ΤΑΚΗΣ ΚΑΡΝΑΒΑΣ

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Ένας Καζαντζίδης στα λαϊκά κι ένας Καρναβάς στα δημοτικά αξίζανε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

Περιδιαβαίνοντας στα χωριά του Ξηρομέρου, ψάχνοντας για ιστορίες παλιές και θρύλους λησμονημένους, βρέθηκα μια φορά και στην Καντήλα.

Αποτελείται από δύο χωριά, την Άνω και την Κάτω Καντήλα, που βρίσκονται στις απολήξεις των Ακαρνανικών Ορέων, σε υψόμετρο εβδομήντα περίπου μέτρων, ανάμεσα σ’ έναν καταπράσινο ελαιώνα. Η ονομασία του οφείλεται στην προσομοίωση του χωριού με καντήλι, που φέγγει από μακριά και φαίνεται απ’ την θάλασσα. Την ίδια τοποθεσία καταλάμβανε η αρχαία Αλυζία, της οποίας η έκταση έφτανε μέχρι το διπλανό χωριό, τον Μύτικα, απέναντι απ’ το νησί Κάλαμος.

Η γειτονιά της Άνω Καντήλας βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του χωριού και ονομάζεται «Κουκουβάγια». Εγώ κάθισα για καφέ στην «Λάκκα της Παναγιάς».

Η τοποθεσία λέγεται έτσι γιατί βρίσκεται σε μια μεγάλη λακκούβα, η οποία ανήκε στην τοπική εκκλησία, την Παναγιά την Παλαιοχωρίτισσα. Στην Επανάσταση του 1821 έφτιαξε η εκκλησία το κτήριο αυτό –που τώρα στεγάζει το καφενείο– προκειμένου να συγκεντρώνονται οι Έλληνες, αλλά και για ν’ αποθηκεύονται όπλα και πυρομαχικά, ώστε να προστατεύονται απ’ την βροχή, αφού δεν υπήρχε άλλο κτήριο στην περιοχή.

Σώζεται και μία επιγραφή που το βεβαιώνει:

1823 ΜΑ[ΓΑ]ΖΙ
ΤΗΣ ΠΑ[ΝΑ]ΓΙΑΣ
ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΤΙΣ[Σ]ΑΣ
Α [= η οποία] ΕΙΝΑΙ ΕΛΠΙΣ

Ο καφετζής έφερε τον καφέ μου στενάζοντας.

«Τι τρέχει, ρε πατριώτη;» τον ρώτησα.

«Τι να τρέχει, φιλαράκι; Τίποτα δεν τρέχει…»

«Ε, πώς; Αφού στενάζεις λες και πέθανε κάποιος».

«Δεν πέθανε, αλλά θα πεθάνει…»

«Έχεις κανέναν ετοιμοθάνατο στην οικογένεια;»

«Πώς δεν έχω! Τούτον ’δω τον γέροντα που καθόμαστε», είπε. Κι έριξε ένα βλέμμα στα ντουβάρια γύρω.

«Για το κτήριο λες;»

«Ε, ναι, για το κτήριο! Διακόσα τόσα χρόνια στέκει ορτός ετούτος ο παππούλης. Και να τον γκρεμίσει ο δήμαρχος για πλάκα τώρα;»

«Για πλάκα;»

«Εμ, για πλάκα, βέβαια! Γκρεμίζεις ένα τέτοιο πράμα στα σοβαρά;»

Σωπάσαμε και οι δυο ξαφνικά, λες κι ακούγαμε κιόλας την μπουλντόζα να βρυχάται, ν’ απλώνει την κίτρινη σιδερένια χερούκλα της και να ξεριζώνει το καφενείο συθέμελα.

Άλλαξα κουβέντα, όπως γίνεται συνήθως στα πένθη.

«Ήρθα να προσκυνήσω τον τάφο του Καρναβά!»

«Από πού ήρτες;»

«Απ’ την Λευκάδα».

«Από κει πήρε γυναίκα ο Καρναβάς», είπε.

Κι έπιασε να σιγοτραγουδά:

Διαμάντι δαχτυλίδι φοράς στο χέρι σουκι απάνω γράφει η πέτρα θα γίνω ταίρι σου.

«Ωραία το ’πες, μάστορα!» τον επιδοκίμασα. Όμως δεν ήξερα ότι πήρε γυναίκα απ’ τα μέρη μας. Πώς την έλεγαν;»

«Θα να ’τανε στα 1954, αν θυμάμαι καλά, που έκλεψε και παντρεύτηκε την Αγγέλλω Κοντογιώργη, το γένος Αθανασίου, με καταγωγή απ’ το Νυδρί Λευκάδος κι απ’ την Καντήλα Ξηρομέρου. Για την ακρίβεια… τον έκλεψε η Αγγέλλω!»

«Τον έκλεψε; Πώς τον έκλεψε, δηλαδή;»

«Α, φιλαράκι, αυτά δεν λέγονται παραέξω! Είναι δικά μας, εδώ του χωριού πράματα».

«Έλα, πες!» τον τσίγκλησα εγώ.

«Σ’ λέω μοναχά πως ο γάμος εγίνηκε κρυφά στο ξωκκλήσι τ’ Αϊ-Νικόλα, λίγο έξω από την Άνω Καντήλα, με κουμπάρο τον Σακουφάκη. Εσύ τονε πρόλαβες τον Καρναβά;» απηύθυνε τον λόγο σ’ εμένα.

«Τον πρόλαβα, πώς δεν τον πρόλαβα! Στο πανηγύρι της Αγίας Κυριακής στο Βλυχό. Ήμουνα παιδάκι τότενες. Έλεγε το “Παρήγγειλα να φέρουνε στον γάμο σου λουλούδια” και γινόντανε χαμός!»

