Month: May 2017
-
Ο θρυλικός Ταρζάν του Θύμιου του Καραγιάννη, ήταν το μόνο αυτοκίνητο που υπήρχε …
Ο θρυλικός Ταρζάν του Θύμιου του Καραγιάννη, ήταν το μόνο αυτοκίνητο που υπήρχε στο χωριό μας στην δεκαετία του 1960,Ήταν ΟΠΕΛ ΟΛΥΜΠΙΑ ΤΟΥ 1952 αγοράσμένο το 1960 απο τον Θύμιο και είχε άδεια αγροτικού βέβαια στην πράξη ,ήταν παντός καιρού και δια πιάσαν χρήση !!!από επιβατικό μέχρι ασθενοφόρο …Θυμάμαι σε κάποιο πανηγύρι της Αγίας Μονής είχα μετρήσει 19 επιβάτες κρεμασμένοι σαν τα σταφύλια μαζί και όλα τα συμπράγαλα ,τα απαραίτητα, για το υπαίθριο μαγαζί ….Φωτό από το προσωπικό αρχείο του Κ Καραγιάννη -
Γλέντι στον άγιο βασίλειο στον Κόκκινο
Γλέντι στον άγιο βασίλειο στον Κόκκινο -
Η δημογραφική ανάπτυξη των χωριών της Κεντρικής και Δυτικής Στερεάς στα μέσα του…
Η δημογραφική ανάπτυξη των χωριών της Κεντρικής και Δυτικής Στερεάς στα μέσα του ΙΘ’ αιώνα [1984]


Η δημογραφική ανάπτυξη των χωριών της Κεντρικής καιΔυτικής Στερεάς στα μέσα του ΙΘ’ αιώναΔημήτρη ΛιθοξόουΠρώτη δημοσίευση: περιοδικό Τετράδια Πολιτικού Διάλογου έρευναςκαι Κριτικής,τεύχος 8, Άνοιξη 1984. Δεύτερη ηλεκτρονική δημοσίευση: Μάιος 2010I. Η παρούσα εργασία αποτελεί σύντομη περίληψη μέρους μιας ευρύτερης έρευναςγια τη δημογραφική ανάπτυξη των χωριών της Στερεάς και της Πελοποννήσουστα μέσα του ΙΘ’ αιώνα. Η εξεταζόμενη εδώ περιοχή αποτελείται από τουςσημερινούς νομούς: Φωκίδας, Ευρυτανίας και Αιτωλοακαρνανίας. Πρόκειταιδηλαδή για την Κεντρική και Δυτική Στερεά Ελλάδα, την κυρίως Ρούμελη,ένα γεωγραφικό διαμέρισμα ορεινό με έξοδο στον Κορινθιακό και στο Ιόνιο,σύνορα προς Β. με την Τουρκία και έκταση 9,5 εκ. στρέμματα.Τα στατιστικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται σαν βάση για τους διάφορουςαπολογισμούς και συγκρίσεις είναι του έτους 1851, βρίσκονται στο έργοτου Ιάκωβου Ρ. Ραγκαβή «Τα Ελληνικά» (τόμος Α’, Αθήναι 1853) καιαναφέρονται στον αριθμό των οικιών και κατοίκων ανά χωριό ή κωμόπολη.
