
Γιάννης Καραμπέτσος, Θύμιος Καραγιάννης, Χαράλαμπος Καραδήμας και Σοφία Στέφου στον Άγιο Δημήτριο στο μαγαζί του Κσνόνια .

Κόκκινος-Λούτσοβος Δωρίδας Ν. Φωκίδας
Λούτσοβος, παλιά ονομασία του χωριού ΚΟΚΚΙΝΟΣ, που βρίσκεται σε προνομιακή θέση, έχοντας την λίμνη ΜΟΡΝΟΥ πραγματικά στα πόδια του. Ουσιαστικά τα πόδια του χωριού η εύφορος κοιλάδα του Μόρνου, σκεπάστηκε από τα νερά της τεχνητής λίμνης και ανάγκασε τους κατοίκους να φύγουν και να εγκατασταθούν σε άλλα μέρη κυρίως στην ΑΘΗΝΑ.

Γιάννης Καραμπέτσος, Θύμιος Καραγιάννης, Χαράλαμπος Καραδήμας και Σοφία Στέφου στον Άγιο Δημήτριο στο μαγαζί του Κσνόνια .


«Αύριο δεν θα έχουμε μάθημα, θα πάμε εκδρομή. Θα έρθετε όλοι κανονικά το πρωί, θα έχει ετοιμαστεί και το γάλα σας. Μαζί μας, από το συσσίτιο, θα πάρουμε κίτρινο τυρί και ψωμί. Καλό όμως θα είναι οι μανάδες σας να σας ετοιμάσουν και κάτι πρόχειρο, γιατί θα αργήσουμε να επιστρέψουμε», ήταν οι τελευταίες κουβέντες του δασκάλου πριν αφήσει ελεύθερους τους μαθητές του από το απογευματινό μάθημα.
Χαρά μεγάλη, αλλά κανένα παιδί δεν τόλμησε να τη δείξει. Ούτε επιφωνήματα ενθουσιασμού ακούστηκαν ούτε καν χαρούμενα πρόσωπα φάνηκαν. Ο δάσκαλος σκληρός και δεν επέτρεπε τέτοιου είδους παρεκτροπές.
Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και ο δάσκαλος του ορεινού σχολείου είχε τις δικές του παιδαγωγικές αρχές.
Ο δάσκαλος και οι μέθοδοί του
Εκείνη την εποχή επικρατούσε το δόγμα της απόλυτης αυστηρότητας, ιδιαίτερα από δασκάλους που είχαν ελλιπή γνώση ή, πιο σωστά, καθόλου γνώση περί παιδαγωγικής. Οι παλιοί δάσκαλοι φοιτούσαν μόνο δύο χρόνια και από τα μαθήματά τους έλειπαν μαθήματα ψυχολογίας και τρόπων μάθησης για τους νεαρούς μαθητές. Μάλιστα, πολλοί δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν και το ξύλο και τη σωματική βία στους μαθητές τους για να τους πείσουν να μάθουν γράμματα.
Η εμβληματική ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο» σατίριζε με τον πιο εύγλωττο τρόπο την αντίληψη που είχε η κοινωνία εκείνη την εποχή για τους τρόπους μάθησης.
Ο συγκεκριμένος δάσκαλος, είναι η αλήθεια, πάλευε με όλους τους τρόπους να μεταλαμπαδεύσει γνώση στους νεαρούς μαθητές του. Το πρόβλημα ήταν βέβαια οι τρόποι.
Κάποιες πρωτοβουλίες του ήταν και αρκετά ρηξικέλευθες για το πνεύμα της εποχής και για το άκρως συντηρητικό κλίμα ενός ορεινού χωριού της ελληνικής επαρχίας.
Κάθε Κυριακή μετά την εκκλησία συγκέντρωνε τους γονείς και τους ενημέρωνε για διάφορα θέματα, όπως βασικά θέματα υγιεινής. Μάλιστα, σε μια τέτοια συνάντηση, που το θέμα που ανέλυε ήταν η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των ενηλίκων και εξηγούσε με λίγο επιστημονικό τρόπο πώς γίνεται η σύλληψη και αρχίζει η εγκυμοσύνη, η κυρία Κατίνα, μια πολύτεκνη μητέρα, τον διακόπτει ξαφνικά και του λέει:
«Δάσκαλε, δεν αφήνεις τις βλακείες; Θα μας πεις εσύ πώς γίνονται τα παιδιά; Είσαι ανύπανδρος και έχεις περάσει τα σαράντα. Το έχεις καταλάβει πως είσαι ένα γεροντοπαλίκαρο; Είμαι σίγουρη πως δεν ξέρεις από γυναίκα, δεν έχεις πάει ούτε και με κάποια παστρικιά».
