Κόκκινος-Λούτσοβος Δωρίδας Ν. Φωκίδας

Λούτσοβος, παλιά ονομασία του χωριού ΚΟΚΚΙΝΟΣ, που βρίσκεται σε προνομιακή θέση, έχοντας την λίμνη ΜΟΡΝΟΥ πραγματικά στα πόδια του. Ουσιαστικά τα πόδια του χωριού η εύφορος κοιλάδα του Μόρνου, σκεπάστηκε από τα νερά της τεχνητής λίμνης και ανάγκασε τους κατοίκους να φύγουν και να εγκατασταθούν σε άλλα μέρη κυρίως στην ΑΘΗΝΑ.

Month: August 2020

  •  

  • Το τελευταίο πανηγύρι ή Απολείπειν ο θεός Αντώνιον..

     Η Αγία Μονή, μια παμπάλαια εκκλησία, αλειτούργητη εδώ και σαράντα πέντε χρόνια, στο βυθό της τεχνητής λίμνης του Μόρνου στον κάμπο του χωριού Κόκκινος (Λούτσοβος), δίπλα στις όχθες του ποταμού ακριβώς απέναντι από το Αβορόρεμα. Γιόρταζε κάθε χρόνο στις είκοσι τρεις Αυγούστου.-

    Απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο: “θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις “.

     Προσκύνημα στην Αγία Μονή.

     

    Η Αγία Μονή είναι ακριβώς μπροστά μας  σε απόσταση εξακοσίων περίπου  μέτρων. Δεν φαίνεται από το πτηνοτροφείο του Μήτσου γιατί κρύβεται πίσω από την απόληξη ενός μικρού πυκνόφυτου γεώλοφου που ξεκινά λίγο ψηλότερα, στα βορειοανατολικά, παράλληλα σχεδόν με τον αμαξιτό δρόμο Λιδωρικίου – Ναυπάκτου.

    Αυτός ο λόφος φέρει το όνομα Λίθος γιατί, ενώ όλη η έκτασή του είναι χωμάτινη, στο κέντρο του και λίγο πιο ψηλά υπάρχει ένας μεγάλος βράχος που φαίνεται από όλη σχεδόν την κοιλάδα. Άγνωστο ποιος φύτεψε αυτό το λιθάρι.  Είναι από τα περίεργα της φύσης που οι άνθρωποι αδυνατούν να εξηγήσουν και προσφεύγουν στους μύθους. Μπορεί να είναι κάποιο απομεινάρι της μεγάλης Τιτανομαχίας, της μάχης δηλαδή, όπως λέει η ελληνική μυθολογία, μεταξύ των Τιτάνων και των Ολύμπιων θεών, ποιος να ξέρει; Ίσως να είναι κάποια λοξοδρομημένη πέτρινη ρουκέτα που οι Τιτάνες έστειλαν ενάντια στον Δία… Συμβαίνει και στις μέρες μας με τα πυραυλοκίνητα βλήματα…

     

    Κοντά στον λίθο υπήρχε ένα μεγαλούτσικο ξέφωτο όπου ο Χαράλαμπος είχε λιγοστά χωράφια και μια καλύβα με ένα στάβλο-μαντρί για τις ανάγκες ενός μικρού κοπαδιού αιγοπροβάτων.  Ο Χαράλαμπος είχε καταγωγή από το απέναντι χωριό, τον Άβορο και ήταν σώγαμπρος εδώ. Πολυφαμελίτης και πολύ καλός άνθρωπος, με μια υπέροχη οικογένεια, λογιζόταν, παρόλο που ήταν στις παρυφές του κάμπου, μέλος της μικρής κοινότητας της κοιλάδας. 

    Με τον παππού μου είχαν άριστες σχέσεις και πολλές φορές τα έλεγαν όταν συναντιόντουσαν με τα κοπάδια τους. Σε κάποιες συζητήσεις ήμουν παρών και τις θυμάμαι με νοσταλγία. Και τι δεν κουβέντιαζαν! ιστορίες του πολέμου, ιστορίες της Αμερικής, ιστορίες από την κατοχή, για την ζωή ανθρώπων που δεν ζούσαν αλλά είχαν αφήσει έντονο το αποτύπωμα τους. 