Η σύγκριση με την προεπαναστατική περίοδο έγινε δυνατή χάρη στους
καταλόγουςτου F. Pouqueville («Voyage de la Grece», τόμος 3 & 4 – Paris 1826) όπου
σημειώνεταιο αριθμός των οικογενειών κάθε χωριού, υπολογισμένη η οικογένεια
σταθερά επί πέντεάτομα. Η συσχέτιση των παλαιών και νέων ονομάτων των χωριών,
ιδιαίτερα δύσκολοπρόβλημα της ελλαδικής ιστορικής γεωγραφίας, πρόβλημα που
δημιούργησαν τααπανωτά «εξελληνιστικά» κύματα μετονομασιών και ιδιαίτερα το
προπολεμικό κύμαγια την «εκβολή όλων των ονομάτων» σλαβικής, αλβανικής, τούρκικης κ.α.,
προέλευσης,έγινε με βασικό βοήθημα την εξαίρετη δημοσίευση της Κεντρικής
Ένωσης Δήμων καιΚοινοτήτων «Στοιχεία συστάσεως και εξελίξεως των δήμων
και κοινοτήτων»(Αθήναι 1962). Δυσκολίες πολλές παρουσίασε ο εντοπισμός
των ερημωμένωνπλέον χωριών. Όσο ήταν δυνατόν το ζήτημα αντιμετωπίστηκε
με τους χάρτες:α) «CARTE DE LA GRECE», 1:200.000 – PARIS 1852
(Γεννάδειος Βιβλιοθήκη– GT 241-25), β) «DER MEERBUSEN VON KORINTH ODER LEPANTO AUFGENOMMEN V.
LIEUTENANTOWENSTANLEY 1834, ERGANZT D. CAPITAIN 4. L.
NANNSELL IM JAHRE 1865… 1:200.000».
Τα χωριά τοποθετήθηκαν σε υψομετρικές βαθμίδες των 400 μέτρων (1-400,400-800, 800-1200 και άνω) ανάλογα με το σημείο της εγκατάστασης τους.Το ακριβές υψόμετρο των χωριών βρέθηκε με βάση το «Λεξικό των δήμων,κοινοτήτων και οικισμών της Ελλάδος», (ΕΣΥΕ, Αθήναι 1974) και τον«ΑΤΛΑΝΤΑ των δήμων και κοινοτήτων» (τομ. Α & Β, ΕΣΥΕ – 1948).Ορισμένα από τα ερημωμένα στις μέρες μας (αλλά κατοικούμενα σταμέσα του περασμένου αιώνα) χωριά εντοπίσθηκαν υψομετρικά με τηνβοήθεια α) των χαρτών της ΕΣΥΕ κλίμακας 1:200.000 β) των χωροταξικώνχαρτών 1:200.000 εκδ. 1950 του Υπουργείου Οικισμού και Ανοικοδομήσεωςγ) των αγγλικών στρατιωτικών χαρτών 1:100.000 εκδ. 1944. Αίτηση προς τηΓεωγραφική Υπηρεσία Στρατού χορήγησης χαρτών 1:100.000 για τιςανάγκες της έρευνας απορρίφθηκε από το 2ο επιτελικό γραφείο/3 του ΓΕΣ.
Η έλλειψη χώρου δεν επέτρεψε τη δημοσίευση ενός παραρτήματος – πίνακα με όλα τα χωριά. Δημοσιεύεται ωστόσο ένας χάρτης της Φωκίδας που περιέχει τα χωριά τοποθετημένα στην ακριβή υψομετρική θέση τους γραμμένα με τις παλαιές και νέες ονομασίες τους και χαραγμένα τα μονοπάτια της εποχής εκείνης [εδώ, στη δεύτερη ηλεκτρονική έκδοση, δημοσιεύονται άλλοι τέσσερις χάρτες που είχα σχεδιάσει για αυτή την εργασία καιυπήρχαν στο αρχείο μου].
II. «Χωριό» θεωρήθηκε κάθε οικιστική συγκέντρωση, εκτός των λιμένων, τωνκωμοπόλεων, των λίγο κατοικούμενων θέσεων και των καλυβιών. Η πρώτηκατηγορία που περιλαμβάνει τα χωριά με υψόμετρο 1-400 μ. χαρακτηρίστηκεπεδινή-παράκτια η δεύτερη 400-800m. ημιορεινή και η τρίτη 800-1200m. καιάνω ορεινή ζώνη.