Τα δυνατά γέλια ακούστηκαν σε όλο το χωριό και τα κυριακάτικα μαθήματα διακόπηκαν αδόξως.
Μια άλλη παραξενιά του ήταν να ζητά από τους μαθητές να διαβάζουν τα μαθήματά τους φωναχτά στο σπίτι και μάλιστα πολύ δυνατά, ώστε να ακούγονται στο δικό του σπίτι, που ήταν στην κορυφή του χωριού.
Φαντάζεται κανείς τη σκηνή! Σε ένα χωριό κτισμένο σε μια ορθοπλαγιά, με λίγο λιγότερα από 100 σπίτια, συγκεντρωμένα μάλιστα σε σχετικά μικρή έκταση, καμιά σαρανταριά νεαροί και νεαρές να διαβάζουν με όση δύναμη διέθεταν!
Όντως πρωτοποριακή μέθοδος. Αφενός ήλεγχε τους μαθητές του και στις εξωσχολικές ώρες και αφετέρου τους ανάγκαζε να εφαρμόζουν στην πράξη την αποτελεσματική μέθοδο κατανόησης ενός κειμένου και καταγραφής στη μνήμη, με την ταυτόχρονη επίδραση των οπτικοακουστικών ερεθισμάτων. Κάποιοι μάλιστα χρησιμοποιούσαν και αισθητικοκινητικά ερεθίσματα, περπατώντας πέρα δώθε, μια και διάβαζαν στην αυλή του σπιτιού τους.
Πολύ προχό ο δάσκαλος, όπως θα έλεγαν οι νεαροί της σημερινής εποχής.
Όλα αυτά καλά για τον δάσκαλο, αλλά τους κατοίκους, που έπρεπε να ζουν σε έναν χώρο που θύμιζε τη λεγόμενη Χάβρα των Ιουδαίων, ποιος τους λογάριαζε…
Η εκδρομή αρχίζει
Αυτά με τον δάσκαλο, αλλά ας γυρίσουμε τώρα στην ιστορία μας.
Πρωί πρωί η Ασήμω, η μαγείρισσά μας, γέμισε τις κούπες μας με το γάλα που είχε ετοιμάσει. Λίγοι το πίναμε, οι περισσότεροι το χύναμε με τρόπο, για να μη μας πάρει είδηση ο δάσκαλος και υποστούμε το μαρτύριο της βέργας του.
Το γάλα φτιαχνόταν από κάποια λευκή ουσία που έμοιαζε σαν αλεύρι. Εμείς το λέγαμε σκονόγαλο. Συνηθισμένοι με το γνήσιο γάλα της κατσίκας ή της προβατίνας, δεν καταδεχόμασταν να ξεπέσουμε στο ολλανδικό σκονόγαλο και έτσι αυτό κατέληγε τροφή στα μερμήγκια…
Αφού τελειώσαμε, όπως τελειώσαμε, με το πρωινό συσσίτιο, ο δάσκαλος έκανε νεύμα στον επιμελητή της ημέρας και το σύνθημα δόθηκε για τη στοίχιση και την πρωινή προσευχή.
Το σχολείο ήταν μονοθέσιο και οι μαθητές του δεν ξεπερνούσαν τους σαράντα. Τα μεγάλα παιδιά, δηλαδή της πέμπτης και της έκτης, τα αγόρια, θα κουβαλούσαν τις κονσέρβες με το τυρί και το ψωμί και ένα αγαπημένο εργαλείο του δασκάλου, που ήταν ένα πικ απ με αρκετούς δίσκους δημοτικών τραγουδιών.