«Και πού δεν γινόντανε χαμός τότενες με τον Καρναβά! Έχουμε να το λέμε κι εμείς, πως εδώ γεννήθηκε κι εδώ θάφτηκε!»

«Α, θα διαφωνήσω τώρα», είπα χαμογελώντας. «Εδώ γεννήθηκε, αλλά δεν θάφτηκε εδώ».

Ο καφετζής αγρίεψε:

«Μα τι λες; Εσύ δεν είπες πως ήρτες να προσκυνήσεις τον τάφο του;»

«Εννοούσα πως θάφτηκε στην καρδιά του κόσμου! Χωράει ένας ολόκληρος Καρναβάς σε δυο μέτρα χώμα;»

Ο καφετζής συγκινήθηκε.

«Ε, όσο γι’ αυτό έχεις δίκιο!» μουρμούρισε. «Αν κι ο κόσμος δεν τον έβαλε στην καρδιά του μόνο για τα τραγούδια του…»

«Αλλά και γιατί άλλο;» απόρησα.

«Ο Καρναβάς ήταν ψυχή μεγάλη! Όσο μεγάλη ήτανε κι η ανάγκη του φτωχού κοσμάκη…»

«Θες να πεις πως βοηθούσε…»

«Δεν θέλω να πω τίποτες! Πολυλογούμε τώρα…» είπε και πετάχτηκε πάνω. Χάθηκε στο βάθος του μαγαζιού. Και σε λίγο γύρισε με μια μπουκάλα τσίπουρο και κάτι μεζέδες, ενώ απ’ τα ηχεία ακούγονταν η φωνή του μπαρμπα-Τάκη:

Απ’ το μηδέν ξεκίνησα να φκιάξω την ζωή μου,τι τράβηξα, ο δυστυχής, το ξέρει η ψυχή μου…

«Άντε, γεια μας, κοντοπατριώτη!» είπε και τσούγκρισε το ποτήρι μου.

Ήμουν σε καλό δρόμο. Αν τον τσίγκλαγα λίγο θα ’βγαζα λαγό, θα μου ’λεγε εκείνα τ’ άγραφτα που ποθούσα να γράψω.

Μα δεν χρειάστηκε τσίγκλισμα. Ύστερα από δυο-τρία ρακοπότηρα, κελάηδαγε σαν το κλαρίνο του Σαλέα:

«Ξεκίνησε στα 1952 ο Τακούλας –δεκάξι χρονών παιδάκι– έχοντας ως κέντρο την Καντήλα και ακτίνα δράσης του τα χωριά του Ξηρομέρου: Αρχοντοχώρι ή Ζάβιτσα, όπως την λέμε εμείς, Μύτικα, Βάρνακα, Παναγούλα, Βούστρι, Τρύφου, Αχυρά, Κατούνα, Κομποτή, Κωνωπίνα, Παπαδάτου, Σκουρτού, Μαχαιρά, Μπαμπίνη, Βλυζιανά, και Αετό. Περπατητό και με γαϊδουρομούλαρα, όταν υπήρχαν, έτσι μετακινιόντανε η ζυγιά…»

«Νομίζω πως ξεκίνησε νωρίτερα!» είπα.

«Πού τ’ άκουσες εσύ αυτό;» απόρησε ο καφετζής.

«Μου το ’πε ο Νίκος ο Βρυώνης, απ’ τον Άγιο Πέτρο Λευκάδας. Μεγάλος κλαρινίστας – κανένας δεν φύσαγε το καλάμι όπως εκείνος! Τα δάχτυλά του έπαιζαν σχεδόν στον αέρα. Μια φορά, στην Ακαρνανία, τον πληροφόρησαν για ένα δεκατριάχρονο παιδί που με το τραγούδι του “ανάσταινε και πεθαμένους”. Όταν έφεραν μπροστά του τον νεαρό και του τραγούδησε, ο Βρυώνης σούφρωσε τα φρύδια και τον ρώτησε: “Και πώς σε λένε εσένανε, μωρέ;” Ο νεαρός ανασήκωσε πεισματάρικα το πηγούνι και απάντησε, λες κι ήταν ήδη διάσημος: “Τάκη Καρναβά!” Αυτό ήταν! Από τότε γίνανε αχώριστοι κι “αλωνίζανε” μαζί τα πανηγύρια».

«Άμα το ’πε ο Βρυώνης, έτσι θα να ’ναι», συμφώνησε ο καφετζής. Και συνέχισε από κει που έμεινε:

«Εν τω μεταξύ, στα 1953, βρέθηκε στην “βρυσομάνα των μουσικών”, όπως την λένε, εδώ στην Καντήλα, ο Βασίλης ο Σαλέας, το μεγαλύτερο κλαρίνο της Ελλάδας!

»Ο Σαλέας ήτανε τότενες ερωτευμένος με την Γιαννούλα την γύφτ’σσα, την κόρη του γυφτο-Παύλου, που καθόντανε ολοχρονίς στην Καντήλα. Έμεινε, το λοιπόν, κι ο Σαλέας στο χωριό μας κι έπαιζε για τον έρωτά του, έχοντας δίπλα του το ανερχόμενο αστέρι, τον Τάκη Καρναβά!

»Περιοδεύανε στα γύρω χωριά. Και πολύ συχνά στον Μύτικα, που ήτανε το μεγάλο εμπορικό κέντρο της εποχής από κείνα τα χρόνια. Παίζανε στα καφενεία του Νίκου Παλιογιάννη και του Γιάννη Τζεφρώνη, αλλά και σε γάμους στα γύρω χωριά. Μια φορά δε, το 1956 στο Αρχοντοχώρι, έπαιζαν για τρεις συνεχόμενες μέρες στο γάμο του Επαμεινώντα Μήτση, γιου τού γερο-Σωκράτη. Ο γάμος αυτός μολογιόντανε για χρόνια!»

