Μόρνος: Απρόβλεπτες επιβιώσεις αρχαίων λέξεων και ονομάτων.

Μόρνος < μόρινος < μόρον «μούρο» ~

Το όνομα Μόρνος πιθανόν προήλθε από το ελληνιστικό επίθετο “μόρινος” «αυτός που έχει το χρώμα τού μούρου» (από το αρχαίο μόρον «μούρο»)

(Κατ’ άλλους από το σλαβικό morьnь «σκουρόχρωμος, σκοτεινός»).

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *