


Κόκκινος-Λούτσοβος Δωρίδας Ν. Φωκίδας
Λούτσοβος, παλιά ονομασία του χωριού ΚΟΚΚΙΝΟΣ, που βρίσκεται σε προνομιακή θέση, έχοντας την λίμνη ΜΟΡΝΟΥ πραγματικά στα πόδια του. Ουσιαστικά τα πόδια του χωριού η εύφορος κοιλάδα του Μόρνου, σκεπάστηκε από τα νερά της τεχνητής λίμνης και ανάγκασε τους κατοίκους να φύγουν και να εγκατασταθούν σε άλλα μέρη κυρίως στην ΑΘΗΝΑ.


Η ετυμολογία του τοπωνυμίου «Λούτσοβος»
Ιστορική και γλωσσολογική διερεύνηση της παλαιάς ονομασίας του Κόκκινου Δωρίδας
Προκαταρκτική μελέτη από πληροφορίες που αντλήθηκαν από το διαδίκτυο:
Το τοπωνύμιο «Λούτσοβος», παλαιά ονομασία του σημερινού Κόκκινου Δωρίδας, ανήκει σε εκείνα τα ονόματα τόπων που διασώζουν ίχνη παλαιότερων γλωσσικών στρωμάτων, χωρίς να επιτρέπουν πάντοτε μία ασφαλή και μονοσήμαντη ετυμολογία. Η παρούσα μελέτη συγκεντρώνει τις διαθέσιμες διοικητικές και ιστορικές μαρτυρίες, εξετάζει τη μορφολογία του ονόματος και αξιολογεί τις κυριότερες ετυμολογικές εκδοχές: τη σλαβική, την ανθρωπωνυμική και τη βλαχική ή ευρύτερα ρωμανική.
Το ασφαλέστερο ιστορικό δεδομένο είναι ότι η Κοινότητα Λούτσοβου και ο ομώνυμος οικισμός μετονομάστηκαν επισήμως σε Κοινότητα Κοκκίνου και Κόκκινο το 1930. Αντίθετα, δεν εντοπίστηκε μέχρι σήμερα δημοσιευμένη μεσαιωνική ή πρώιμη οθωμανική καταγραφή που να αποδίδει την αρχαιότερη γραφή του ονόματος. Η έλλειψη αυτή είναι καθοριστική, επειδή χωρίς την παλαιότερη φωνητική μορφή δεν μπορεί να αποφασιστεί με βεβαιότητα αν το πρώτο συνθετικό ήταν Λουτσ-, Λουτζ-, Λουκ-, Λουτς- ή κάποια άλλη συγγενής μορφή.
Το συμπέρασμα της έρευνας είναι συνεπώς προσεκτικό: η κατάληξη -οβο/-οβος παραπέμπει έντονα στο σλαβικό τοπωνυμικό σύστημα, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι και η ρίζα του ονόματος είναι σλαβική. Η δημοφιλής απόδοση «ηλιόλουστος τόπος» είναι γοητευτική και ταιριάζει στη γεωγραφική θέση του χωριού, όμως δεν τεκμηριώνεται επαρκώς από συγκεκριμένη σλαβική λέξη και ιστορική φωνητική ακολουθία. Πιθανότερη φαίνεται μια μικτή βαλκανική δημιουργία: προσωπικό όνομα ή λέξη της τοπικής προφορικής παράδοσης, προσαρμοσμένη με την παραγωγική κατάληξη -ovo.
Η ετυμολογία ενός τοπωνυμίου δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην ομοιότητα με μια σύγχρονη λέξη ούτε μόνο στη γεωγραφική εντύπωση που προκαλεί ο τόπος. Απαιτείται συνδυασμός τεσσάρων στοιχείων: της αρχαιότερης γραπτής μορφής, της ιστορικής φωνολογίας, της μορφολογίας του ονόματος και της γεωγραφικής ή κοινωνικής πραγματικότητας μέσα στην οποία δημιουργήθηκε.
Στην περίπτωση του Λούτσοβου διαθέτουμε σαφή νεότερη διοικητική μορφή του ονόματος, αλλά δεν διαθέτουμε ακόμη ασφαλή δημοσιευμένη εγγραφή από βυζαντινό έγγραφο ή από οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο του 15ου ή του 16ου αιώνα. Γι’ αυτό η παρούσα εργασία δεν παρουσιάζει μία ετυμολογία ως βεβαιωμένο γεγονός. Κατατάσσει τις εκδοχές ανάλογα με τη γλωσσολογική τους πιθανότητα και κυρίως διαχωρίζει όσα αποδεικνύονται από όσα παραμένουν υποθέσεις.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στις πληροφορίες που αναπαράγονται από τοπικές ιστοσελίδες. Οι πηγές αυτές είναι εξαιρετικά χρήσιμες για την τοπική μνήμη, τις προφορικές παραδόσεις και τη διάσωση φωτογραφιών ή εγγράφων. Δεν έχουν όμως πάντοτε φιλολογικό έλεγχο. Μια απόδοση που επαναλαμβάνεται συχνά δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε επιστημονικά αποδεδειγμένη ετυμολογία.
Το Λούτσοβο ήταν η επίσημη ονομασία του σημερινού Κόκκινου, οικισμού της Δωρίδας στις νότιες απολήξεις των Βαρδουσίων, επάνω από την παλαιά κοιλάδα του Μόρνου. Η ονομασία επιβιώνει μέχρι σήμερα στην τοπική χρήση και λειτουργεί όχι μόνο ως γεωγραφικός προσδιορισμός αλλά και ως φορέας συλλογικής μνήμης.