    Άκουγα και δεν χόρταινε τις ωραίες αφηγήσεις και η φαντασία με ταξίδευε σε χρόνους αλλοτινούς και σε μέρη μακρινά…

    «Φτάσαμε», ακούγεται η φωνή του Ματσόλα,  που διέκοψε τη αναπόλησή μου στου Χαράλαμπου τα χρόνια και τα μέρη.

    Μπροστά μας και δεξιά, στο πλάτωμα ενός μικρού λόφου, ξεχωρίζει η σκεπή της εκκλησίας και παραδίπλα,  πίσω από δυο τρεις βελανιδιές κάποιοι ρημαγμένοι τοίχοι.

     

    Βγαίνουμε από τον δρόμο και παίρνουμε το ανηφορικό μονοπάτι.  Σε πέντε λεπτά φτάνουμε στο πλάτωμα και το πρώτο που αντικρίζουμε είναι κάποιες παλιές κολόνες και δυο μισογκρεμισμένους τοίχους. 

    Στο βάθος, προς τα βόρεια, είναι χτισμένη μια μικρή εκκλησία. Σε όλο το χώρο βρίσκονται διάσπαρτες παλιές πελεκημένες πέτρες και σπασμένες μαρμάρινες και λίθινες κολόνες. Ανοίξαμε την πόρτα της εκκλησίας. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο και λίγο χαμηλότερα, σχεδόν ένα σκαλί, από την βάση της πόρτας. Οι τοίχοι με πέτρες και άλλα υλικά, κυρίως κεραμικά, προερχόμενα μάλλον από παλιότερα οικοδομήματα, χαμηλοτάβανη και με ένα λιτό τέμπλο με λίγες παμπάλαιες εικόνες. Παρά  την έλλειψη πλούσιου διακόσμου και φανταχτερών εκκλησιαστικών κειμηλίων, ο χώρος εκπέμπει μια γαλήνη που ηρεμεί την ψυχή των προσκυνητών. Αυτή την ηρεμία και την γαλήνη την αισθάνεσαι και στον εξωτερικό περίβολο.

     

    Προσκυνήσαμε τις παμπάλαιες εικόνες και θελήσαμε να ανάψουμε ένα κερί και τα δυο καντήλια που κρέμονταν  αριστερά και δεξιά του τέμπλου, αλλά δυστυχώς δεν είχαμε φωτιά, το κουτί με τα σπίρτα ήταν άδειο. Αφήσαμε οφειλόμενα από το τελευταίο προσκύνημα, το κεράκι ακόμη το χρωστάμε στην Παναγιά μας, την προστάτιδα της Κοιλάδας. Τα νερά της λίμνης δεν επιτρέπουν τη διαγραφή της οφειλής.

     

    Βγήκαμε έξω και καθίσαμε στις αρχαίες πέτρες, κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά. Από εδώ βλέπαμε όλη σχεδόν την κοιλάδα. Αγναντεύαμε την κοίτη του ποταμιού, που αυτή την εποχή είχε λιγοστό νερό, από το Στενό και το Κάστρο του Βελούχοβου στα ψηλά μέχρι την συμβολή του με το Αβορόρεμα.

     

    «Ελάτε εδώ», μας φωνάζει ο Κώστας, «αυτή η μαρμάρινη πλάκα έχει κάποια επιγραφή στα λατινικά».

    Πήγαμε κοντά και είδαμε πράγματι την λατινική επιγραφή.

    «Να, και αυτή εδώ η κολόνα έχει λατινικά», ακούμε τον Νίκο, που έψαχνε μέσα σε κάποια ερείπια που έμοιαζαν με ιερό εκκλησίας.

    «Τόσα χρόνια ερχόμασταν εδώ στο πανηγύρι, στις 23 Αυγούστου, και ποτέ δεν είχαμε προσέξει τις λατινικές επιγραφές», μας λέει ο Ματσόλα.

    Στο πανηγύρι μόνο επιγραφές δεν κοιτάζαμε, είχε τόσα αλλά ενδιαφέροντα…

    «Εγώ θυμάμαι κάποιον, πριν πέντε έξι χρόνια, που ήρθε στο Χάνι και μας είπε πως είναι αρχαιολόγος ή κάτι τέτοιο και ζήτησε να του ετοιμάσουμε κάτι για φαγητό. Πιάσανε την κουβέντα με τον πατέρα μου και έλεγε πως καταγράφει παλιά μοναστήρια και  έτσι είχε έρθει κι εδώ στην Αγία Μονή. Επίσης, είπε πως όταν η περιοχή είχε κατακτηθεί από τους Ενετούς ή τους Φράγκους, εδώ λειτουργούσε καθολικό μοναστήρι.»