«Χρυσή εποχή για τα κλαρίνα τότε», είπα εγώ.

«Χρυσή δεν λες τίποτα! Εκείνον τον καιρό, πρώτα χόρευαν οι γυναίκες και τα παιδιά, συρτά και καλαματιανά. Στην αρχή του χορού, ρίχνανε λεφτά στα όργανα. Έριχνε ο πατέρας για την κόρη και το παιδί, κι ο άντρας για την γυναίκα. Κάθε χορευτής χόρευε δύο τραγούδια. O άντρας ένα τσάμικο, στην αρχή, και δεύτερο ένα συρτό ή ένα καλαματιανό. Ο χορός τους ήταν σοβαρός κι ευγενικός. Λιτός, χωρίς επιδείξεις. Ο Ξηρομερίτης δεν έφερνε ούτε μισή στροφή στο τσάμικο, χόρευε με το σώμα του ολόκληρο: με τις κινήσεις του, με τα χέρια του, με το βλέμμα του, με την έκφραση του προσώπου του. Ταυτιζόντανε με το τραγούδι που διάλεγε να χορέψει. Ο άντρας ήθελε να δείξει την περηφάνια του. Οι γυναίκες την σεμνότητα και την χάρη τους».

Ο καφετζής σταμάτησε απότομα.

«Δεν πίνεις, φιλαράκι!» είπε, και μου ξεχείλισε το ποτηράκι ως επάνω.

«Έχω να οδηγήσω κιόλας», δικαιολογήθηκα.

«Ως που να οδηγήσεις, θα γείρει ο γήλιος, πιέκα!» και μου έτεινε το ποτήρι.

Η φωνή του Καρναβά εξακολουθούσε να ξεχειλίζει απ’ τα ηχεία:

Μια βραδιά γεμάτη άστραέχασα την ξελογιάστρα.Μου ’χει πάρει την καρδιά μου,τώρα φεύγει μακριά μου.

Ξελογιάστρα, ξελογιάστρα,μάρτυρες θα έχω τ’ άστρα…

Ο καφετζής ήπιε το ρακί μονορούφι και σκούπισε τα χείλη με την ανάστροφη του χεριού του· μισόκλεισε τα μάτια, σαν όλα όσα διηγιόντανε να διαδραματίζονταν εδώ μπροστά του κι ήθελε να τα διακρίνει καλύτερα· ξερόβηξε, να καθαρίσει την φωνή του, σαν να ’βρεχε το καλάμι του κλαρίνου για να λαλήσει· και συνέχισε, λες κι άφησε τον χορό στην μέση και τώρα τον έπιανε και πάλι από κει που έμεινε:

«Οι Ξηρομερίτες, που λες, με την κτηνοτροφία και την γεωργία ασχολιόντανε τότενες, όπως και τώρα, οι περισσότεροι. Μην φανταστείς τίποτα εκατομμύρια! Μεροδούλι-μεροφάι το πιο πολύ. Σε κάθε τους πληρωμή, λοιπόν, εμοιράζανε τα λεφτά τους λέγοντας το εξής: “Τόσα για το φαΐ, τόσα για τα παιδιά και τα υπόλοιπα για τον Καρναβά!”

»Το 1961 κάλεσε τον Τακούλα στην Αθήνα ο Βασίλης ο Σούκας –ένα απ’ τα καλύτερα κλαρίνα της Ελλάδας– και δουλέψανε μαζί σε διάφορα μαγαζιά. Ύστερα γυρίζει δίσκους κι αρχινάει πλέον η καλλιτεχνική του απογείωση. Μετά οργανώνει την πρώτη του περιοδεία στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Γερμανία και στο Βέλγιο. Αυτό ήτανε μοναχά η αρχή. Οι προτάσεις για να εμφανιστεί –και πέρα απ’ τον  Ατλαντικό– έπεφταν βροχή. Οι Ξηρομερίτες της Αμερικής, οι Ναυπάκτιοι του Καναδά, οι Μεσολογγίτες της Αυστραλίας και γενικά όλοι οι μετανάστες, Αιτωλοακαρνάνες και μη, βρήκανε στην φωνή του την πατρίδα – τον πατέρα, την μάνα, τον αδερφό, ακόμα και το χωριό τους που έχουν αφήκει πίσω».

«Εσύ», απευθύνθηκα στον καφετζή, «τι θυμάσαι απ’ τον μπαρμπα-Τάκη;»

Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι, σαν ν’ απότινε φόρο τιμής στην μνήμη του μεγάλου τραγουδιστή. Ύστερα με κοίταξε ίσια στα μάτια και είπε:

«Τι θυμάμαι; Ότι μπορούσε να βγάλει το παντελόνι του και να σ’ το δώκει! Ήτανε ψυχούλα! Δεν υπολόγιζε τα λεφτά. “Γιάννη”, μου έλεγε, “ Nα είσαι αυτούσιος και να μην γίνεις ποτέ καραγκιόζης”. Αυτό θυμάμαι!»

«Τι σου άρεσε απ’ την φωνή του;»

«Τι μ’ άρεγε; Και τι δεν μ’ άρεγε! Τραγούδα’ε τόσο ζωντανά, που μπόρηγες τα λόγια του να τα κάμεις εικόνα! “Ένας Καζαντζίδης στα λαϊκά κι ένας Καρναβάς στα δημοτικά αξίζανε”. O Γιαννάκης ο Βασιλόπουλος το ’πε αυτό. Ο Κιτσάκης δε, άλλη φωνάρα κι αυτήνη, έλεγε πως “στο δημοτικό τραγούδι δύο μουσικές σχολές υπάρχουνε: του Γεροδήμου στα Τζουμέρκα και του Καρναβά στο Ξηρόμερο”. Όταν πήγαινε ο Kαρναβάς με τον Kοκκώνη ή τον Mάκη τον Bασιλειάδη σε πανηγύρι, κι ο Θεός ο ίδιος να πέρναγε από κει, θα σταμάταγε να τον ακούσει! Αλλά το πιο ωραίο το είπε ο Σαλέας: “Αυτόνε δεν έπρεπε να τονε φέρνουμε στα πανηγύρια με ταξί, αλλά… μ’ ελικόπτερο!” Κατάλαβες τώρα, φίλε, τι εστί Καρναβάς;»

«Κατάλαβα, πώς δεν κατάλαβα!»