Η επίσημη διοικητική μεταβολή έγινε το 1930. Στο σχετικό βασιλικό διάταγμα περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών αναφέρεται ότι «η κοινότης Λούτσοβον» μετονομάζεται σε «Κοινότητα Κοκκίνου» και ο συνοικισμός «Λούτσοβος» σε «Κόκκινος». Η πράξη δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 251/Α΄/24 Ιουλίου 1930. Επομένως, οι αναφορές που τοποθετούν τη μετονομασία στο 1928 χρειάζονται διόρθωση.
Η νέα ονομασία συνδέθηκε με τον Κόκκινο ποταμό ή Κοκκινόρεμα της περιοχής. Η αλλαγή εντάσσεται στη μεγάλη κρατική εκστρατεία εξελληνισμού ή αντικατάστασης ξενόγλωσσων και δυσπρόφερτων τοπωνυμίων, η οποία κορυφώθηκε κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Η διοικητική αλλαγή, ωστόσο, δεν αποτελεί απόδειξη για την πραγματική γλωσσική προέλευση του παλαιού ονόματος· δείχνει μόνο πώς το αντιλαμβανόταν ή πώς επέλεξε να το αντιμετωπίσει η διοίκηση της εποχής.
Στις νεότερες ελληνικές πηγές απαντούν κυρίως οι τύποι «Λούτσοβος» για τον οικισμό και «Λούτσοβον» για την κοινότητα ή στη λόγια ουδέτερη διοικητική χρήση. Σε τοπικές προφορικές ή εκκλησιαστικές καταγραφές αναφέρεται επίσης ο τύπος «Λούτζοβο». Η εναλλαγή τσ/τζ δεν είναι ασυνήθιστη σε προφορικές αποδόσεις ξενικών ή παλαιών τοπωνυμίων και μπορεί να αντανακλά είτε πραγματική παλαιότερη προφορά είτε απλή γραφική αστάθεια.
Η διάκριση είναι σημαντική. Ένας αρχικός τύπος *Lučovo, *Lučevo, *Ludžovo ή *Lukovo θα οδηγούσε σε διαφορετικές ετυμολογικές κατευθύνσεις. Η νεοελληνική γραφή «ου» αποδίδει σταθερά το /u/, ενώ το «τσ» μπορεί να αντιστοιχεί σε σλαβικό č, σε ρουμανικό/βλαχικό ț ή σε ελληνική εξέλιξη συμπλέγματος. Χωρίς πρώιμη πηγή, όλες αυτές οι δυνατότητες μένουν ανοικτές.
Η κατάληξη εμφανίζεται άλλοτε ως -οβο και άλλοτε ως -οβος. Η μορφή -οβος είναι η εξελληνισμένη αρσενική ονομαστική, ενώ η ουδέτερη μορφή -οβο βρίσκεται πλησιέστερα στη νοτιοσλαβική τοπωνυμική κατάληξη -ovo. Αυτή η προσαρμογή είναι κοινή σε πολλά ελληνικά οικωνύμια.
Στις νότιες σλαβικές γλώσσες η κατάληξη -ovo είναι ιδιαίτερα παραγωγική στη δημιουργία τοπωνυμίων. Συχνά σχηματίζει ουδέτερα κτητικά επίθετα από προσωπικά ονόματα ή ουσιαστικά και δηλώνει περίπου «ο τόπος του Χ» ή «ο τόπος που συνδέεται με το Χ». Αντίστοιχες μορφές είναι οι καταλήξεις -ovo, -evo και -ino.
Το γεγονός ότι ένα ελληνικό τοπωνύμιο τελειώνει σε -οβο αποτελεί σοβαρή ένδειξη σλαβικής μορφολογικής επίδρασης. Δεν αποδεικνύει όμως ότι ολόκληρη η λέξη δημιουργήθηκε από καθαρά σλαβική ρίζα. Στα Βαλκάνια είναι συχνά τα υβριδικά τοπωνύμια: ελληνική, λατινική, βλαχική ή προγενέστερη ρίζα μπορεί να λάβει σλαβική κατάληξη, ή αντίστροφα ένα σλαβικό όνομα να προσαρμοστεί αργότερα στην ελληνική κλίση.
Επομένως, η ασφαλέστερη μορφολογική διατύπωση είναι η εξής: το Λούτσοβο έχει ισχυρά σλαβίζουσα μορφή εξαιτίας της κατάληξης -ovo. Το ερώτημα παραμένει ποια είναι η προέλευση και η σημασία του θέματος Λουτσ-.
Η πιο διαδεδομένη τοπική ερμηνεία αποδίδει το Λούτσοβο ως «ηλιόλουστο» ή «τόπο που λούζεται από τον ήλιο». Η ερμηνεία έχει προφανή ποιητική και γεωγραφική δύναμη. Το χωριό είναι χτισμένο σε προσηλιακή πλαγιά, με ανοιχτό ορίζοντα προς την κοιλάδα του Μόρνου, και η ηλιοφάνειά του αποτελεί βασικό γνώρισμα του τοπίου.
Ωστόσο, η γεωγραφική καταλληλότητα δεν αρκεί για ετυμολογική απόδειξη. Για να γίνει δεκτή η σλαβική εκδοχή, πρέπει να παρουσιαστεί συγκεκριμένη παλαιοσλαβική ή νοτιοσλαβική λέξη με σημασία «ηλιόλουστος» ή «φωτεινός», η οποία να δίνει κανονικά, με γνωστούς φωνητικούς κανόνες, τον τύπο *Lučovo ή Lutsovo. Η σλαβική ρίζα luč- συνδέεται πράγματι σε διάφορες σλαβικές γλώσσες με την «ακτίνα», το «φως» ή τη «δάδα». Αυτό καθιστά μια σημασιολογική σχέση με το φως δυνατή, όχι όμως αυτομάτως αποδεδειγμένη για το συγκεκριμένο χωριό.