     

    «Έτσι εξηγείται, Κώστα, γιατί υπάρχουν οι λατινικές επιγραφές», του απαντώ. «Όμως βλέπεις αυτές τις κολόνες; Δεν μοιάζουν με κολόνες δωρικού ρυθμού; Κοίταξε πόσο λιτό είναι το κιονόκρανο. Ο δωρικός ρυθμός διακρίνεται για την αυστηρή γραμμή και την έλλειψη περίτεχνων διακοσμήσεων, αυτά δεν μάθαμε στο Γυμνάσιο;»

    «Πράγματι, μοιάζουν», συμφώνησαν και οι υπόλοιποι.

    «Ποιος να ξέρει; μπορεί να προϋπήρχε και αρχαίος ναός…»

    «Γεια σας, ρε παιδιά, τι κάνατε εδώ;» Ήταν ο Θεμιστοκλής, που όλοι τον ξέραμε ως Μούστο. Ο Μούστος ήταν ο ακρίτας της κοιλάδας.  Διέθετε ένα μεγάλο κοπάδι αιγοπροβάτων και είχε την βάση του στο τέλος της κοιλάδας, στη θέση Μαυρονέρι, εκεί που θα ανυψωνόταν το φράγμα για να γίνει η λίμνη.

    «Φεύγουμε μεθαύριο για την Αθήνα και ήρθαμε να προσκυνήσουμε για τελευταία φορά», του απαντώ.

    «Ναι, το ξέρω. Ακόμα δεν ξεκίνησαν τα έργα και άρχισαν οι αποχωρήσεις. Κι εγώ πρέπει να φύγω. Χθες έφτασαν κάποια μηχανήματα στο Μαυρονέρι , πολύ κοντά στην ταράτσα που έχω το μαντρί. Ήταν μεσημέρι και είχα ξαπλώσει στη μεγάλη αριά όταν με ξύπνησαν κάτι περίεργοι θόρυβοι και τα γαυγίσματα των σκυλιών. Ήταν δυο μεγάλοι γερανοί και μια μπουλντόζα. Σταμάτησαν κοντά στην γέφυρα, εκεί που είναι η πηγή.  Φαίνεται σ’ αυτό το μέρος θα φτιαχτεί το φράγμα».

    «Να δω που θα πάω με τα ζωντανά μέχρι να τα πουλήσω. Τελείωσε το Μαυρονέρι για μένα…»

     

    Το κοπάδι του μπάρμπα Μούστου κατηφόρισε προς την πλευρά του ποταμιού με τα σκυλιά να γαβγίζουν σε κάποια ξεκομμένα ζωντανά, για να πάνε μαζί με τα άλλα.

    «Άντε, παιδιά, να σας χαιρετίσω και να πείτε στην Ευθυμία να μην μας ξεχάσει τώρα που θα γίνει πρωτευουσιάνα». Η Ευθυμία, η μητέρα μου, ήταν πρώτη ξαδέλφη του Θεμιστοκλή.

    «Παιδιά, εγώ πείνασα και θέλω και μια ώρα μέχρι να φτάσω στο Χάνι, δεν είναι καιρός να γυρίσουμε;»

    Αμέσως συμφώνησαν και οι υπόλοιποι. Εγώ ήθελα να μείνω λίγο ακόμη και δεν τους ακολούθησα. Παρέμεινα μόνος, καθισμένος σε μια πεσμένη κολόνα στο άκρο του πλατώματος, απολαμβάνοντας την όμορφη θέα.

