να τα δαγκώσει.

    Μετά της χάιδεψε το κεφάλι της και με δάκρυα την απο- χαιρέτησε λέγοντας πως δεν φταίει αυτή, αλλά η κακιά η λίμνη που σε λίγο θα τους διώξει όλους και θα σκεπάσει τα πάντα. Η μάνα είχε την πιο στενή συνεργασία όλα αυτά τα χρόνια με το ζώο και το ένιωθε σαν παιδί της. Τα τελευταία δέκα χρόνια, που ο πατέρας μου δούλευε σε διαφορά δημό- σια τεχνικά έργα, αυτή είχε την φροντίδα των χωραφιών, από το δύσκολο έργο του οργώματος και της σποράς μέχρι τον θερισμό και το αλώνισμα. Σε αυτό το επίπονο έργο που συνήθως ήταν δουλειά των ανδρών είχε την άμεση βοήθεια της Κούλας και ενός μεγαλόσωμου μουλαριού, που ήταν δωρεά της Αμερικής στο πλαίσιο του σχεδίου Μάρσαλ. Αυ- τό το σκληροτράχηλο μουλάρι, –δεν θυμάμαι πως το φω- νάζαμε–, είχε ψοφήσει πριν ένα χρόνο από γερατειά, αφού είχε οργώσει μαζί με την Κούλα με σιδερένιο άροτρο ή με ξύλινο αλέτρι δεκάδες στρέμματα πάνω από είκοσι χρόνια. Το κουφάρι του το είχαμε μεταφέρει στην ποταμιά, όπου αυτά τα κακάσχημα και μεγαλόσωμα όρνια που όρμησαν από τις κορφές των Βαρδουσίων το αποτελείωσαν.

    Η αγροτική δουλειά εκείνα τα χρόνια με τα παραδοσιακά μέσα ήταν πολύ σκληρή και για τους ανθρώπους και για τα ζώα. Απαιτούσε, εκτός του μεγάλου κόπου, ιδιαίτερη επι- μονή και μαεστρία για τον άριστο συντονισμό και την υπα- κοή των ζώων στα κελεύσματα του αγρότη ώστε να παραχθεί το ζητούμενο έργο.

    161

    Αυτή τη δουλειά για πολλά χρόνια την έκανε η κυρία Ευθυμία, η μάνα μου, μόνη της. Πόσες φορές δεν την είχα ακούσει, όταν είχε υπερβεί τα όριά της, να καταριέται αγα- νακτισμένη τα χωράφια που όργωνε με την φράση:

    «Κακή λίμνη δεν θα γίνει… να τα πάρει να ησυχάσου- με…»

    Και αυτά τα έλεγε πριν από πολλά χρόνια και πριν ακό- μη να έχει ακουστεί κάτι για κατασκευή λίμνης.

    Τέτοιες φράσεις εκστόμιζαν και άλλες γυναίκες που δούλευαν σκληρά στα χωράφια τους και οι απολαβές των κόπων τους ήσαν τόσο μικρές, που τις έφερνε σε κατάστα- ση απελπισίας, ειδικά σε χρονιές με κακές καιρικές συν- θήκες.

    Να που η κατάρα της μάνας έπιασε, σκεφτόμουν, άλλο αν η ίδια ήθελε μάλλον να το ξεχάσει…

    Ήμασταν όλοι σε κακή ψυχολογική κατάσταση γιατί είχαμε δεθεί με το ζώο. Ο κύριος Γιάννης προσπάθησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα μιλώντας στην Κούλα για τον εαυτό του και πόσο πολύ αγαπά τα ζώα κι ότι θα περνά κα- λύτερα μαζί του μιας και έχει πολύ λίγα αγροκτήματα και μάλιστα φυτεμένα με ελιές, που δεν απαιτούν κουραστικές δουλειές για το άλογο. Γυρνώντας προς την μεριά μας, λέει:

    «Σας καταλαβαίνω, κι εγώ στενοχωριέμαι όταν απο- χωρίζουμε τα ζώα μου, τα έχω σαν τα παιδιά μου, όποτε θέλετε να έρχεστε στο χωριό μου να τη βλέπετε τη φο- ράδα.»

    «Κάποια στιγμή θα έρθουμε, είναι στο χωριό σου παν- τρεμένη και η θειά μου η Όλγα με το χωριανό σου το μπάρ- μπα Δήμο», του απαντά η μάνα μου.

    «Ναι, ναι, το είχα ξεχάσει πως η κυρά Όλγα είναι από το Λούτσοβο.»

    «Είναι αδελφή του πατέρα μου.»

    «Αγαπημένο ζευγάρι, καλοί άνθρωποι, τους αγαπά όλο

    162

    το χωριό. Αν τους είχε δώσει κι ο θεός ένα παιδάκι… τέλος πάντων, αυτά είναι τυχερά πράγματα.»