Μα βλέποντάς με κάπως σκεφτικό, έσυρε κοντύτερα την καρέκλα του και ξεχείλισε τα ποτήρια.

«Πιέκα!»

Σκουντρήξαμε και τα κατεβάσαμε μονοκοπανιά. Κατόπιν, σφόγγισε το μουστάκι του και είπε:

«Την ιστορία με τα γίδια την ξέρεις;»

«Τα γίδια; Ποια γίδια;» ρώτησα.

Ξαναγέμισε τα ποτήρια.

«Πιέκα!»

Το κεφάλι μου άρχισε να γυρίζει…

Ο καφετζής ανάγλειψε το απανώχειλο και ξεκίνησε:

«Αυτό π’ θα σ’ πω, δεν το ’δα με τα μάτια μου. Το άκουσα, όμως, με τ’ αυτιά μου π’ το ’λεγε εκειός π’ το ’δε.

»Γινόντανε πανηγύρι σ’ ένα χωριό του Ξηρομέρου και τραγούδα’ε ο Καρναβάς. Καιγόντανε το πατάρι απ’ τα όργανα, το κλαρίνο σκιζόντανε φέτες, το καλάμι του οργάνου τερέτιζε σαν τζίτζικας το κατακαλόκαιρο, ο κόσμος ουρά για χορό, η χαρτούρα μέχρι το γόνατο. Κι ήρτε η σειρά μιανού τσοπάνη να φέρει την γύρα του. Πιάστηκε στον χορό μαζί με κάτι τσοπανόπουλα που ’χε κοντά του, αλλά ο άνθρωπος δεν σκάμπαζε γρι και σαλτοκόπαε σαν καλικάντζαρος. Ο κλαριντζής τονε πήρε στο ψιλό κι έπαιζε το κλαρίνο σαν πίπιζα. Η τραγουδίστρια κοπάναε το ντέφι στο κεφάλι της απ’ το γέλιο. Τότε, σηκώθηκε ορτός ο Τακούλας και σταμάτησε τα όργανα.

»“Ωρέ, άνθρωπε, γιατί χαλάς το γλέντι;” είπε στον τσοπάνη.

»Εκειός έμεινε στον τόπο, με το ’να ποδάρι σηκωμένο απάνου. Έσκυψε το κεφάλι κι απολογήθηκε:

»“Αυτό ξέρω, αυτό χορεύω, ωρέ Τακούλα!”

»Οι περισσότεροι βάλανε τα γέλια με τα λεγόμενά του και κάποιοι αρχινίσανε να τον αποδοκιμάζουνε με σφυρίγματα, λες και τονε προγκάγανε με τον ίδιο τρόπο που σαλάγαγε κι εκειός τα γίδια του. Φουρκίστηκε, το λοιπόν, ο τσοπάνης και μίλησε με ασέβεια στον μπαρμπα-Τάκη:

»“Σας πλερώνω και θα παίξ’ τε! Το πώς χορεύω εγώ είναι δικός μου λογαριασμός!”

»Ο κόσμος τα ’χασε… Κανένας δεν μίλαγε στον Καρναβά έτσι! Τέτοια πράματα δεν τα σήκωνε ποτέ! Περίμεναν με κομμένη ανάσα την αντίδρασή του. Εκείνος κατέβηκε απ’ το πατάρι και πλησίασε τον τσοπάνη. Αυτός πισωπάτησε. Φτάνοντας κοντά του ο Καρναβάς, έβαλε το χέρι στον ώμο του και είπε με φωνή γλυκιά λες κι ετραγούδα’ε:

»“Ωρέ άνθρωπε, ήρτα εγώ στο μαντρί σου να σε μάθω πώς θα βόσκεις τα γίδια; Πώς θα τ’ αρμέγεις; Πώς θα βράζεις το μόγαλο; Πώς θα φκιάνεις την μυζήθρα; Δεν ήρτα, γιατί δεν ξέρω. Εσύ γιατί ήρτες, αφού δεν ξέρεις, να μου πεις πώς θα κάμω το πανηγύρι; Θέλεις να χορέψεις; Ναι! Μάθε πρώτα χορό κι ύστερα έλα να σου τραγουδάω μέχρι το χάραμα. Και μην ρίξεις χαρτούρα στο πατάρι, φέρε καμιά μυζήθρα! Και μυζήθρες παίρνουμε!”

»Ο κόσμος γέλασε, ο αέρας αλάφρυνε, κι ο τσοπάνης είπε κάπως αγαθά:

»”Να τελειώσω τον χορό μου και φεύγω!”

»Ο Καρναβάς συννέφιασε.

»“Τον χορό να τον αφήκεις εδεκεί π’ τον άφηκες! Ειδάλλως στείλε τα γίδια σου να τον τελειώσουνε, αυτά θα χορεύουνε καλύτερα!”

»Ο κόσμος ξεράθηκε στα γέλια. Ο βοσκός, παραδόξως, δεν θίχτηκε. Μόνον αγκάλιασε τον μπαρμπα-Τάκη, τον φίλησε σταυρωτά και είπε:

»“Αύριο βράδυ θα τα στείλω εξάπαντος!”