     

    Έβλεπα κάποιες εικόνες, που θαρρείς αντίκριζα για πρώτη φορά.  Μπορεί να ήταν και η σκέψη μου που μου έλεγε: τελευταία σου ευκαιρία, παρατήρησε καλύτερα και κατάγραψε τα πάντα, αύριο δεν θα υπάρχουν…  Παλιότερα δεν υπήρχε τέτοια απειλή, τα μάτια έβλεπαν αλλά το μυαλό δεν κατέγραφε, το ανέβαλλε για αργότερα, «και αύριο εδώ θα είναι, έχουμε καιρό να εμβαθύνουμε και να αποτυπώσουμε…» Τώρα όμως άλλαξαν τα πράγματα, δεν υπάρχει αύριο…

     

    Έβλεπα με έκπληξη την ομορφιά του μικρού κάμπου ακριβώς απέναντί μου, στολισμένου με αναβαθμίδες και περιτριγυρισμένου με μια πλούσια συστάδα πλάτανων στην συμβολή του Αβορορέματος με τον Μόρνο.

     

    «Α, να και το άλλο, τι ομορφιά εκπέμπει! Πώς δεν το είχα προσέξει τόσο καιρό;» μονολογούσα. Αυτός ο μικρός ο γήλοφος σε σχήμα αβγού ακριβώς κάτω από το Σεβεδίκο, και το μεγάλο ρέμα που έρχεται από ψηλά από τον Πύρνο να τρέχει περιμετρικά, να το κυκλώνει στην βάση του και να φεύγει μετά προς το ποτάμι, δίνοντας την αίσθηση ενός μικρονησιού…

    Πρέπει να είχε περάσει κανένα μισάωρο, που στεκόμουν σαν εκστασιασμένος, εκεί στην αρχαία κολόνα, και κατέγραφα εικόνες οικείες αλλά και εικόνες πρωτοφανέρωτες, όταν ο θόρυβος του λεωφορείου του ΚΤΕΛ με επανέφερε στην πραγματικότητα.

     

    Σε αυτό το μισάωρο μου φάνηκε πως άκουσα την απόλυση της Λειτουργίας και το δι΄ευχών από τον παπά Δημήτρη και αμέσως μετά ένα ανθρώπινο βουητό από ευχές για την μεγάλη γιορτή της Παναγίας. Άκουσα καθαρά το να ήταν τα νιάτα δυο φορές, τραγούδι πρόκριμα για να ξεκινήσει ο χορός από τους μεγαλύτερους και, τελευταίο, ο ήλιος βασιλεύει και η μέρα σώνεται, με τον γλυκύτατο ήχο του κλαρίνου και του νταουλιού τον ξεσηκωτικό ρυθμό. Κατόπιν απόλυτη σιγή κι έπειτα  μια εξαίσια μουσική συνοδευόμενη από ανθρώπινη οχλοβοή με θύμισες από θίασο δαιμονικής συνέργιας που οι κάτοικοι του κάμπου πίστευαν, παραδόξως δεν μου προκάλεσε φόβο αλλά ήρθε στο νου μου το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον, το καλύτερο για μένα ποίημα του Καβάφη:

    Σαν έξαφνα, ακουσθεί

    αόρατος θίασος να περνά

    με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -….

    μη ανωφέλετα θρηνήσεις.

    Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

    αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια πού φεύγει.

     

    Ναι, και εφάνη έξαφνα ο αόρατος για μας θίασος να περνά και συνάμα ακούστηκαν οι αποκρουστικοί θόρυβοι από τις μπουλντόζες, τους γερανούς και τα γυποειδή φορτηγά. Ναι, αποχαιρετούμε την κοιλάδα των ανέμελων χρόνων και της απέραντης ελευθερίας και φεύγουμε, χωρίς όμως να την ξεχνούμε.

    Θαμμένη θα είναι πάντα στο μυαλό μας και στα όνειρα μας θα ξαναζωντανεύει συχνά, πυκνά στου ύπνου μας την σχόλη…

     