    Ο παππούς, που δεν είχε μιλήσει μέχρι τώρα, πλησίασε το ζώο, του χάιδεψε την χαίτη και κοιτώντας προς εμάς λέει: «Τυχερή είναι η Κούλα, σε καλά χέρια θα πέσει, ο Γιάν- νης φαίνεται πολύ καλός άνθρωπος.» Και συνεχίζει: «Θυ- μάσαι Γιώργο, τότε στην Ναύπακτο, στο παζάρι, ήταν μια βδομάδα μετά την γέννηση του Κώστα, που εσύ διάλεξες αυτό το ζώο, εγώ ήθελα να πάρουμε αρσενικό αλλά εσύ επέμενες και φαίνεται πως έπραξες άριστα, πολύ καλή φο- ράδα. Γιάννη, θα μείνεις πολύ ευχαριστημένος, με την καρ-

    διά μας σου την δίνουμε… καλορίζικη!».

    «Καλορίζικη, καλορίζικη!!!» ακούστηκε μια φωνή από όλους μας.

    Οι παλιοί άνθρωποι, όταν πωλούσαν κάτι έπρεπε να το δώσουν με την καρδιά τους, διαφορετικά πίστευαν ότι τη συναλλαγή θα συνόδευε η γρουσουζιά. Γι� αυτό οι αγορα- στές, αν διαισθάνονταν ότι δεν υπήρχε καλή διάθεση συνή- θως χάλαγαν την συμφωνία.

    Η παρέμβαση του παππού ήταν καταλυτική προς άπα- ντας.

    Ο Γιάννης ο Πεντεορίτης καβάλησε τη φοράδα, αφού πρώτα μας ευχαρίστησε και μας υπενθύμισε να μην ξεχά- σουμε τη θεία μας τη Όλγα και την Κούλα και να επισκε- φτούμε το χωριό του, όπου με χαρά θα μας φιλοξενήσει.

    Παρακολουθούσαμε αμίλητοι τον Γιάννη με την φοράδα να απομακρύνονται προς την πλευρά του Στενού. Δεν είχαν διανύσει ούτε διακόσια μέτρα όταν το άλογο κάνει απότομα στροφή 180 μοίρες, σηκώνει τα μπροστινά του πόδια και, κοιτάζοντας προς την δική μας πλευρά, άρχισε να χλιμι- ντρίζει έντονα ενώ ο Γιάννης με δυσκολία προσπαθούσε να το επαναφέρει στην πορεία του.

    163

    Αυτό το χλιμίντρισμα ήταν το τελευταίο ακουστικό αποτύπωμα της Κούλας, που έμεινε άσβεστο στην μνήμη μου παρόλο που έχουν περάσει τόσες δεκαετίες…

    Η κόρνα του φορτηγού που είχε σταματήσει στον δημόσιο δρόμο μας επανέφερε στην πραγματικότητα. «Ο Θύμιος είναι», λέει ο πατέρας μου, «πάω να συνεννοηθούμε τι ώρα θα έλθει το πρωί να φορτώσουμε.» Ο Θύμιος ο Καραγιάν- νης, φίλος του πατέρα μου και ξάδελφος της μάνας μου, είχε φορτηγό και προσφέρθηκε να μας μεταφέρει στην Αθήνα.

  • Άγριος Λιδωρικιώτης…

     «Διῆλθεν ἤδη ὁ γαλακτοπώλης, ὁ ὑψηλὸς καὶ ἄγριος Λιδωρικιώτης, ὁ δι’ ἀπαισίου ὑποκώφου μυκηθμοῦ διαλαλῶν τὸ ἐμπόρευμά του. Παρῆλθεν ἡ ἀντιπολιτευομένη αὐτὸν συνοδεία αἰγῶν, ἥν ἀμέλγει παρ’ ἑκάστην θύραν, χάριν τῶν ἐπιθυμούντων νωπὸν γάλα παροίκων, ὁ ὁδηγός της, κροταλίζουσα τοὺς κωδωνίσκους της καὶ βληχωμένη. Παρῆλθον δύο ἤ τρεῖς πωληταὶ βελονῶν καὶ καρφίδων καὶ δακτυληθρῶν καὶ νημάτων. Ἠκούσθη τοῦ ἀρτοποιοῦ ἡ χονδρὴ φωνὴ καὶ ἡ μελιτώδης φλυαρία τῆς γραίας, τῆς πωλούσης βότανα καὶ φύκη. Καὶ ἀκολουθοῦντες αὐτοὺς διέρχονται κατόπιν ἰχθυοπῶλαι, πραγματευταί, λαχανοπῶλαι, ὀπωροπῶλαι, ὀψοπῶλαι, ὅλα τῶν ἐμπορευμένων τὰ γένη καὶ τὰ εἴδη, κύπτοντες τὸν αὐχένα ἀπὸ τὸ βάρος τῶν προμηθειῶν των ἤ ἐπιφορτίζοντες δι’ αὐτῶν τὴν ράχιν ψωραλέου ὀναρίου

    Απόσπασμα από τα Αθηναιογραφήματα του Μ Μητσάκη* γραμμένα στην αρχή του περασμένου αιώνα.

    * Ο Μιχαήλ Μητσάκης είναι ισότιμο μέλος της  τριανδρίας Παπαδιαμάντης-Βιζυηνός-Μητσάκης. Αλλά είναι ο πλέον άγνωστος από τους τρεις.

Συνολικές προβολές σελίδας
258.461