Επιπλέον, η συνηθισμένη λέξη για τον ηλιόλουστο ή προσήλιο τόπο στις νότιες σλαβικές γλώσσες δεν ταυτίζεται απλά με τον τύπο «Λούτσοβο». Θα έπρεπε να εξηγηθεί γιατί επιλέχθηκε ακριβώς η ρίζα luč- και αν υπάρχουν παράλληλα τοπωνύμια με την ίδια μορφή και την ίδια σημασία. Χωρίς τέτοια παράλληλα, η ερμηνεία παραμένει πιθανή λαϊκή ή ποιητική ετυμολογία.
Άρα η φράση «Λούτσοβο σημαίνει ηλιόλουστο» δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως βεβαιότητα. Ακριβέστερη διατύπωση είναι ότι πρόκειται για παλαιά και ελκυστική τοπική ερμηνεία, ενδεχομένως συνδεόμενη με σλαβική ρίζα που δηλώνει φως ή ακτίνα, αλλά δεν έχει ακόμη αποδειχθεί με πλήρη ιστορικογλωσσική ακολουθία.
Πολλά τοπωνύμια σε -ovo προέρχονται από προσωπικά ονόματα. Με αυτή τη λογική, το Λούτσοβο θα μπορούσε να σημαίνει «το κτήμα, το χωριό ή ο τόπος του Λούτσου/Λούτσιου/Λούτσο». Η υπόθεση είναι μορφολογικά φυσική, επειδή η κατάληξη -ovo χρησιμοποιείται ακριβώς για κτητικούς σχηματισμούς.
Στη βαλκανική ανθρωπωνυμία απαντούν υποκοριστικές ή τοπικές μορφές ονομάτων όπως Luka, Lučo, Luciu, Lupu και άλλες συγγενείς μορφές. Δεν αρκεί όμως η απλή ύπαρξή τους. Χρειάζεται να αποδειχθεί ότι συγκεκριμένος τύπος *Luč ή *Luts ήταν ενεργός στην περιοχή και ότι ο σχηματισμός του τοπωνυμίου ακολουθεί κανονικά το πρότυπο της γλώσσας που τον δημιούργησε.
Σε δευτερογενείς τοπικές αναφορές έχει αποδοθεί στον Max Vasmer η άποψη ότι το όνομα δεν είναι καθαρά σλαβικό και ότι σχετίζεται με προσωπικό όνομα. Η απόδοση αυτή δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθεί απευθείας από προσβάσιμο χωρίο του πρωτοτύπου του έργου του. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως τελεσίδικη αυθεντία πριν εντοπιστεί η ακριβής σελίδα και η γερμανική διατύπωση.
Παρά την έλλειψη άμεσης παραπομπής, η ανθρωπωνυμική εκδοχή παραμένει γλωσσολογικά ισχυρή, ίσως ισχυρότερη από μια απλή περιγραφική σημασία. Η μορφή «ρίζα προσωπικού ονόματος + -ovo» αποτελεί έναν από τους συνηθέστερους τρόπους δημιουργίας σλαβικών οικωνυμίων.
Μια τρίτη προσέγγιση αναζητεί τη ρίζα του ονόματος στη βλαχική ή γενικότερα στην ανατολική ρωμανική γλωσσική παράδοση. Η παρουσία βλαχόφωνων πληθυσμών και η έντονη διαγλωσσική επαφή στη Ρούμελη καθιστούν τέτοιες επιδράσεις ιστορικά εύλογες.
Η φωνητική ακολουθία «λουτσ-» μπορεί πράγματι να θυμίζει ρουμανικές ή αρωμανικές λέξεις με το σύμφωνο ț, το οποίο αποδίδεται στα ελληνικά ως «τσ». Από αυτή την ομοιότητα έχουν προταθεί συνδέσεις με έννοιες όπως το φως, η λάμψη ή ο φωτισμένος τόπος. Ωστόσο, για να σταθεί η εκδοχή χρειάζεται ακριβής λεξικογραφική μορφή στην αρωμανική διάλεκτο, βεβαιωμένη σημασία και εξήγηση της προσθήκης της κατάληξης -ovo.
Η πιθανότητα μικτού σχηματισμού —βλαχική ή ρωμανική ρίζα με σλαβική κατάληξη— δεν είναι καθόλου παράδοξη στα Βαλκάνια. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι να παρουσιαστεί παλαιό παράλληλο τοπωνύμιο ή σαφής λεξικογραφική βάση, η βλαχική ερμηνεία πρέπει να θεωρείται ενδιαφέρουσα υπόθεση και όχι αποδεδειγμένο συμπέρασμα.
Η λαϊκή ετυμολογία δεν είναι απλώς «λάθος». Συχνά φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο μια κοινότητα προσλαμβάνει το όνομά της και το συνδέει με το τοπίο, την ιστορία και την ταυτότητά της. Η απόδοση «ηλιόλουστος τόπος» εκφράζει με ακρίβεια την εμπειρία των κατοίκων από τη θέση του χωριού, ακόμη και αν δεν αποδειχθεί ότι αυτή ήταν η αρχική γλωσσική σημασία.
Στην περίπτωση του Λούτσοβου το παλαιό όνομα απέκτησε επιπλέον συναισθηματικό βάρος μετά τη δημιουργία της τεχνητής λίμνης του Μόρνου και τη μεταβολή της παλιάς κοιλάδας. Έτσι το «Λούτσοβο» δεν δηλώνει μόνο έναν οικισμό. Δηλώνει τον τόπο πριν από τη λίμνη, τα χωράφια, τους δρόμους, τις οικογένειες και τη συλλογική μνήμη που συνεχίζει να υπάρχει κάτω και γύρω από τα νερά.
Αυτή η πολιτισμική σημασία είναι ανεξάρτητη από τη στενή γλωσσολογική λύση. Ακόμη και αν στο μέλλον αποδειχθεί ότι το όνομα προήλθε από προσωπικό όνομα, η σύνδεσή του με τον ήλιο και το φως θα εξακολουθεί να αποτελεί αυθεντικό στοιχείο της νεότερης τοπικής παράδοσης.