    Κωνσταντίνος Γ. Μπερτσιάς

    Πόνημα δημιουργικής γραφής

    Αύγουστος 2020

  • Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος

    Χρόνια πολλά πατριώτες , καλή Παναγιά!
    Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος σήμερα και έρχονται στην θύμιση μας γλυκές αναμνήσεις από το πανηγύρι μας. 
    Σήμερα γιορτάζει το μικρό ξωκλήσι, που είναι κτισμένο στην πανέμορφη θέση Καστανιές με θέα τα Βαρδούσια και  σε έναν από τους μαγευτικούς κολπίσκους της λίμνης. Η σημερινή εκκλησία είναι η ‘’συνέχεια’’ της θαμμένης πλέον μαζί με τις  βιωματικές αναμνήσεις μας στα  βαθειά νερά της λίμνης . Ήταν κτισμένη δίπλα στην όχθη του Κόκκινου, ακριβώς απέναντι από τα Χάνια του Καραπιστόλη , στο βυθό της λίμνης και αυτά .
    Όλοι, μικροί μεγάλοι, περιμέναμε την μέρα αυτή με ιδιαίτερη προσμονή. Από  νωρίς το πρωί παρέες, παρέες μαζευόμασταν και πιάναμε τις θέσεις μας γύρω από την εκκλησία . 
    Η κάθε οικογένεια ή μάλλον το κάθε σόι είχε “αγκαζάρει ” από πάππου  προς πάππου την θέση του . Μάλιστα  κάποιοι μερακλήδες για να ενισχύσουν  τον ίσκιο των μεγάλων πλατάνων που αφθονούσαν στην περιοχή ,  έκαναν και τα περίτεχνα τσαρδάκια σκεπασμένα  με δεματσούλες. 
    Η φήμη του πανηγυριού ξεπερνούσε τα όρια της κοινότητας μας και είχαμε πολλούς  προσκυνητές από την διπλανή κοινότητα την Γρανίτσα ( Διακόπι) και μπορώ να πω, πως και λόγω της στενής γειτνίασης οι γρανιτσιώτες το θεωρούσαν και σαν δικό τους πανηγύρι . 
    Πολλοί προσκυνητές ερχόντουσαν από το Βελούχι, την Αγλαβίστα, την Πενταγιού, το Κλήμα, το Σεβεδίκο, τον Αβορο,  από τα διπλανά  Χανιά και από τα Χάνια του Στενού . Δεν απουσίαζαν και οι προσκυνητές από την πρωτεύουσα της επαρχίας μας, το Λιδωρίκι . 
    Οι νοικοκυρές είχαν ετοιμάσει και είχαν φέρει μαζί  τους τα λιτά αλλά πεντανόστιμα φαγητά τους και οπωσδήποτε τις περίφημες κολοκυθόπιτες  και τηγανησμένα ψάρια από τον ποτάμι μας τον Μόρνο .
    Μια μικρή παρένθεση για να αναφερθώ στην παράδοση που είχε το χωριό μας  στο ψάρεμα και στο κυνήγι (για το κυνήγι θα γράψουμε άλλη φορά και να μην ξεχνάμε και το προσωνύμιο, κουναβολόγοι, που οι καλοί γείτονες μας, (από ζήλεια μάλλον ;), μας είχαν  προσάψει .
    Είχαμε το προνόμιο ο κάμπος μας να ακουμπά στις όχθες του μεγάλου ποταμιού, του Μόρνου και του παραπόταμου, του Κόκκινου .  
    Ο Κόκκινος στέρευε τους καλοκαιρινούς μήνες, συνήθως από τα μέσα Ιουλίου και από την μεγάλη τσιμεντένια γεφυρα και προς τα κάτω δεν είχε νερό.  Όσο προχωρούσε το καλοκαίρι  η κοίτη του έμενε στεγνή μέχρι την θέση Καρνασέικα, στο ύψος του γρανιτσορέματος και του δαφνορέματος . 
    Πάντως στο πανηγυρι το νερό ίσα που’φθανε μέχρισ τα Χάνια,ανάλογα βέβαια και την ξηρασία του συγκεκριμένου χρόνου.
    Τα νερά των δυο αυτών ποταμιών και κυρίως του Μόρνου πότιζαν , μέσω  των πολύ καλά σχεδιασμένων  αυλακιών, μήκους πολλών χιλιομέτρων , τον εύφορο κάμπο .
    Στα νερά ζούσαν μεγάλοι πληθυσμοί ψαριών, δρομίτσες , χαμοσύρτες , χέλια , και πέστροφες. Αρκετοί από τους χωριανούς μας ασχολιόντουσαν με ιδιαίτερο πάθος με το ψάρεμα .
    Ο πιο συνηθισμένος τρόπος  ψαρέματος ήταν με την χρήση της καλαμωτής .  
    Με πέτρες χτιζόταν το καλομοστάσι που ουσιαστικά έσπρωχνε τα νερά και τα ψάρια σε ένα στενό αύλακα, που στο τέλος του είχε τοποθετηθεί η καλαμωτή. Η καλαμωτή ήταν φτιαγμένη με καλάμια είχε μήκος δυο μέτρα περίπου , το ένα  άκρο είχε πλάτος περίπου ένα  μέτρο, και τοποθετείτο στο τέλος του καλαμοστασίου , το άλλο δε άκρο έκλεινε σε μορφή στομίου με πλεγμένα καλάμια. 
    Όλη αυτή η κατασκευή δηλαδή το καλομοστάσι μαζί με τη καλαμωτή προσέδιδε μεγάλο ρεύμα στη ροή του νερού και  ήταν αδύνατο για τα ψάρια που θα ακολούθησαν την ροή να κολυμπήσουν αντίθετα και ουσιαστικά εγκλωβίζονταν στην καλαμωτή .
    Κάποιοι χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της καλαμωτής κοτόσυρμα .