»Την άλλη μέρα το περιστατικό ξεχάστηκε. Ο κόσμος συγκεντρώνονταν απ’ τ’ απόγευμα στον χώρο του πανηγυριού. Και με το γέρμα του ήλιου, σκούξανε οι δοκιμαστικές κλαρινιές. Ανέβηκε στο πατάρι κι ο Καρναβάς.

»Τότε, ακούστηκαν… τα βελάσματα! Κι ανάμεσα απ’ τα δέντρα φάνηκαν τα πρώτα γίδια. Ο τσοπάνης είχε κρατήσει τον λόγο του κι έστειλε τα γίδια του να χορέψουν. Κανείς δεν γέλασε. Το θέαμα πλέον άγγιζε τα όρια της προσβολής. Στα χωριά μας γίνονταν φόνοι για το τίποτα, όχι για τέτοιο πράμα! Ο βοσκός όμως άφαντος, ενώ τα γίδια δειλά-δειλά έφταναν στο χοροστάσι.

»Ο κλαρινίστας δοκίμασε να τα σκιάξει παίζοντας κάτι φάλτσα. Εκείνα στάθηκαν και τον κοίταζαν απορημένα με τα μπιρμπιλένια μάτια τους.

»Τότε, ο μπαρμπα-Τάκης έδωκε εντολή να παίξουν το “μπήκαν τα γίδια στο μαντρί” κι αρχίνησε το τραγούδι.

»Τα γίδια τέντωσαν τ’ αυτάκια τους προς το πατάρι, λες και σκάμπαζαν από Καρναβά, για ν’ ακούσουν! Ο κόσμος έκαμε κύκλο, έβαλε τα γίδια στην μέση και πιάστηκε στον χορό. Τα ζώα έτρεχαν γύρω-γύρω και βέλαζαν.

»Το τραγούδι τέλειωσε, ο κόσμος αναμέρισε. Τα γίδια συνέχισαν την τρεχάλα, νομίζοντας πως ο ανθρώπινος κύκλος εξακολουθούσε γύρω τους.

»Ο Καρναβάς έπιασε νέο τραγούδι, τα γίδια έφερναν γυροβολιά. Το τραγούδι τέλειωσε. Τα γίδια στόμωσαν. Ο Καρναβάς έκαμε νόημα στους μουσικούς να πάψουν. Κι έπιασε ένα μοιρολόι που ράγιζαν και οι πέτρες. Τα γίδια γονάτισαν, όπως κάνουν όταν κοιμούνται. Έγειραν τα κεφαλάκια τους κι άκουγαν σιωπηλά. Πού και πού κάποιο αναχάραζε, λες κι αναστέναζε. Τέλειωσε και το μοιρολόι. Τα γίδια εκεί, πετρωμένα…»

Ο καφετζής έφερε το χέρι στα μάτια του. Κατόπιν ξαναγέμισε τα ποτήρια ξέχειλα. Ήπιαμε μονορούφι. Κοιταχτήκαμε. Κι είδαμε ο ένας τον άλλον θολό, όπως συμβαίνει πάντα όταν δυο άνθρωποι κοιτιούνται μέσ’ απ’ τα δάκρυα.   

Ο Καρναβάς έκλαιγε μαζί μας απ’ τα ηχεία:

Πόσο πικρή είναι η ζωή κι απέραντος ο κόσμος,γεννιέται ο άνθρωπος θαρρείς για να πεθαίνει μόνος.

20 Ιουλίου 1999 –ανήμερα της εορτής του προφήτη Ηλία, που ανήλθε μ’ ένα φλεγόμενο άρμα στους ουρανούς– ο μπαρμπα-Τάκης έφυγε από κοντά μας, σε ηλικία 63 ετών. Αυτό διάβασα στο μνήμα του όταν έφτασα. Ο ήλιος έδυε, σαν μάταιη δόξα, και τα μάρμαρα μάτωσαν.

Προσκύνησα και στράφηκα να φύγω.

O καφετζής, που με οδήγησε μέχρι εκεί και σιγοτραγουδούσε «κάθε χαρά που έρχεται ξεχνάει κι ένα πόνο», πρότεινε να με φιλοξενήσει το βράδυ. Τόσο που τα κοπανίσαμε, δεν ήμουνα για ταξίδι.

Την άλλη μέρα, πριν αποχαιρετιστούμε, ήπιαμε έναν καφέ και μελαγχολικά σιωπούσαμε, λες κι ακούγαμε κιόλας την μπουλντόζα να βρυχάται, ν’ απλώνει την κίτρινη σιδερένια χερούκλα της και να ξεριζώνει το καφενείο συθέμελα.

Πόσο γλυκιά είναι η ζωή μα πόση πίκρα έχει,γεννιέται ο άνθρωπος θαρρείς όλα να τα αντέχει.

///

Απ’ το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Σολδάτου, Στο όνομα του ελληνικού λαού, 2026.

Το ασφαλές λιμάνι δεν είναι προορισμός..

«Το πλοίο σου θα κινδυνεύσει εκεί έξω. Όμως μέσα στο λιμάνι θα σαπίσει.»

Η ζωή δεν ανταμείβει πάντα εκείνους που δεν κάνουν λάθη. Ανταμείβει όμως πολύ συχνότερα εκείνους που τολμούν. Κάθε σημαντική απόφαση, κάθε νέο ξεκίνημα, κάθε όνειρο που αξίζει να κυνηγήσεις κρύβει ένα ποσοστό κινδύνου. Δεν υπάρχει επιτυχία χωρίς αβεβαιότητα.

