Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ανέστου*
«Σκέψεις και κουβέντες από ένα καραούλι των Βαρδουσίων»
Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944)
Μέρος τρίτο.
Οι πρώτοι αντάρτες και η ζωή στο μαντρί
Προς το τέλος του 1942 και στις αρχές του 1943 έφτασαν στο χωριό οι πρώτοι αντάρτες του ΕΑΜ. Έστησαν τα πολυβόλα τους στο πεζούλι του καφενείου του Παπανδρέα και άρχισαν να συζητούν με τους χωριανούς.
Εγκαταστάθηκαν στο δημοτικό σχολείο, το οποίο είχε πάψει από καιρό να λειτουργεί λόγω της Κατοχής.
Εκείνη την εποχή το χωριό αντιμετώπιζε ένα μεγάλο πρόβλημα. Οι ζωοκλοπές είχαν πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε κανείς δεν αισθανόταν ασφαλής. Η πείνα είχε οδηγήσει πολλούς ανθρώπους στην απόγνωση και αρκετοί δεν λογάριαζαν πλέον ούτε τον κόπο ούτε την περιουσία του άλλου.
Με αυστηρά μέτρα, όμως, οι αντάρτες κατάφεραν να βάλουν τέλος στις ζωοκλοπές. Από τότε κανείς δεν τόλμησε να ξανακλέψει ζώα.
Συγκροτήθηκε ακόμη επιτροπή του χωριού για την ενίσχυση της Εθνικής Αντίστασης, ενώ η παρουσία των ανταρτών απέτρεπε τους Γερμανούς και τους Ιταλούς από το να πλησιάζουν τον Κόκκινο.
Κάθε βράδυ, από το καραούλι του χωριού, κάποιος χτυπούσε την καμπάνα και ενημέρωνε τους κατοίκους για όσα είχαν συμβεί μέσα στην ημέρα.
Θυμάμαι ένα περιστατικό που μου έμεινε αξέχαστο.
Ήταν το 1943, στο μαντρί του πατέρα μου, στη θέση Λογκά. Αργά το βράδυ έφτασε ένας αντάρτης του ΕΑΜ, καβάλα στο άλογό του. Μετέφερε κάποιο μήνυμα προς το στρατηγείο της οργάνωσης σε άλλο χωριό και, ακολουθώντας τις οδηγίες της επιτροπής του Κόκκινου, ζήτησε να διανυκτερεύσει στο καλύβι μας.
Ο πατέρας μου, εκτός από κτηνοτρόφος, ήταν και μαραγκός και κτίστης. Είχε φτιάξει ένα περιποιημένο καλύβι δίπλα στις στάνες, με τζάκι, ξύλινα κρεβάτια, στρώματα γεμισμένα με θυμάρι, καθίσματα και σκεπή από τσίγκο.
Ο αντάρτης φιλοξενήθηκε εκείνο το βράδυ στο καλύβι μας.
Ήταν εξαντλημένος και πεινούσε.
Η μητέρα μου μαγείρεψε τραχανά με άφθονο γάλα και τυρί και του πρόσφερε ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Το έφαγε με τέτοια όρεξη, που ακόμη το θυμάμαι.
Το άλογό του, όμως, είχε σπάσει το πόδι του και δεν μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι.
Ζήτησε τότε από τον πατέρα μου να το θανατώσει και να του παραδώσει το δέρμα του, ώστε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή σολών για τα παπούτσια των ανταρτών.
Έτσι κι έγινε.
Το επόμενο πρωί ο πατέρας μου του παρέδωσε το δέρμα, του έδειξε από ποιο σημείο μπορούσε να περάσει με ασφάλεια τον Μόρνο και τον ξεπροβόδισε.
Ο αντάρτης, πριν φύγει, υποσχέθηκε πως θα έστελνε στον πατέρα μου ένα ζευγάρι σόλες από το δέρμα του αλόγου.