Η αποφασιστική πρόοδος θα προέλθει από την ανεύρεση της αρχαιότερης γραπτής μορφής. Πρώτος στόχος πρέπει να είναι τα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα της Ρούμελης και ειδικότερα οι καταγραφές των καζάδων ή διοικητικών ενοτήτων στις οποίες υπαγόταν η Δωρίδα. Μια μορφή γραμμένη με αραβοπερσικούς χαρακτήρες θα χρειαζόταν ειδική παλαιογραφική ανάγνωση, αλλά θα μπορούσε να δείξει αν το σύμφωνο ήταν č, c, dž, k ή ts.
Δεύτερος στόχος είναι οι εκκλησιαστικοί κώδικες, τα κατάστιχα γάμων και βαπτίσεων, οι πατριαρχικές πράξεις, τα προικοσύμφωνα και τα συμβόλαια της περιοχής. Οι ανεπίσημες γραφές των τοπικών ιερέων και συμβολαιογράφων συχνά αποδίδουν καλύτερα την πραγματική προφορά από ό,τι οι μεταγενέστερες διοικητικές καθαρευουσιάνικες μορφές.
Τρίτος στόχος είναι οι χάρτες και οι περιηγητικές περιγραφές του 18ου και του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία θα είχε η εύρεση λατινικής γραφής, επειδή ένας τύπος Luchovo, Lutzovo, Ludzovo ή Loukovo θα περιόριζε αισθητά τις πιθανές ετυμολογίες.
Τέλος, χρειάζεται συστηματική σύγκριση με ομώνυμα ή συγγενή τοπωνύμια σε Βόρεια Μακεδονία, Βουλγαρία, Σερβία, Αλβανία και Ρουμανία. Η τοπωνυμική ετυμολογία σπάνια λύνεται απομονωμένα· τα παράλληλα ονόματα αποκαλύπτουν τα παραγωγικά πρότυπα και τις πραγματικές σημασίες.
Εκδοχή
Ισχυρά σημεία
Αδυναμίες
Αξιολόγηση
Σλαβική περιγραφική: «φωτεινός/ηλιόλουστος τόπος»
Η κατάληξη -ovo είναι σλαβική· πιθανή σχέση της ρίζας luč- με φως/ακτίνα· ταιριάζει στο τοπίο.
Δεν έχει παρουσιαστεί πλήρης φωνητική απόδειξη ούτε σαφές παράλληλο που να σημαίνει ακριβώς «ηλιόλουστος».
Πιθανή αλλά όχι αποδεδειγμένη.
Ανθρωπωνυμική: «ο τόπος του Λούτσου/Λούτσιου»
Τυπικός τρόπος σχηματισμού τοπωνυμίων σε -ovo· μορφολογικά οικονομική εξήγηση.
Δεν έχει εντοπιστεί ο συγκεκριμένος ιστορικός ανθρωπωνυμικός τύπος στην περιοχή.
Γλωσσολογικά ισχυρή υπόθεση.
Βλαχική/ρωμανική ρίζα + -ovo
Συμβατή με τη βαλκανική πολυγλωσσία και την απόδοση του ț ως «τσ».
Απουσιάζει προς το παρόν ακριβής, ελεγμένη λεξικογραφική αφετηρία και ιστορικό παράλληλο.
Ενδιαφέρουσα αλλά ασθενέστερα τεκμηριωμένη.
Καθαρά ελληνική δημιουργία
Θα μπορούσε να συνδέεται με ελληνικό ή εκλατινισμένο προσωπικό όνομα.
Η κατάληξη -ovo δύσκολα εξηγείται ως αυτόχθον ελληνικό μορφολογικό στοιχείο.
Πιθανή μόνο ως μικτός σχηματισμός.
Η μέχρι σήμερα έρευνα επιτρέπει ένα ασφαλές και ένα πιθανό συμπέρασμα. Το ασφαλές είναι ότι το όνομα «Λούτσοβος» έχει μορφολογία επηρεασμένη από το νοτιοσλαβικό τοπωνυμικό σύστημα, κυρίως εξαιτίας της κατάληξης -ovo. Το πιθανό είναι ότι η βάση Λουτσ- συνδέεται είτε με προσωπικό όνομα είτε με λέξη που είχε σχέση με το φως, την ακτίνα ή τη λάμψη.
Δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι «Λούτσοβος» σημαίνει ακριβώς «ηλιόλουστος». Η ερμηνεία αυτή είναι εύλογη, όμορφη και βαθιά ριζωμένη στην τοπική συνείδηση, αλλά προς το παρόν στερείται της απαιτούμενης ιστορικογλωσσικής τεκμηρίωσης. Εξίσου σοβαρή, ίσως μορφολογικά ισχυρότερη, είναι η υπόθεση ότι το όνομα σήμαινε αρχικά «ο τόπος του Λούτσου ή του Λούτσιου».
Η πιο υπεύθυνη διατύπωση για μια πινακίδα, ένα βιβλίο ή μια ανάρτηση θα ήταν η ακόλουθη: «Η παλαιά ονομασία Λούτσοβος είναι πιθανότατα βαλκανικής, με ισχυρή σλαβική μορφολογική επίδραση, προέλευσης. Έχει ερμηνευθεί παραδοσιακά ως “ηλιόλουστος τόπος”, χωρίς η ετυμολογία αυτή να έχει αποδειχθεί οριστικά. Μια δεύτερη πιθανότητα είναι να προέρχεται από παλαιό προσωπικό όνομα και να σημαίνει “ο τόπος του Λούτσου/Λούτσιου”.»
Η οριστική απάντηση θα δοθεί μόνο αν εντοπιστεί η παλαιότερη μορφή του ονόματος σε οθωμανικό κατάστιχο, εκκλησιαστικό κώδικα ή προνεωτερικό χάρτη. Μέχρι τότε, το Λούτσοβο παραμένει ένα όνομα που ενώνει τη γλωσσική ιστορία των Βαλκανίων με το φως, τη μνήμη και το τοπίο της κοιλάδας του Μόρνου.