Το ασφαλές λιμάνι προσφέρει ηρεμία, αλλά όχι πρόοδο. Εκεί δεν φυσούν οι άνεμοι της περιπέτειας, ούτε ανοίγουν νέοι ορίζοντες. Το πλοίο κατασκευάστηκε για να ταξιδεύει, να αντιμετωπίζει κύματα, να δοκιμάζει την αντοχή του και να ανακαλύπτει νέες ακτές. Αν μείνει δεμένο για πάντα, μπορεί να προστατευτεί από τις φουρτούνες, αλλά θα χάσει τον λόγο της ύπαρξής του.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο. Όσοι φοβούνται κάθε ρίσκο συχνά αποφεύγουν και τις μεγαλύτερες ευκαιρίες της ζωής. Η αποτυχία μπορεί να πληγώσει, όμως η αδράνεια διαβρώνει αργά την αυτοπεποίθηση, τη δημιουργικότητα και τελικά την ίδια την ψυχή.

Το θάρρος δεν είναι η απουσία φόβου. Είναι η απόφαση να προχωρήσεις παρά τον φόβο. Γιατί στο τέλος της διαδρομής, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μετανιώνουν για τις καταιγίδες που αντιμετώπισαν, αλλά για τα ταξίδια που δεν τόλμησαν ποτέ να ξεκινήσουν.

Μόρνος: Απρόβλεπτες επιβιώσεις αρχαίων λέξεων και ονομάτων.

Μόρνος < μόρινος < μόρον «μούρο» ~

Το όνομα Μόρνος πιθανόν προήλθε από το ελληνιστικό επίθετο “μόρινος” «αυτός που έχει το χρώμα τού μούρου» (από το αρχαίο μόρον «μούρο»)

(Κατ’ άλλους από το σλαβικό morьnь «σκουρόχρωμος, σκοτεινός»).

ΒΕΛΟΥΧΙ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ!

Από την ανάρτηση του Κ.Παπαδόπουλου στο fb

ΒΕΛΟΥΧΙ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Τα ζαρζαβατικά από τα περιβόλια του Βελουχίου (σημερινού Καλλίου) στη Φωκίδα, πριν βυθιστεί για πάντα στα νερά της λίμνης, έμειναν αξέχαστα για την ανώτερη ποιότητά τους. Το πλούσιο έδαφος δίπλα στις όχθες του ποταμού Μόρνου και τα άφθονα νερά της πηγής της περιοχής έδιναν μοναδική νοστιμιά στα τοπικά προϊόντα.

Η καλλιέργεια των κήπων ήταν η κύρια απασχόληση των κατοίκων του Καλλίου, μαζί με την κτηνοτροφία, πριν εκκενωθεί ο οικισμός το 1980.

Το παλιό Βελούχι, γνωστό ως Κάλλιο, ήταν χτισμένο σε μια κατάφυτη κοιλάδα, πλούσια σε νερά από τα Βαρδούσια όρη. Πριν δημιουργηθεί η λίμνη του Μόρνου, το 1979, η περιοχή ήταν διάσημη για τους εύφορους κήπους, τα περιβόλια και τα οπωροφόρα δέντρα της.

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του παλιού τοπίου περιλάμβαναν τους εύφορους κήπους του χωριού, όπου ευδοκιμούσαν κάθε είδους κηπευτικά και φρούτα: ντομάτες, αγγούρια, φασόλια, κολοκυθάκια, κρεμμύδια, πατάτες και ζουμερά καρπούζια. Υπήρχαν ακόμη βύσσινα, κεράσια, αχλάδια, βερίκοκα, αμύγδαλα και καρύδια, ενώ σε πολλά σημεία του χωριού φύτρωναν και γκορτσιές. (Τώρα κάποιοι νέοι θα ρωτήσουν: «Τι είναι αυτά;» Είναι, λοιπόν, τα αγριοαχλάδια.)

Όλα αυτά αποτελούσαν βασικό πόρο ζωής για τους ντόπιους. Τα πότιζαν τα φυσικά νερά του Μόρνου, καθώς και τα αυλάκια που έφερναν νερό από την πηγή του Βελουχίου και τις γύρω ρεματιές των Βαρδουσίων και της Γκιώνας, χαρίζοντάς τους εξαιρετική γεύση.

Ο πετρόχτιστος οικισμός του χωριού περιβαλλόταν από αυτό το καταπράσινο σκηνικό, συνδυάζοντας την άγρια φύση των βουνών με την καλλιεργήσιμη γη.

Κάποτε, λοιπόν, ήταν όλα αυτά…

Εγώ ήμουν ηλικίας 8 έως 11 ετών, από το 1946 έως το 1949. Ήμουν ανιψιός (από αδελφή) του Δ. Βούλγαρη από το Λιδωρίκι, που είχε την ταβέρνα «Ο Τσελεμεντές», απέναντι από το σπίτι του Πέτρου. Έμενα με την οικογένειά μου στο Παγκράτι, στην Αθήνα.

Δεν έβλεπα, όμως, την ώρα να κλείσει το σχολείο, που μόλις είχα αρχίσει στην Αθήνα, για να ανέβω στο χωριό. Ανέβηκα για καλοκαίρι και τελικά εγκλωβίστηκα εκεί για τρία ολόκληρα χρόνια, εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων του Εμφυλίου. Έτσι συνέχισα το σχολείο όχι στο Λιδωρίκι, αλλά στο Βελούχι, έως το 1949, όταν επέστρεψα στην Αθήνα.

Τα όσα γράφω, λοιπόν, άλλοτε τα έβλεπα, άλλοτε τα άκουγα και κάποια καλοκαίρια τα ζούσα μαζί με τους τσοπαναραίους, τα κοπάδια τους και τα σκυλιά τους στα ορεινά βοσκοτόπια των Βαρδουσίων και της Γκιώνας.

Τα σκυλιά γάβγιζαν, τα γιδοπρόβατα βέλαζαν, οι τσοπάνηδες τα σαλάγαγαν με φωνές και σφυρίγματα, κι εμείς, το παιδομάνι, τρέχαμε και φωνάζαμε στα τσοπανόσκυλα να περιμαζεύουν το κοπάδι.