Και πράγματι, περίπου έναν μήνα αργότερα, οι σόλες έφτασαν.
Μαζί τους, όμως, ήρθαν και οι ψείρες.
Το καλύβι γέμισε μέσα σε λίγες ημέρες.
Ίσως αυτό να ακούγεται παράξενο στους σημερινούς αναγνώστες. Εκείνα όμως τα χρόνια οι ψείρες ήταν μέρος της καθημερινότητας. Έβαζες το χέρι σου κάτω από τη μασχάλη και έπιανες ψείρες.
Η μητέρα μου αναγκάστηκε να βάλει ένα μεγάλο καζάνι στη φωτιά, να βράσει νερό και να ζεματίσει όλα τα ρούχα και τα σκεπάσματα του καλυβιού, για να απαλλαγούμε από αυτές.
Τόσο γρήγορα πολλαπλασιάζονταν.
Στις 7 Μαρτίου 1943 πέθανε και ο παππούς μου.
Εκείνη τη χρονιά χάθηκαν σχεδόν όλοι οι ηλικιωμένοι του χωριού από τις επιδημίες, τις αρρώστιες και την πείνα.
Η δική μας οικογένεια στάθηκε πιο τυχερή, επειδή είχαμε τα ζώα μας και ο πατέρας μου αγωνιζόταν αδιάκοπα για να μη στερηθεί τίποτε η οικογένειά του.
Μεταφέραμε τον παππού από το καλύβι της Λογκάς στο χωριό για την ταφή.
Ήταν ο τελευταίος κάτοικος του Κόκκινου που φορούσε φουστανέλα.
Ο πατέρας μου κράτησε τη φορεσιά του ως πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο.
Δυστυχώς, χάθηκε κι αυτή λίγα χρόνια αργότερα, όταν το σπίτι μας κάηκε στον Εμφύλιο Πόλεμο, την περίοδο 1947–1949.
Θα ήθελα, τέλος, να αναφέρω ένα μικρό περιστατικό, που ίσως ενδιαφέρει ιδιαίτερα γονείς και εκπαιδευτικούς.
Τα παιδιά μεγαλώνουν και διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους μέσα από το περιβάλλον στο οποίο ζουν.
Σαράντα ημέρες μετά τον θάνατο του παππού, ο παπα-Ζουμάς έπρεπε να ανέβει στο καλύβι της Λογκάς, όπου είχε πεθάνει, για να διαβάσει το καθιερωμένο μνημόσυνο.
Ξεκίνησε καβάλα στο γαϊδουράκι μας.
Πίσω του ακολουθούσαν συγγενείς, η μητέρα μου κι εγώ, πέντεμισι ετών τότε.
Εγώ, όμως, είχα έναν μεγάλο καημό.
Δεν με είχαν ανεβάσει στο γαϊδουράκι.
Ήμουν ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας και έφερα το όνομα του παππού. Είχα συνηθίσει να με κανακεύουν.
Όταν φτάσαμε στη θέση Διάσελο, έβαλα σε εφαρμογή το παιδικό μου σχέδιο.
Άρχισα να φωνάζω πως πονούσε η κοιλιά μου και πως δεν μπορούσα να περπατήσω.
Φυσικά έλεγα ψέματα.
Ήθελα μόνο να κατέβει ο παπάς από το γαϊδουράκι.
Όλοι ανησύχησαν. Προσπαθούσαν να με βοηθήσουν, όμως εγώ συνέχιζα το θέατρο.
Τελικά ο παπα-Ζουμάς κατέβηκε.
Με ανέβασαν εμένα στο ζώο και εκείνος συνέχισε τον δρόμο του με τα πόδια.
Το σχέδιό μου είχε πετύχει.
Όλη τη διαδρομή με ρωτούσαν αν εξακολουθούσε να με πονά η κοιλιά.
Εγώ, πλέον καβάλα στο γαϊδουράκι, είχα… γίνει καλά.
• Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.
Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.
Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.