    Την νύχτα της προπαραμονής του πανηγυριού όλα σχεδόν τα  παιδιά ήταν στο ποτάμι για να ψαρέψουν. Αλλοι είχαν τις καλαμωτές και άλλοι  έκαναν πυροφάνι είτε με λουξ (προνομιούχοι) είτε με κομμάτια καουτσούκ από παλιά λάστιχα αυτοκινήτων . Σε κάποιες περιπτώσεις καρφώναμε και κανένα δάχτυλο αντί για ψάρι….
    Ας γυρίσουμε στο πανηγύρι , αμέσως μετά την λειτουργία στρώναμε τραπέζι και ακολουθούσε γλέντι με ζωντανή μουσική από οργονοπαίχτες της γύρω περιοχής οπως οι Καρμαίοι από το Σεβεδίκο , Φαλιαμπάλιας , Πανάγος κτλ.
    Βέβαια και οι δυο μαγαζάτορες του χωριού μας,  (Καραμπέτσος και Καραγιάννης), για τις ανάγκες της ημέρας μετέφεραν τα μαγαζιά τους στο προαύλιο χώρο της εκκλησίας , και παρόλη την νηστεία , το κοκορέτσι και η ψητή προβατίνα έδιναν και έπαιρναν ….
    Για τα παιδιά ήταν ακόμη μεγαλύτερη  η χαρά τους γιατί από το πάγκο που κάποιος μικροπωλητής έστηνε ( Γιαλαμάς ,Καλμαντής,κτλ) μπορούσαν (;) να αγοράσουν διάφορα μπιχλιμπίδια από σουγιάδες μέχρι σφυρίχτρες .
    Επίσης και οι φωτογράφοι ήσαν παρόντες για τα οικογενειακά και όχι μόνο ενσταντανέ . Ο Γιαλαμάς από το Λιδωρίκι και ο Πανουργιάς ( Κολοκυθάς ) ο Νίκος που είχε καταγωγή από το χωριό μας .
    Το γλέντι βαστούσε μέχρι αργά το απόγευμα και ουσιστικά μέχρι  την ώρα  του σκάρου μια και οι περισσότεροι πανηγυριτζήδες είχαν και τα πράματα τους και έδιναν ραντεβού για το άλλο πανηγυρι του χωριού στις 23 Αυγούστου της Αΐμονής..
    Οι φωτογραφίες που σκολουθουν είναι τραβηγμένες στο χώρο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος κατα πάσα πιθανότητα απο τους προαναφερόμενους φωτογράφους .

  • Ανέκδοτες ιστορίες της Αρτοτίνας Πηγή: http://orinidorida.blogspot.com γράφει ο …