Κοντά στο τσαντίρι του βουνού, όπου μέναμε, έβοσκαν τα μουλάρια. Τα μπαγκάζια των τσοπάνηδων ήταν άλλα μέσα κι άλλα έξω από το τσαντίρι. Γιδομάλλινα σαΐσματα, μπατανίες, καρδάρες και λεβέτια.

Τα κουδούνια φανέρωναν στον τσοπάνη τη θέση και τις κινήσεις των ζώων του. Τα έλεγαν τσιοκάνια.

Στα πρόβατα έβαζαν τροκάνια, στα γίδια τσιοκάνια και στα κριάρια και τους τράγους μεγάλα κυπριά, μεγάλα τροκάνια ή μπουζούκες, ώστε να οδηγούν τα υπόλοιπα γιδοπρόβατα.

Ο κάθε τσοπάνης, από το χτύπημα των κουδουνιών, καταλάβαινε αν το κοπάδι βοσκούσε, αν έτρεχε, αν κυνηγιόταν, αν έπινε νερό ή ακόμη αν είχε μπει ανάμεσά του λύκος ή ξένα σκυλιά.

Επίσης, τα κουδούνια τον βοηθούσαν στο σάλαγο, στο σκάρισμα, στη στρούγκα και στον στάλο. Τον διευκόλυναν να βρίσκει όσα ζώα είχαν ξεκόψει από το κοπάδι, είχαν μείνει πίσω ή είχαν χαθεί.

Για να τυροκομήσουν, ζέσταιναν το γάλα ώσπου να γίνει χλιαρό. Τότε έριχναν την πυτιά, που έπαιρναν από το στομάχι των μικρών κατσικιών. Την αλάτιζαν και την άφηναν στον ήλιο να ωριμάσει.

Σκέπαζαν το γάλα αρκετή ώρα μέσα στο καζάνι για να πήξει. Έπειτα το έβαζαν σε τρυπητά πανιά, τις τσαντίλες, για να στραγγίξει.

Με διαφορετική κατεργασία έφτιαχναν μυζήθρα, βούτυρο, ξινόγαλο και γιαούρτι.

Το έτοιμο τυρί το έβαζαν παλιά σε ασκιά με άλμη. Γι’ αυτό λεγόταν τουλουμοτύρι, από το τουλούμι, που σημαίνει ασκί. Το φύλαγαν ακόμη και σε πιθάρια ή τενεκέδες, πάντα μέσα σε αλατόνερο.

Όση παραγωγή είχαν, κάθε τρεις ή τέσσερις ημέρες κάποιος ανέβαινε από το χωριό, τη φόρτωνε στα ζώα και την κατέβαζε στο Λιδωρίκι ή στο Βελούχι.

Μετά το κούρεμα των αιγοπροβάτων, το μαλλί των προβάτων γινόταν πολύτιμη πρώτη ύλη. Οι νοικοκυρές, αφού το έπλεναν, το λανάριζαν, το ξάσιζαν και το έγνεθαν, ύφαιναν στον αργαλειό σαΐσματα, βελέντζες, μπατανίες, χράμια, κιλίμια, αλλά και ρούχα, κάλτσες, φανέλες, βρακιά και μισοφόρια.

Το μαλλί των γιδιών το χτυπούσαν, το έτριβαν με τριχιές στο πάτωμα, το έκαναν τουλούπες και ύφαιναν σαΐσματα, τραούσες και κάπες.

Τα υφαντά αυτά ήταν αδιαπέραστα από το νερό και γι’ αυτό πολύτιμα τον χειμώνα.

Ήταν πραγματική απόλαυση ο ύπνος μέσα στα ζεστά, φλοκωτά βελέντζια, μαλακά, παχιά και αφράτα από τη νεροτριβή.

Όταν η νοικοκυρά του τσοπάνη είχε κόρες, ύφαινε ολόκληρες τρακάδες από τέτοια όμορφα υφαντά, για να τις προικίσει όταν θα ερχόταν η ώρα του γάμου.

Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω για το Βελούχι.

Οι αναμνήσεις μου περιορίζονται στα παιδιά της παρέας μου, τότε συνομήλικά μου, στα παιχνίδια μας, στο μπάνιο και στο ψάρεμα στον Μόρνο, καθώς και στα πανηγύρια των γύρω χωριών και οικισμών, όπου πήγαινα με συγγενείς από το σόι της μακαρίτισσας μητέρας μου, καβάλα σε γαϊδούρια, μουλάρια ή άλογα.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά την κόρη της θείας μου Θυμιούλας Γεροδήμου και τα αδέλφια της: τον συνομήλικό μου Γιάννη, τον μεγαλύτερο Κώστα, που αργότερα έγινε τσέλιγκας, και στο σπίτι τους έμενα, καθώς και τη Ζαφείρω, που κάποτε της είχα πασαλείψει το πρόσωπο με βύσσινα.

Θυμάμαι τον παπα-Γιώργη, που ερχόταν από την Ευαγγελίστρια, την εκκλησία απέναντι, στην αυλή της θείας μου για να πιει τον καφέ του.

Θυμάμαι την ξαδέλφη μου Ιουλία στο καφενείο του Σιδέρη. Θυμάμαι τον κλαριντζή που σύχναζε εκεί. (Αλήθεια, ποιο ήταν το όνομά του;)

Θυμάμαι τις θείες μου, την Κατερίνα και την Ασπασία Αδαμοπούλου, τον θείο μου Χαράλαμπο Σιδέρη, τη θεία μου Ζωίτσα και τα Σιδερόπουλα, ξαδέλφια μου, με τα οποία διατηρούμε επαφές μέχρι σήμερα.