Παράρτημα: Χρονολόγιο
• Πριν από τον 19ο αιώνα: Δεν έχει εντοπιστεί ακόμη δημοσιευμένη και ασφαλώς ταυτισμένη γραπτή μνεία.
• 19ος αιώνας: Το όνομα εμφανίζεται σε νεότερες διοικητικές και γεωγραφικές καταγραφές ως Λούτσοβος/Λούτσοβον.
• Αρχές 20ού αιώνα: Συνυπάρχουν πιθανώς προφορικές ή γραφικές παραλλαγές, μεταξύ των οποίων αναφέρεται και το Λούτζοβο.
• 24 Ιουλίου 1930: Επίσημη μετονομασία της Κοινότητας Λούτσοβου σε Κοινότητα Κοκκίνου και του οικισμού Λούτσοβος σε Κόκκινος.
• Μετά το 1930: Το παλαιό όνομα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στην τοπική μνήμη και ως δεύτερη ταυτότητα του χωριού.
Βιβλιογραφικές και διαδικτυακές πηγές
Σημείωση τεκμηρίωσης
Η μελέτη είναι προκαταρκτική. Βασίζεται σε προσβάσιμες δημοσιευμένες πηγές και σε διαδικτυακά ευρετήρια. Δεν κατέστη δυνατό να ελεγχθούν αυτοπροσώπως οθωμανικά κατάστιχα ούτε να εντοπιστεί απευθείας η ακριβής εγγραφή του τοπωνυμίου στο έργο του Vasmer ή στο λεξικό του Συμεωνίδη. Για τον λόγο αυτό οι σχετικές αποδόσεις σημειώνονται ως προς επαλήθευση και δεν χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά τεκμήρια.

Ευθυμία Μπερτσιά
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ανέστου*
«Σκέψεις και κουβέντες από ένα καραούλι των Βαρδουσίων»
Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944)
Μέρος τρίτο.
……Ύστερα από όλα αυτά, αξίζει να πω λίγα λόγια και για το σχολείο μας.
Κανονικά έπρεπε να φοιτήσω στην Α΄ Δημοτικού τον Σεπτέμβριο του 1943. Όμως, εξαιτίας της Κατοχής, ο δάσκαλος δεν ήρθε ποτέ.
Τον Οκτώβριο εμφανίστηκε ο Κωστόπουλος, από το Αλποχώρι, ο οποίος υπηρέτησε στο χωριό μας για αρκετά χρόνια. Πρόλαβα να παρακολουθήσω μαθήματα μόλις έναν μήνα. Στη συνέχεια έφυγε κι εκείνος και το σχολείο έκλεισε ξανά.
Περιμέναμε καινούργιο δάσκαλο, αλλά μάταια.
Τον Οκτώβριο του 1944 ήρθε ο Λύτρας, από την Αγία Ευθυμία. Φοίτησα μέχρι τον Φεβρουάριο του 1945. Αφού με εξέτασε στην ανάγνωση, με προήγαγε στη Β΄ τάξη. Λίγο αργότερα, όμως, έφυγε και αυτός.
Την άνοιξη του 1945 οι χωριανοί ανέθεσαν στον Δημήτριο Μετάνια —τον μετέπειτα ιερέα του χωριού, που είχε κάποιες γυμνασιακές σπουδές— να μας κάνει μάθημα. Έτσι φοίτησα για περίπου δύο μήνες στην Γ΄ τάξη.
Αργότερα με έστειλαν στη θεία μου, τη Μαριγώ, στο Κλήμα, επειδή εκεί υπήρχε δάσκαλος. Δεν πρόλαβα, όμως, να μείνω περισσότερο από δέκα ή δεκαπέντε ημέρες, καθώς έφυγε κι εκείνος.
Το ίδιο συνέβη και στο Κάλλιο (Βελούχοβο), στο σπίτι της θείας μου Πολυξένης, όπου φοίτησα επίσης για λίγες μόνο ημέρες.
Τελικά, τις κανονικές τάξεις της Γ΄ και της Δ΄ Δημοτικού τις ολοκλήρωσα στο Λιδωρίκι, μέσα στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου, ενώ την Ε΄ και τη Στ΄ τάξη τις τελείωσα στο χωριό μου, με δασκάλους τον Φυλακτό και τον Καραγκούνη.
Έτσι ήταν τότε η εκπαίδευση.
Τα παιδιά μάθαιναν γράμματα όπου και όσο μπορούσαν. Ο πόλεμος δεν επέτρεπε ούτε στα σχολεία να λειτουργήσουν κανονικά.
Καθώς κλείνω τις αναμνήσεις μου από τη γερμανική Κατοχή, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο κάψιμο του Λιδωρικίου, τον Αύγουστο του 1944.
Η είδηση προκάλεσε πανικό σε ολόκληρη την περιοχή.
Οι κάτοικοι του χωριού μας μετέφεραν τα υπάρχοντά τους στο γύρω δάσος, έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους με το πρώτο προειδοποιητικό σήμα.
Ο φόβος είχε κυριεύσει τους πάντες.
Από το καραούλι του χωριού παρακολουθούσα, μέσα στη νύχτα, τις φλόγες που τύλιγαν τα σπίτια του Λιδωρικίου.
Η εικόνα εκείνη δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη μου.
Ευτυχώς, οι Γερμανοί δεν έφτασαν μέχρι τον Κόκκινο.
Όταν τελείωσε η Κατοχή και οι κατακτητές αποχώρησαν, οι άνθρωποι άρχισαν σιγά σιγά να ξαναβρίσκουν την ελπίδα.