Ο δάσκαλος ήταν υπερήφανος που είχε μάθει τους μαθητές του να χορεύουν πολύ καλά δημοτικούς χορούς και οι εκδρομές ήταν ευκαιρία για επίδειξη και πρακτική εξάσκηση. Οι μαθητές του άλλη γνώμη είχαν, αλλά αυτούς δεν τους ρωτούσε κανείς…
Την τελευταία στιγμή, πριν την αναχώρηση, μας ανακοίνωσε τον τόπο της εκδρομής και μας αράδιασε τις υποχρεώσεις μας:
«Έχω συνεννοηθεί με τον δάσκαλο του Βελουχιού, του χωριού που βρίσκεται στις πηγές του ποταμού, πίσω από το Κάστρο, να φέρει και αυτός τους μαθητές του εκδρομή στη Γέφυρα του Κοκκίνου. Δεν θέλω φασαρίες με τα άλλα τα παιδιά. Ακόμη και αν αυτοί ξεκινήσουν τη φασαρία, θα έρθετε να μου το πείτε. Προσέξτε πολύ, θα είμαι πολύ αυστηρός.
Και να μην ξεχάσω το σημαντικότερο: σας θέλω στον χορό πρώτους. Δεν θα δεχτώ να μας ξεπεράσουν οι Βελουχοβιώτες».
Το τελευταίο το είπε αρκετά δυνατά και με ύφος απειλητικό, αν δεν το καταφέρναμε.
Ξεκινήσαμε με στρατιωτική πειθαρχία, στοιχισμένοι και ζυγισμένοι, λες και ήμασταν κάποιος λόχος λοκατζήδων.
Η κοιλάδα του Κοκκινοπόταμου
Βαδίσαμε περίπου ένα μισάωρο, όταν έδωσε το παράγγελμα να σταματήσουμε για μια ολιγόλεπτη ξεκούραση.
Το σημείο που ο δάσκαλος διάλεξε ήταν ένα ψήλωμα, το καλύτερο για να απολαύσεις την κοιλάδα που έβλεπες πανοραμικά μπροστά σου.
Έβλεπες ολόκληρη τη διαδρομή, σχετικά όχι μεγάλη, ενός ποταμιού που ξεκίναγε από τα βόρεια και ανατολικά ενός μεγάλου βουνού, που, παρόλο που βρισκόμασταν στα μέσα Μαΐου, ήταν σκεπασμένο με πολλά χιόνια.
Επειδή, όταν κάποια έντονη καταιγίδα ξεσπούσε ψηλά στο βουνό, το νερό του ποταμού γινόταν κατακόκκινο λόγω του κόκκινου χρώματος των εδαφών, το ποτάμι έφερε το όνομα Κόκκινος. Από το όνομα του ποταμιού είχε πάρει το όνομά του και το δικό μας χωριό.
Όλος ο ρους του ποταμού έμοιαζε σαν ένα κεφαλαίο Υ. Φαινόταν να έχει δύο πηγές ψηλά στο βουνό, στα Βαρδούσια, που καθεμιά δημιουργούσε τη δική της κοίτη στις πλαϊνές άκρες μιας λοφώδους απόληξης του βουνού.
Στο τέλος της απόληξης ενώνονταν σε μια μεγαλύτερη κοίτη και, σχεδόν σε μια ευθεία γραμμή, οδηγούσαν τα νερά σε έναν πολύ μεγαλύτερο ποταμό, που οι παλιοί τον έλεγαν Μέγα Ποταμό και σήμερα είναι γνωστός ως Μόρνος.
Όλη η περιοχή που αντικρίσαμε ήταν μια μικρή, όμορφη κοιλάδα, περίκλειστη από τεράστιους υψηλούς ορεινούς όγκους, με τις κάτασπρες από τα χιόνια κορφές, όμοιες με ένα όμορφο φωτοστέφανο.
Κάτω στην κοιλάδα οργίαζε το πράσινο από τις αμέτρητες ιτιές και τα θεόρατα πλατάνια που αγκάλιαζαν στοργικά τις όχθες του ποταμού.
Την εικόνα συμπλήρωναν τα όμορφα αγροκτήματα, διασκορπισμένα στα αριστερά και δεξιά του ποταμού, πάνω σε ένα γεωγραφικό ανάγλυφο, με τα ισιάδια του και με τις κομψές φιδίσιες πεζούλες σε μικρούς χωμάτινους λοφίσκους.