Συνολικά εντοπίσθηκαν επί χάρτου 393 χωριά. Από αυτά τα 109 ήταν πεδινά-παράκτια,τα 143 ημιορεινά και τα 141 ορεινά. Τα πεδινά-παράκτια χωριά συγκέντρωναν 57.852οικίες και 27.047 κατοίκους, τα ημιορεινά 6.621 οικίες και 35.192 κατοίκους, τα ορεινά 7.810 οικίες και 45.640 κατοίκους. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι το μέσο πεδινό-παράκτιο χωριό είχε 53 οικίες, 248 κατοίκους και 4,7 κατοίκους/οικία, το ημιορεινό46 οικίες, 246 κατοίκους και 5,3 κατοίκους/οικία, το δε ορεινό χωριό 55 οικίες, 324 κατοίκους και 5,8 κατοίκους/οικία. Φαίνεται δηλαδή πως το ορεινό χωριό είναι μεγαλύτεροσε αριθμό οικιών και κατοίκων από το ημιορεινό και το πεδινό καθώς επίσης ότιο αριθμός των κατοίκων ανά οικία (το μέγεθος της οικογένειας) αυξάνει μαζί με το υψόμετρο.
Για να γίνει η σύγκριση με τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας δημιουργήθηκεαπό τους πίνακες του Pouqueville ένα ικανοποιητικό δείγμα με εντοπισμέναυψομετρικώς χωριά από τις περιοχές Μαλανδρινό, Λιδωρίκι, Βενετικό, Γκράβαρα,Αγραφα, Βλαχοχώρια, Πολιτοχώρια, Σοβολάκου. Τα χωριά που επιλέχθηκανυπάρχουν και στον Ραγκαβή. Έτσι είναι δυνατή η σύγκριση. Συνολικά τα χωριάαυτά είναι 166. Μεταξύ 1-600m. βρίσκονται 30 χωριά με 4.345 κατοίκους στιςαρχές του αιώνα και 5.601 το 1851. Δηλαδή το μέσο χωριό είχε 145 κατοίκουςκαι 187 αντίστοιχα, σημείωσε δηλαδή μια αύξηση 29%. Άνω των 600 m.υπάρχουν 136 χωριά με 27.355 κατοίκους επί τουρκοκρατίας και 41757 σταμέσα του αιώνα. Εδώ το μέσο χωριό είχε 201 και 307 κατοίκους, η αύξησησυνεπώς ήταν 53%. Το συμπέρασμα από την παράθεση αυτών των στοιχείωνείναι ότι οι ορεινοί πληθυσμοί πολλαπλασιάζονται την πρώτη εικοσαετία τουΕλληνικού Βασιλείου, εντός του εξεταζόμενου γεωγραφικού διαμερίσματος,με ρυθμούς αρκετά μεγαλύτερους από τους κατοίκους των πεδινών και τωνπαράκτιων χωριών. Η σκέψη που θα μπορούσε να γίνει, ότι μετά τηνανεξαρτησία και τη δημιουργία κράτους θα άρχιζε ένα αντίστροφο ρεύμα απόαυτό της φυγής προς τα ορεινά των χρόνων της οθωμανικής κυριαρχίας, μίαεπιστροφή προς τους κάμπους και τις ακτές, όσο τουλάχιστον αφορά τηνΚεντρική και Δυτική Στερεά Ελλάδα, ανατρέπεται από τους αριθμούς.
Τι ερμηνείες μπορεί να προταθούν για αυτό το γεγονός; Πρώτα πρέπει ναειπωθεί πως τα πεδινά-παράκτια χωριά, όσα βρίσκονταν πάνω στα βασικάμονοπάτια – στα «τουρκοδρόμια»- είχαν τις μεγαλύτερες υλικές και έμψυχεςαπώλειες κατά την διάρκεια των πολύχρονων συγκρούσεων του πολέμου τηςανεξαρτησίας. Ακόμα οι μουσουλμάνοι κάτοικοι ήταν εγκαταστημένοι στα πεδινά.Έτσι ο πληθυσμός των ορεινών δεν επηρεάστηκε από την μετεπαναστατικήαποχώρηση τους [σημείωση 2010: το σωστό είναι όχι «αποχώρηση», αλλάσφαγή ή φυγή].Ένας άλλος λόγος είναι η «ασφάλεια» και η αναπαραγωγή του πατροπαράδοτουτρόπου ζωής που πρόσφεραν οι βουνοκορφές στους κατοίκους της. Η ζωή με τονκίνδυνο των αγριμιών και την υποφερτή ενόχληση των ληστοσυμμοριών ήτανμία συνήθεια αιώνων. Το βαυαρικό βασίλειο, η νέα κρατική εξουσία με τουςνόμους και τους χριστιανούς φοροεισπράκτορες της ήταν όμως περισσότεροαπειλητική για τους ορεσιβίους από ότι τα αγρίμια οι ληστές κι ακόμα οτούρκος δυνάστης. Όσο λοιπόν μεγάλωνε η απόσταση από τους «δρόμους»και τις σκάλες τόσο πιο ήσυχοι ήταν οι άνθρωποι του χωριού.
Επίσης πρέπει να υπογραμμιστεί η σημασία της μικρής ορεινής ιδιοκτησίας.Το σκαμμένο με κόπο στην πλαγιά του βουνού φτωχό μικροχώραφο, στάθηκεπόλος έλξης ισχυρότερος από την καλλιέργεια των «εθνικών γαιών»(των πρώην τούρκικων κτημάτων) που ήταν στα πεδινά ή τις αβέβαιεςεπαγγελματικές υποσχέσεις που πρόσφερε η μικρή αγορά της κωμόπολης.Όσον αφορά την ορεινή οικογένεια που είναι κατά ένα άτομο μεγαλύτερηαπό την πεδινή, εκτός από τους λόγους που προαναφέρθηκαν για την ανάπτυξητων ορεινών χωριών, είναι δυνατόν να υποθέσει κανείς ότι η πατριαρχική δομήείναι ισχυρότερη στα μεγάλα υψόμετρα. Οι αντίξοες συνθήκες, το σχεδόν εχθρικόφυσικό περιβάλλον, ο συνεχής αγώνας επιβίωσης που γίνεται σκληρότερος όσοανεβαίνεις προς τις βουνοκορφές, ευνοεί την δημιουργία πολυμελών οικογενειών.
ΣημείωσηΗ θεωρία που έχει διατυπώσει η Ελένη Αντωνιάδη-Μπιμπίκου (Βλ. το άρθροτης «Τα ερημωμένα χωριά στην Ελλάδα» στην έκδοση της «Μέλισσας»«Η οικονομική δομή των Βαλκανικών χωρών στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας»)για τη «νεότητα» του σύγχρονου οικισμένου αγροτικού χώρου ανατρέπεται από την επεξεργασία των στοιχείων αυτής της έρευνας. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα:Η Ε. Μπιμπίκου υποστηρίζει ότι από τα μέσα του 10 αιώνα μέχρι την απογραφή του1961 συνέχισαν να κατοικούνται στην Φωκίδα 15 χωριά και στην Κορινθία 38.Τα υπόλοιπα χωρία που υπήρχαν το 1851 ερημώθηκαν και κατόπιν δημιουργήθηκανσε άλλες τοποθεσίες νέα χωριά. Ωστόσο οι πραγματικοί αριθμοί είναι πολύ μακριάαπό τα νούμερα αυτά. Η συγκεκριμένη έρευνα που κάναμε, με ακριβή επί χάρτου καταμέτρηση, ανατρέπει ουσιαστικά την παρουσιαζόμενη εικόνα και τα παρεπόμενατης συμπεράσματα. Συγκεκριμένα στην Φωκίδα τα χωριά που κατοικούνταν,τόσο το 1851 όσο και το 1961, ήταν 90 ενώ στην Κορινθία ήταν 103. -
Published on May 8th, 2017 | by Kynoclub0Ο τελευταίος έλληνας κουδουνάς από τα Σ…
Published on May 8th, 2017 | by Kynoclub
0
Ο τελευταίος έλληνας κουδουνάς από τα Σάλωνα,το κούρδισμα και ο ήχος των κουδουνιών που τον μαγεύει!