Το δημοτικό σχολείο μετατράπηκε σε εργαστήριο παρασκευής μακαρονιών. Οι οργανώσεις της Αντίστασης έφεραν τις απαραίτητες μηχανές και οι χωριανοί έφερναν το σιτάρι και το αλεύρι τους για να το μετατρέψουν σε μακαρόνια.
Ύστερα από τέσσερα χρόνια πείνας, φόβου και στερήσεων, μπορούσαν και πάλι να απολαμβάνουν τροφές που είχαν σχεδόν ξεχάσει.
Ήταν μικρές στιγμές χαράς μέσα σε έναν τόπο που προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια του.
Οι αναμνήσεις αυτές δεν αποτελούν απλώς προσωπικά βιώματα.
Είναι η μαρτυρία μιας ολόκληρης γενιάς που γνώρισε τον πόλεμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού· μιας γενιάς που έζησε την πείνα, τον φόβο, την απώλεια, αλλά και την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά και την ελπίδα.
Αυτές οι μνήμες αξίζει να διατηρηθούν ζωντανές. Όχι για να αναμοχλεύουν το μίσος, αλλά για να θυμίζουν στις νεότερες γενιές πόσο εύθραυστη είναι η ειρήνη και πόσο πολύτιμη η ανθρώπινη ζωή.
Αθήνα, 6 Φεβρουαρίου 2022
Γ. Δ. Ανέστος
• Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.
Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.
Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.


Κόκκινος, 1918. Χαράλαμπος Τριανταφύλλου, πρώτος ιερέας του χωριού (1832–1925), με την οικογένειά του. Έλαβε το όνομα Παπαχαράλαμπος (παπα-Καραγκούνης).
Από το βιβλίο του δασκάλου μας Γιώργου Ανέστου

γλέντι στον περίβολο της εκκλησίας

τα χάνια του Καραπιστόλη

Καλαμωτή για το ψάρεμα
Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος σήμερα και έρχονται στη θύμησή μας γλυκές αναμνήσεις από το πανηγύρι μας.
Σαν σήμερα γιόρταζε το μικρό ξωκλήσι, θαμμένο πλέον, μαζί με τις βιωματικές αναμνήσεις μας, στα βαθιά νερά της λίμνης. Ήταν χτισμένο δίπλα στην όχθη του Κόκκινου, ακριβώς απέναντι από τα Χάνια του Καραποστόλη, που βρίσκονται κι αυτά σήμερα στον βυθό της λίμνης.
Όλοι, μικροί και μεγάλοι, περιμέναμε τη μέρα αυτή με ιδιαίτερη προσμονή και, από νωρίς το πρωί, παρέες παρέες μαζευόμασταν και πιάναμε τις θέσεις μας γύρω από την εκκλησία.
Η κάθε οικογένεια —ή μάλλον το κάθε σόι— είχε «αγκαζάρει», από πάππου προς πάππου, τη θέση του. Μάλιστα, κάποιοι μερακλήδες, για να ενισχύσουν τον ίσκιο των μεγάλων πλατάνων που αφθονούσαν στην περιοχή, έφτιαχναν και περίτεχνα τσαρδάκια, σκεπασμένα με δεματσούλες.
Βέβαια, η φήμη του πανηγυριού ξεπερνούσε τα όρια της κοινότητάς μας και είχαμε πολλούς προσκυνητές από τη διπλανή κοινότητα, τη Γρανίτσα (Διακόπι). Μπορώ να πω πως, λόγω και της στενής γειτνίασης, οι Γρανιτσιώτες το θεωρούσαν και δικό τους πανηγύρι.
Πολλοί προσκυνητές έρχονταν από το Βελούχι, την Αγλαβίστα, την Πενταγιού, το Κλήμα, το Σεβεδίκο, τον Άβορο, από τα διπλανά Χάνια και από τα Χάνια του Στενού, ενώ δεν απουσίαζαν και οι προσκυνητές από την πρωτεύουσα της επαρχίας μας, το Λιδωρίκι.
Οι νοικοκυρές είχαν ετοιμάσει και φέρει μαζί τους τα λιτά αλλά πεντανόστιμα φαγητά τους και, οπωσδήποτε, τις περίφημες κολοκυθόπιτες και τηγανητά ψάρια από τον ποταμό μας, τον Μόρνο.
Μια μικρή παρένθεση για το ψάρεμα
Μια μικρή παρένθεση, για να αναφερθώ στην παράδοση που είχε το χωριό μας στο ψάρεμα και στο κυνήγι. Για το κυνήγι θα γράψουμε άλλη φορά. Και να μην ξεχνάμε και το προσωνύμιο «κουναβολόγοι», με το οποίο οι γείτονές μας —από ζήλια μάλλον!— μας είχαν στιγματίσει.
Είχαμε το προνόμιο ο κάμπος μας να ακουμπά στις όχθες του μεγάλου ποταμού, του Μόρνου, και του παραποτάμου του, του Κόκκινου.
Ο Κόκκινος στέρευε τους καλοκαιρινούς μήνες. Συνήθως, από τα μέσα Ιουλίου, από τη μεγάλη τσιμεντένια γέφυρα και προς τα κάτω δεν είχε νερό. Όσο προχωρούσε το καλοκαίρι, η κοίτη του έμενε στεγνή μέχρι τη θέση Καρνασέικα, στο ύψος του Γρανιτσορέματος και του Δαφνορέματος. Πάντως, στο πανηγύρι το νερό ίσα που έφθανε μέχρι τα Χάνια, ανάλογα βέβαια και με την ξηρασία της συγκεκριμένης χρονιάς.
Τα νερά των δύο αυτών ποταμών, και κυρίως του Μόρνου, πότιζαν, μέσω πολύ καλά σχεδιασμένων αυλακιών μήκους πολλών χιλιομέτρων, τον εύφορο κάμπο μας.