Τα μαιανδρικά κανάλια μεταφοράς νερού για το πότισμα και οι χαμηλού ύψους θάμνοι, που έπαιζαν τον ρόλο του φράχτη και οριοθετούσαν τις ιδιοκτησίες, συμπλήρωναν τον καμβά ενός ζωντανού ζωγραφικού πίνακα.
Πόσο τυχεροί πρέπει να ήταν οι άνθρωποι του λιλιπούτειου οικισμού των πέντε-έξι αγροικιών, με το όνομα Χάνια του Καραποστόλη, που ζούσαν σχεδόν στο κέντρο αυτής της μικρής κοιλάδας.
Από το ύψωμα αυτό βλέπαμε από κάτω μας και ακριβώς μπροστά τη μεγάλη τσιμεντένια γέφυρα, πάνω από εκατό μέτρα, που γεφύρωνε τις όχθες του ποταμού. Στην ανατολική άκρη λειτουργούσε ένα χάνι που εξυπηρετούσε τους διαβάτες και τους οδηγούς των λιγοστών αυτοκινήτων.
Ο δάσκαλός μας είπε ότι το χάνι θα ήταν ο προορισμός μας.
Ήδη, στο βάθος του δρόμου από το Βελούχι, φαινόταν αμυδρά να έρχονται και τα παιδιά του άλλου σχολείου.
Ο δρόμος ή, πιο σωστά, το μονοπάτι που έπρεπε να βαδίσουμε ήταν και κατηφορικό και αρκετά στενό. Έτσι, από εδώ και πέρα θα βαδίζαμε κατά φάλαγγα, δηλαδή ένας πίσω από τον άλλο.
Σε μισή σχεδόν ώρα τα είχαμε καταφέρει και φθάναμε στη δημοσιά. Ανασυνταχθήκαμε και τα υπόλοιπα διακόσια μέτρα τα διανύσαμε με λοκατζίδικη τάξη και πειθαρχία.
Φθάσαμε τελικά λίγο νωρίτερα και έτσι ήμασταν εμείς που προϋπαντήσαμε τα παιδιά και τον δάσκαλο από το Βελούχι.
Ο δάσκαλός μας, όταν είχαν πλησιάσει αρκετά, σχολίασε αρκετά δυνατά για να ακούσουμε όλοι:
«Είναι δυνατόν δημοτικό σχολείο και να είναι ένα μπουλούκι; Πού είναι η τάξη; Να δείτε που δεν θα ξέρουν να χορεύουν. Μην ξεχάσετε ό,τι σας είπα το πρωί».
Ο εφιάλτης του δασκάλου
Τα παιγνίδια έδιναν και έπαιρναν, όταν κάποια στιγμή οι δάσκαλοι αποφάσισαν ότι είχε έλθει η ώρα για φαγητό.
Οι μαθητές άρχισαν, σε μικρές παρέες, να κάθονται κάτω από τα πλατάνια και να τρώνε το πρόχειρο φαγητό που είχαν φέρει μαζί τους. Ο δικός μας δάσκαλος άνοιξε τις κονσέρβες με το τυρί και, με τη βοήθεια δύο μαθητών, άρχισε να το μοιράζει σε όλους.
Με την παρέα μου, και βέβαια χωρίς να είναι επιλογή μας, βρεθήκαμε δίπλα στο μέρος που ήλθαν και κάθισαν οι δύο δάσκαλοι και έτσι ακούγαμε πολύ καθαρά το τι κουβέντιαζαν.
«Είστε τυχεροί εσείς οι ορεινοί, έχουν οι μαθητές σας δωρεάν το πρωινό και μεσημεριανό φαγητό», ήταν το παράπονο του δασκάλου από το πεδινό χωριό του Βελουχιού.
«Δίκιο έχεις, δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω πώς η κυβέρνηση το αποφάσισε με αυτόν τον τρόπο. Άνθρωποι εξίσου φτωχοί είναι και οι δικοί σου, αλλά μήπως είναι το μόνο στραβό στην Ελλάδα; Καμιά φορά αναρωτιέμαι πώς παίρνονται οι αποφάσεις από την κυβέρνηση…»
«Τα χωριά μας, αγαπητέ συνάδελφε, και τι δεν έχουν υποστεί από τους πολέμους. Πόσους άνδρες χάσαμε στον πόλεμο με την Ιταλία. Οι καταστροφές από τους Ιταλογερμανούς στην Κατοχή ρήμαξαν τον τόπο και τους ανθρώπους. Και να ήταν μόνο αυτά; Ήλθε και ο Εμφύλιος ή ανταρτοπόλεμος, όπως τον λένε οι περισσότεροι εδώ, και μας αποτελείωσε».