«Ηθελα απλώς να βγάλω ένα χαρτζιλίκι, αλλά αυτή η δουλειά αποδείχτηκε έργο ζωής. Το κουδούνι δεν είναι μόνο ένα εργαλείο. Είναι ένας ξεχωριστός κώδικας επικοινωνίας. Διακρίνω τους ήχους του όπως τις ανθρώπινες φωνές. Για μένα είναι η ζωή μου. Γι΄ αυτό και λυπάμαι πολύ που αυτή η τέχνη σβήνει για πάντα».
O Χρήστος Παπαδήμας από την Αμφισσα είναι ο τελευταίος έλληνας κουδουνάς. Στα 34 χρόνια του σήμερα, βλέπει την τέχνη στην οποία μυήθηκε πριν από είκοσι χρόνια να χάνεται οριστικά. Η χειροποίητη κουδουνοποιία έχει παράδοση αιώνων στα Σάλωνα. Τα παλιά χρόνια υπήρχαν στην πόλη πολλά κουδουνάδικα με δεκάδες τεχνίτες.
«Εδώ και 13 χρόνια έχω μείνει ο μοναδικός κουδουνάς. Οι υπόλοιποι έχουν φύγει από τη ζωή ή έχουν πια βγει στη σύνταξη», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Παπαδήμας. Ηταν μαθητής γυμνασίου ακόμα όταν συνάντησε «τη μελωδία της ευτυχίας», όπως λέει, στον ήχο των κουδουνιών. «Δίπλα στο σπίτι μας δούλευε ένας μάστορας. Μια μέρα μου είπε: “Ελα να με βοηθάς και να κερδίζεις κι ένα χαρτζιλίκι”. Ετσι ξεκίνησα να δουλεύω τα καλοκαίρια και τον χειμώνα που άρχισε το σχολείο συνέχισα παράλληλα με τα μαθήματα». Ανοίγει το εργαστήριό του κάθε πρωί στις 6 και δουλεύει μέχρι αργά το μεσημέρι. Μοναδικός του εξοπλισμός είναι ένα καμίνι, τρία αμόνια κι ένα ηλεκτρικό ψαλίδι. «Μ΄ αυτά φτιάχνουμε δύο ειδών κουδούνια: τα στρογγυλά που τα βάζουμε στα αρνιά και τα πλακέ που τα λέμε τσοκάνια και μπαίνουν στα κατσίκια. Βγαίνουν σε 13 μεγέθη, 5 επί 10 το μικρότερο και 40 επί 30 το μεγαλύτερο».
Τα μυστικά του ήχου
Για να φτιαχτεί ένα κουδούνι χρειάζονται 3-4 ώρες. Η κατασκευή του δεν είναι εύκολη υπόθεση. «Παίρνουμε ένα φύλλο λαμαρίνας, το κόβουμε στις διαστάσεις που θέλουμε και το βάζουμε στο καμίνι. Αφού γίνει κατακόκκινο το χτυπάμε, το ξαναβάζουμε στη φωτιά, μετά το αφήνουμε να κρυώσει κι ύστερα πάλι μέσα στο καμίνι. Μέχρι να πάρει το τελικό του σχήμα μπαίνει στη φωτιά 10-12 φορές. Στο τέλος το περνάμε με χαλκοπότισμα, ένα ειδικό γυαλιστικό».Το μυστικό για να αποκτήσει το κουδούνι τον κατάλληλο ήχο είναι… οι σφαίρες. «Ρίχνουμε μέσα στο κουδούνι κάλυκες. Ετσι πιάνει πιο καλή φωνή. Θέλει, όμως, μεγάλη τέχνη. Οταν έρχεται ο βοσκός και μου λέει “θέλω 50 τσοκάνια να χτυπάνε με μία φωνή”, εγώ πρέπει να πετύχω τον ίδιο ήχο σε όλα». Πώς το καταφέρνει; «Χτυπάς, ξαναχτυπάς, το παλεύεις μέχρι να το πετύχεις. Δουλεύω είκοσι χρόνια κι ακόμη μαθαίνω».