Βέβαια, στα νερά ζούσαν μεγάλοι πληθυσμοί ψαριών —δρομίτσες, χαμοσύρτες, χέλια και πέστροφες— και αρκετοί από τους χωριανούς μας ασχολούνταν με ιδιαίτερο πάθος με το ψάρεμα.
Ο πιο συνηθισμένος τρόπος ψαρέματος ήταν με τη χρήση της καλαμωτής.
Με πέτρες χτιζόταν το καλαμοστάσι, που ουσιαστικά έσπρωχνε τα νερά και τα ψάρια σε ένα στενό αυλάκι, στο τέλος του οποίου είχε τοποθετηθεί η καλαμωτή. Η καλαμωτή ήταν φτιαγμένη με καλάμια και είχε μήκος περίπου δύο μέτρα. Το ένα άκρο της είχε πλάτος περίπου ένα μέτρο και τοποθετούνταν στο τέλος του καλαμοστασίου, ενώ το άλλο άκρο έκλεινε σε μορφή στομίου με πλεγμένα καλάμια.
Όλη αυτή η κατασκευή, δηλαδή το καλαμοστάσι μαζί με την καλαμωτή, δημιουργούσε ισχυρό ρεύμα στη ροή του νερού. Έτσι, ήταν αδύνατο για τα ψάρια που ακολουθούσαν τη ροή να κολυμπήσουν αντίθετα και, ουσιαστικά, εγκλωβίζονταν στην καλαμωτή.
Το παρακάτω σκαρίφημα δείχνει την όλη κατασκευή.
Κάποιοι χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της καλαμωτής κοτόσυρμα.
Τη νύχτα της προπαραμονής του πανηγυριού, όλα σχεδόν τα νέα παιδιά ήταν στο ποτάμι για να ψαρέψουν. Άλλοι είχαν τις καλαμωτές και άλλοι έκαναν πυροφάνι, είτε με λουξ —οι προνομιούχοι— είτε με κομμάτια καουτσούκ από παλιά λάστιχα αυτοκινήτων. Σε κάποιες περιπτώσεις καρφώναμε και κανένα δάχτυλο αντί για ψάρι…
Πίσω στο πανηγύρι
Ας γυρίσουμε, όμως, στο πανηγύρι. Αμέσως μετά τη λειτουργία στρώναμε τραπέζι και ακολουθούσε γλέντι με ζωντανή μουσική από οργανοπαίχτες της γύρω περιοχής, όπως οι Καρμαίοι από το Σεβεδίκο, ο Φαλιαμπάλιας, ο Πανάγος κ.ά.
Βέβαια, και οι δύο μαγαζάτορες του χωριού μας, ο Καραμπέτσος και ο Καραγιάννης, για τις ανάγκες της ημέρας μετέφεραν τα μαγαζιά τους στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας και, παρόλη τη νηστεία, το κοκορέτσι και η ψητή προβατίνα έδιναν και έπαιρναν…
Για τα παιδιά η χαρά ήταν ακόμη μεγαλύτερη, γιατί από τον πάγκο που έστηνε κάποιος μικροπωλητής —Γιαλαμάς, Καλμαντής κ.ά.— μπορούσαν (;), να αγοράσουν διάφορα μπιχλιμπίδια, από σουγιάδες μέχρι σφυρίχτρες.
Και οι φωτογράφοι, βέβαια, ήταν παρόντες για τα οικογενειακά —και όχι μόνο— ενσταντανέ: ο Γιαλαμάς από το Λιδωρίκι και ο Πανουργιάς (Κολοκυθάς), ο Νίκος, που καταγόταν από το χωριό μας.
Το γλέντι βαστούσε μέχρι αργά το απόγευμα και, ουσιαστικά, μέχρι την ώρα του σκάρου, μια και οι περισσότεροι πανηγυριτζήδες είχαν και τα πράματά τους.
Κι ύστερα έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής, δίνοντας ραντεβού για το άλλο πανηγύρι του χωριού, στις 23 Αυγούστου, της Αϊμονής…


Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ανέστου*
«Σκέψεις και κουβέντες από ένα καραούλι των Βαρδουσίων»
Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944)
Μέρος τρίτο.
Οι πρώτοι αντάρτες και η ζωή στο μαντρί
Προς το τέλος του 1942 και στις αρχές του 1943 έφτασαν στο χωριό οι πρώτοι αντάρτες του ΕΑΜ. Έστησαν τα πολυβόλα τους στο πεζούλι του καφενείου του Παπανδρέα και άρχισαν να συζητούν με τους χωριανούς.
Εγκαταστάθηκαν στο δημοτικό σχολείο, το οποίο είχε πάψει από καιρό να λειτουργεί λόγω της Κατοχής.
Εκείνη την εποχή το χωριό αντιμετώπιζε ένα μεγάλο πρόβλημα. Οι ζωοκλοπές είχαν πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε κανείς δεν αισθανόταν ασφαλής. Η πείνα είχε οδηγήσει πολλούς ανθρώπους στην απόγνωση και αρκετοί δεν λογάριαζαν πλέον ούτε τον κόπο ούτε την περιουσία του άλλου.
Με αυστηρά μέτρα, όμως, οι αντάρτες κατάφεραν να βάλουν τέλος στις ζωοκλοπές. Από τότε κανείς δεν τόλμησε να ξανακλέψει ζώα.
Συγκροτήθηκε ακόμη επιτροπή του χωριού για την ενίσχυση της Εθνικής Αντίστασης, ενώ η παρουσία των ανταρτών απέτρεπε τους Γερμανούς και τους Ιταλούς από το να πλησιάζουν τον Κόκκινο.
Κάθε βράδυ, από το καραούλι του χωριού, κάποιος χτυπούσε την καμπάνα και ενημέρωνε τους κατοίκους για όσα είχαν συμβεί μέσα στην ημέρα.
Θυμάμαι ένα περιστατικό που μου έμεινε αξέχαστο.