    Ανέκδοτες ιστορίες της Αρτοτίνας

       Πηγή:  http://orinidorida.blogspot.com
    γράφει ο Νικ. Μαυραγάνης

    – Τα παλιότερα χρόνια η καρδιά της Αρτοτίνας χτυπούσε στο Σαφακέϊκο αρχοντικό. Ο Γιάννης, γιος του οπλαρχηγού Σαφάκα, μετά τη στρατιωτική και πολιτική του σταδιοδρομία, υπήρξε ο μοναδικός και αδιαφιλονίκητος άρχοντας της Αρτοτίνας και η κρίση του και η γνώμη του είχαν μεγάλη πέραση. Στο φιλόξενο αρχοντικό του η πόρτα ήταν πάντα ανοιχτή για όλους. Οι πιο γνωστικοί περνούσαν να τον χαιρετίσουν και να κουβεντιάσουν θέματα γενικού ενδιαφέροντος και να σχολιάσουν την πολιτική επικαιρότητα, ενώ ο ίδιος ήταν αντιοθωνικός. Άλλοι περνούσαν για καφέ και να τον συμβουλευτούν για προσωπικά ή οικογενειακά τους θέματα. Άλλοι ήταν υποχρεωμένοι να περάσουν γιατί τους είχε στη δούλεψή του και ανάμεσα σ’ όλο αυτό το …. μελισσολόι δεν έλειψαν και εκείνοι που χαζοερωτούσαν: «Τι καιρό θα κάνει αύριο καπετάνιε;».