Θυμάμαι το σχολείο μας, τον δάσκαλό μας και το σπίτι εκείνου που τον έλεγαν «Επίτροπο» του χωριού, γιατί εκείνη την εποχή έκανε κουμάντο σχεδόν για τα πάντα.

Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος

Μεγάλο σόι! (Διήγημα)

Ο Θωμάς, αν και είχε περάσει τα σαράντα πέντε, συνέχιζε να βλέπει τον κόσμο όπως στα δεκαπέντε του. Ζωηρός, ανήσυχος, απερίσκεπτος, πάντοτε κόντρα στη μετριοπάθεια και στη «μέση οδό». Στις συζητήσεις στο καφενείο του χωριού ήταν μονίμως αντιπολίτευση — του άρεσε να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα.

Το χωριό του ήταν ορεινό, απλωμένο σε ένα μικρό πλάτωμα κάπου στα μεγάλα βουνά της Κεντρικής Ελλάδας. Ο εμφύλιος είχε πια τελειώσει και οι κάτοικοι πάσχιζαν να σταθούν ξανά στα πόδια τους. Το χωριό, κατεστραμμένο από τους Γερμανούς και εγκαταλειμμένο υποχρεωτικά λόγω του πολέμου, άρχισε να αποκτά και πάλι ζωή μετά τη συντριβή των κομμουνιστών στον Γράμμο.

Ο Θωμάς, αν και δεν είχε ταχθεί με καμία πλευρά, μετά τον πόλεμο άρχισε να συμπαθεί τους ηττημένους. Μιλούσε συχνά με συμπόνια για «τους δυστυχισμένους», όπως τους αποκαλούσε. Πίστευε πως έπεσαν θύματα των Άγγλων και του Στάλιν. Αυτή του η στάση δεν άργησε να τον βάλει στο μάτι του αστυνόμου της περιοχής, και ο άμοιρος Θωμάς έγινε μόνιμος στόχος του.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον καλούσε να παρουσιαστεί στο αστυνομικό τμήμα —μια ώρα δρόμος απ’ το χωριό— για «σοβαρή υπόθεση», όπως του μετέφερε κάθε φορά κάποιος αγέλαστος χωροφύλακας. Εκεί, δεχόταν αυστηρές παρατηρήσεις και απειλές για πρόστιμα επειδή ο απόπατος του σπιτιού του μύριζε ή γιατί δεν είχε ασβεστώσει τους εξωτερικούς τοίχους της αυλής. Ο Θωμάς, όμως, δεν κιότεψε. Συνέχισε απτόητος την «αντάρτικη» στάση του.

Ο αστυνόμος, από την άλλη, είχε πεισμώσει. Δεν του κατέβαινε κάτω που ο Θωμάς δεν του έδειχνε υποταγή. Έψαχνε τρόπους να τον στριμώξει.

Ο Θωμάς είχε κι ένα μεγαλόσωμο γαϊδούρι — απ’ αυτά τα κυπραίικα — με το οποίο κουβαλούσε ξύλα από το βουνό και έβγαζε και κανένα μεροκάματο. Η αλήθεια είναι πως συχνά το παραφόρτωνε. Ο γάιδαρος, πεισματάρης όπως όλοι οι όμοιοί του, σταματούσε και δεν κουνιόταν ρούπι. Τότε, ο Θωμάς, με το μαστίγιο στο χέρι, του έδινε μερικά χτυπήματα στα καπούλια για να τον κάνει να προχωρήσει.

Σε μια τέτοια στιγμή, βρέθηκε μπροστά ο αστυνόμος. Και δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Τον έστειλε στο δικαστήριο για κακοποίηση ζώου! Μάλιστα, δύο πρόθυμοι συγχωριανοί που δεν συμπαθούσαν τον Θωμά, έτρεξαν να καταθέσουν σε βάρος του. Τον είπαν «εγκληματία»!

Στο ακροατήριο, ο αστυνόμος και οι δύο μάρτυρες κατέθεσαν με πάθος. Τον περιέγραψαν με τα πιο μελανά χρώματα. «Δήμιο», τον είπαν. Όταν ολοκλήρωσαν τις καταθέσεις τους, ο πρόεδρος στράφηκε προς τον Θωμά και του είπε:

— Ο κατηγορούμενος έχει τον λόγο.

Ο Θωμάς, με ήρεμες κινήσεις, στρίβει το τσιγκελωτό μουστάκι του, ρίχνει μια περιφρονητική ματιά στους κατηγόρους του, κοιτάζει τον πρόεδρο και, με σταθερή και στομφώδη φωνή, λέει:

— Ομολογώ, κύριε πρόεδρε, πως ποτέ δεν φανταζόμουν ότι ο γάιδαρός μου είχε τόσο μεγάλο και σπουδαίο σόι. Κι όταν τον απέκτησα, πάλι ομολογώ πως ήταν μεγάλο μου λάθος που δεν ρώτησα για την οικογένειά του. Τώρα που το έμαθα… θα του φέρομαι όπως αρμόζει σε έναν τέτοιο γάιδαρο!

Κ Μ

«Η κοιλάδα του Μόρνου δεν πνίγηκε μόνο στα νερά. Πριν από την κατάκλυση, υπέστη μια βαθιά τομή. Η γέφυρα του Κόκκινου γκρεμίστηκε και τα συντρίμμια της μεταφέρθηκαν στο φράγμα. Χώματα, βράχοι και ολόκληρα τμήματα της κοιλάδας αποσπάστηκαν από τη φυσική τους θέση για να αποτελέσουν μέρος του μεγάλου έργου. Έτσι, ο τόπος δεν χάθηκε απλώς κάτω από το νερό· πρώτα θυσιάστηκε για να δημιουργηθεί η ίδια η λίμνη που τον σκέπασε.»