Ήταν το 1943, στο μαντρί του πατέρα μου, στη θέση Λογκά. Αργά το βράδυ έφτασε ένας αντάρτης του ΕΑΜ, καβάλα στο άλογό του. Μετέφερε κάποιο μήνυμα προς το στρατηγείο της οργάνωσης σε άλλο χωριό και, ακολουθώντας τις οδηγίες της επιτροπής του Κόκκινου, ζήτησε να διανυκτερεύσει στο καλύβι μας.
Ο πατέρας μου, εκτός από κτηνοτρόφος, ήταν και μαραγκός και κτίστης. Είχε φτιάξει ένα περιποιημένο καλύβι δίπλα στις στάνες, με τζάκι, ξύλινα κρεβάτια, στρώματα γεμισμένα με θυμάρι, καθίσματα και σκεπή από τσίγκο.
Ο αντάρτης φιλοξενήθηκε εκείνο το βράδυ στο καλύβι μας.
Ήταν εξαντλημένος και πεινούσε.
Η μητέρα μου μαγείρεψε τραχανά με άφθονο γάλα και τυρί και του πρόσφερε ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Το έφαγε με τέτοια όρεξη, που ακόμη το θυμάμαι.
Το άλογό του, όμως, είχε σπάσει το πόδι του και δεν μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι.
Ζήτησε τότε από τον πατέρα μου να το θανατώσει και να του παραδώσει το δέρμα του, ώστε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή σολών για τα παπούτσια των ανταρτών.
Έτσι κι έγινε.
Το επόμενο πρωί ο πατέρας μου του παρέδωσε το δέρμα, του έδειξε από ποιο σημείο μπορούσε να περάσει με ασφάλεια τον Μόρνο και τον ξεπροβόδισε.
Ο αντάρτης, πριν φύγει, υποσχέθηκε πως θα έστελνε στον πατέρα μου ένα ζευγάρι σόλες από το δέρμα του αλόγου.
Και πράγματι, περίπου έναν μήνα αργότερα, οι σόλες έφτασαν.
Μαζί τους, όμως, ήρθαν και οι ψείρες.
Το καλύβι γέμισε μέσα σε λίγες ημέρες.
Ίσως αυτό να ακούγεται παράξενο στους σημερινούς αναγνώστες. Εκείνα όμως τα χρόνια οι ψείρες ήταν μέρος της καθημερινότητας. Έβαζες το χέρι σου κάτω από τη μασχάλη και έπιανες ψείρες.
Η μητέρα μου αναγκάστηκε να βάλει ένα μεγάλο καζάνι στη φωτιά, να βράσει νερό και να ζεματίσει όλα τα ρούχα και τα σκεπάσματα του καλυβιού, για να απαλλαγούμε από αυτές.
Τόσο γρήγορα πολλαπλασιάζονταν.
Στις 7 Μαρτίου 1943 πέθανε και ο παππούς μου.
Εκείνη τη χρονιά χάθηκαν σχεδόν όλοι οι ηλικιωμένοι του χωριού από τις επιδημίες, τις αρρώστιες και την πείνα.
Η δική μας οικογένεια στάθηκε πιο τυχερή, επειδή είχαμε τα ζώα μας και ο πατέρας μου αγωνιζόταν αδιάκοπα για να μη στερηθεί τίποτε η οικογένειά του.
Μεταφέραμε τον παππού από το καλύβι της Λογκάς στο χωριό για την ταφή.
Ήταν ο τελευταίος κάτοικος του Κόκκινου που φορούσε φουστανέλα.
Ο πατέρας μου κράτησε τη φορεσιά του ως πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο.
Δυστυχώς, χάθηκε κι αυτή λίγα χρόνια αργότερα, όταν το σπίτι μας κάηκε στον Εμφύλιο Πόλεμο, την περίοδο 1947–1949.
Θα ήθελα, τέλος, να αναφέρω ένα μικρό περιστατικό, που ίσως ενδιαφέρει ιδιαίτερα γονείς και εκπαιδευτικούς.
Τα παιδιά μεγαλώνουν και διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους μέσα από το περιβάλλον στο οποίο ζουν.
Σαράντα ημέρες μετά τον θάνατο του παππού, ο παπα-Ζουμάς έπρεπε να ανέβει στο καλύβι της Λογκάς, όπου είχε πεθάνει, για να διαβάσει το καθιερωμένο μνημόσυνο.
Ξεκίνησε καβάλα στο γαϊδουράκι μας.
Πίσω του ακολουθούσαν συγγενείς, η μητέρα μου κι εγώ, πέντεμισι ετών τότε.
Εγώ, όμως, είχα έναν μεγάλο καημό.
Δεν με είχαν ανεβάσει στο γαϊδουράκι.
Ήμουν ο πρωτότοκος γιος της οικογένειας και έφερα το όνομα του παππού. Είχα συνηθίσει να με κανακεύουν.
Όταν φτάσαμε στη θέση Διάσελο, έβαλα σε εφαρμογή το παιδικό μου σχέδιο.
Άρχισα να φωνάζω πως πονούσε η κοιλιά μου και πως δεν μπορούσα να περπατήσω.
Φυσικά έλεγα ψέματα.
Ήθελα μόνο να κατέβει ο παπάς από το γαϊδουράκι.
Όλοι ανησύχησαν. Προσπαθούσαν να με βοηθήσουν, όμως εγώ συνέχιζα το θέατρο.
Τελικά ο παπα-Ζουμάς κατέβηκε.
Με ανέβασαν εμένα στο ζώο και εκείνος συνέχισε τον δρόμο του με τα πόδια.
Το σχέδιό μου είχε πετύχει.
Όλη τη διαδρομή με ρωτούσαν αν εξακολουθούσε να με πονά η κοιλιά.
Εγώ, πλέον καβάλα στο γαϊδουράκι, είχα… γίνει καλά.
• Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.
Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.
Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.