    Γι’ αυτούς τους τελευταίους, ένας παλιός Αρτοτινός, όταν το καλούσε η κουβέντα, έλεγε:
    «Τους χαζούς με τη κοσιά να τους… κόβεις δε σώνονται».
    – Ο Σανιδογιώργος ήταν άνθρωπος με χιούμορ, και εραστής του ποτηριού, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα γινότανε «δαυλί». Ένα Σαββατόβραδο βγαίνοντας απ’ την ταβέρνα τρικλύζοντας και γράφοντας οχτάρια κουτούλησε στον τοίχο και μόλις κάπως ισορρόπησε έβγαλε από μέσα του το άχτι, λέγοντας «Εγώ σε πίνω για καλό και συ με πας στον τοίχο».
    Μια άλλη φορά ο γιος του, μαθητής τότε δημοτικού, είχε διαπράξει απανωτές αταξίες και θέλοντας να τον νουθετήσει, άρχισε: «Υιέ μου, Υιέ μου γιατί με πικραίνεις; και συνεχίζει…». Όταν τελείωσαν οι νουθεσίες ο Κώστας απαντάει: «Πατέρα, πάλι τον καύκον ήπιες πάλι τον νουν απώλεσες;». Αυτή την αρχαιοπρεπή φράση την άκουσε στην ιστορία, για κάποιο Βυζαντινό Αυτοκράτορα, που ήταν και εκείνος τρελός εραστής του ποτηριού και έβαλε τα δυνατά του να την απομνημονεύσει για να τη σερβίρει ατόφια στον πατέρα του.
    – Το δικαστήριο της Κουτσοκέρας…
    Μόλις τελείωσε ο εμφύλιος (1950), η ζωή επανήλθε στην Αρτοτίνα, τα νοικοκυριά ανασυγκροτούνται και τα χωράφια καλλιεργούνται. Στις ράχες και στα πλάγια ακούγονται ξανά τα γλυκόλαλα κουδούνια των κουπαδιών και στις ρεματιές, αντιβουίζει λυπητερά το μοιρολόι της χαροκαμένης μάνας, που θρηνεί το αδικοχαμένο παιδί της στον επάρατο εμφύλιο.
    Αυτόν τον καιρό στον Λάκο έχουν κουνάκι, στρούγκα και τυροκομούν μια σφιχτοδεμένη παρέα κτηνοτρόφων από τους: Θ. Κούπα, Ν. Φούσκα, Α. Σούτα, Κ. Γύφτο, και Κ. Π’λή. Μια ώρα πιο κάτω, στη Μπάδη, βρισκόταν το γιδομάντρι του Β. Σκουρομύτη.
    Τις προβατίνες τις είχαν μπουχτίσει οι Βαρδουσιώτες και ορέχτηκαν να φάνε γίδα. Οι παλιοσυνήθειες, βλέπετε, δεν κόβονται με το… μαχαίρι. Ο Π’λής, που ήταν γρήγορος, σα να είχε φτερά στα πόδια, (εξ ου και το παρατσούκλι), μια φεγγαρόλουστη βραδιά τ’ Αυγούστου παραμονές τ’ Αϊ Γιαννιού πετάχτηκε στη Μπάδη και φέρνει για τη σούβλα μια γίδα Κουτσοκέρα.
    Ανήμερα τ’ Αϊ Γιαννιού που το χωριό πανηγυρίζει και στις στάνες δεν βρίσκεται ψυχή, ο Σκουρομύτης κατέφυγε στην Αστυνομία και έκανε καταγγελία. Δυο χωροφύλακες, ο Χρύσανθος γνωστός της παρέας και ο άλλος Κρητικός, ασθμαίνοντες και κοπιώντες έφτασαν στο Λάκο και εντόπισαν από κοινού την ψησταριά και βρήκαν ένα κέρατο. Έπειτα σκόρπισαν για να βρουν κι άλλα… Στη σχισματιά της μεγάλης κοτρώνας, που βρίσκεται κοντά στο κονάκι, ο Χρύσανθος βρήκε στουπωμένο ένα γιδοτόμαρο. Το έβγαλε από εκεί και πήγε και το έκρυψε καλύτερα!
    Ο Κρητικός βρήκε και αυτός κάτι γιδίσιες τρίχες πάνω στην ίδια την κοτρώνα και με τα δύο ευρήματα στο χέρι (κέρατο, τρίχες), γύρισαν στην Αστυνομία και έτσι έδεσε η μήνυση.
    Η δίκη έγινε στην Άμφισσα τον επόμενο χρόνο με δικηγόρο υπεράσπισης το Γούναρη και κατηγορίας τον Κοκκινόπουλο. Δασκαλεμένοι οι κατηγορούμενοι από το δικηγόρο τους, ότι ο Εισαγγελέας της έδρας πενθεί ακόμα το χαμό του αδερφού του απ’ τους ΚΟΥΚΟΥΕΔΕΣ, ξεσπάθωσαν:
    ΕΡΩΤΗΣΗ: Έχετε προηγούμενα με τον μηνυτή;
    ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ναι, είναι ΚΟΥΚΟΥΕΣ (Κ.Κ.Ε.) και μας χωρίζει αίμα. Το 1947 που το λόγο
    είχαν τα μαχαίρια οι αντάρτες εκτέλεσαν αναίτια τέσσερις δικούς μας. 
    Είναι αλήθεια ότι τα μετεμφυλιακά χρόνια διαμορφώθηκαν συνειδήσεις και παγιώθηκαν πιστεύω, όπως συνέφερε τον νικητή. Όποιος δεν ήταν εθνικόφρων με τη «βούλα» δεν προστατευόταν δεόντως απ’ το Κράτος.
    ΕΡΩΤΗΣΗ: Για την ψησταριά τι έχετε να πείτε;
    ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κάθε εβδομάδα ψήνομε δικά μας.
    ΕΡΩΤΗΣΗ: Το κέρατο πώς βρέθηκε κοντά σας;
    ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Τα κέρατα δεν τα μαζεύουμε για τα κεφάλια μας, αλλά για να καλιγώνουμε τις μαγκούρες μας. Νάτες μερικές είναι στημένες πίσω στη γωνία.
    ΕΡΩΤΗΣΗ: Οι γιδότριχες τι χαλεύαν στην κοτρώνα;
    ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο καθένας από εμάς έχει δύο – τρεις γίδες στο κοπάδι να τρώνε γάλα τα παιδιά του, και αυτές έχουν το ιδίωμα να σκαρφαλώνουν για να κοιμηθούν πάνω στις πιο μεγάλες πέτρες, επόμενο είναι να αφήσουν κάποιες τρίχες.
    Η διαδικασία της δίκης τελείωσε, η απόφαση βγήκε, η αλήθεια γύρισε ανάποδα και οι πρώην κατηγορούμενοι επέστρεψαν στο χωριό νικητές και τροπαιούχοι.
    Εκείνη τη χρονική περίοδο, που οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν ταραγμένες, λόγω του εμφυλίου, οι επικεφαλής του χωριού, Πρόεδρος και Αστυνόμος, ήταν μετριόφρονες άνθρωποι, συναινετικοί και καλοσυνάτοι.
    Με σύνεση και σχέδιο κατόρθωσαν να φέρουν στο ίδιο τραπέζι τους πρώην διαδίκους και όλοι μαζί ρεφενίζοντας μεζέ και με κρασί καταμπελίσιο ξενύχτησαν και τους πήρε η χαραυγή.
    Έκτοτε η ζωοκλοπή σπανίζει στην Ελλάδα.
    Τη σκυτάλη την άφησε η κάπα και την πήρε η γραβάτα!
Συνολικές προβολές σελίδας
258.461