«Δύσκολα χρόνια, Γιώργο. Ένα συγκλονιστικό γεγονός που συνέβη εδώ κοντά μας εγώ δεν μπορώ να το ξεχάσω. Πίστεψέ με, κάποιες βραδιές έρχεται στα όνειρά μου ως εφιάλτης».
«Δοκίμασε αυτό το ολλανδικό τυρί. Εμένα μου αρέσει πολύ, είναι πιο νόστιμο από τη φέτα», τον διακόπτει ο δάσκαλός μας και συνεχίζει:
«Αν δεν σου κάνει κόπο, μίλησέ μου γι’ αυτό το συγκλονιστικό γεγονός. Φαντάζομαι το έζησες προσωπικά».
«Συνάδελφε, ήμουν εκείνη την εποχή γύρω στα δεκαπέντε και θυμάμαι πολύ καλά όλα τα γεγονότα. Ήταν η χρονιά που οι Γερμανοί κατακτητές είχαν ξεκινήσει έναν άγριο διωγμό εναντίον των Εβραίων.
Με καμιόνια αλλά και πεζή τούς μετέφεραν οι Γερμανοί από διάφορα μέρη της κεντρικής και ανατολικής Ελλάδος στη Ναύπακτο. Αυτός ο δρόμος ήταν ο μοναδικός που ένωνε τη Λαμία με τη Ναύπακτο και επομένως από εδώ περνούσαν αναγκαστικά.
Θυμάμαι ότι μερικούς μήνες πριν είχαν φύγει οι Ιταλοί, που είχαν τον έλεγχο των διαβάσεων και εδώ στον Κοκκινοπόταμο και στο Στενό, στη γέφυρα του Μόρνου, και είχαν αναπτυχθεί Γερμανοί στρατιώτες».
«Ναι, ναι… το θυμάμαι και εγώ αυτό. Μάλιστα οι Γερμανοί ήταν πολύ σκληροί, είχαν γίνει ο τρόμος και ο φόβος των κατοίκων. Κάποιους μάλιστα τους είχαν δολοφονήσει για ασήμαντη αφορμή», τον διακόπτει ο δάσκαλός μας.
Το κρασί του μπάρμπα Μήτσου
«Καλώς τον μπάρμπα Μήτσο», με μια σχεδόν φωνή οι δάσκαλοι υποδέχονται τον Μήτσο, τον ιδιοκτήτη του μικρού χανιού, γνωστού στους ντόπιους ως Χάνι του Γκέκα.
«Είπα να σας φέρω λίγο κοκκινέλι και μια τηγανιά που ετοίμασε πρόχειρα η γυναίκα μου».
«Σε ευχαριστούμε, αλλά δεν ήταν ανάγκη, μπάρμπα Μήτσο», του απαντά ο δάσκαλος από το Βελούχι.
«Δάσκαλε, τον γιο μου του μαθαίνεις γράμματα. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για σας», και ανοίγει την κατσαρόλα με την τηγανιά και προσφέρει τα μεζεδάκια στους δασκάλους.
«Το κρασί εμένα μου αρέσει πολύ, όπως ξέρετε πολύ καλά, και διαλέγω πάντα τα καλά κρασιά. Αυτό το κοκκινέλι είναι του γέρου Δήμου από το Κλήμα, το χωριό της γυναίκας μου. Ορεινό και φτωχό χωριό, αλλά βγάζει καλό κρασί. Δοκιμάστε το», και αρχίζει να βάζει στα ποτήρια.
Οι δάσκαλοι πρόθυμα δοκίμαζαν τις λιχουδιές και το κρασί του μπάρμπα Μήτσου και παρ’ ολίγον να ξεχάσουν την αφήγηση της ιστορίας, αν κάποιος μαθητής από το Βελούχι δεν ρώταγε τον δάσκαλό του:
«Τι ακριβώς συνέβη εδώ κοντά, κύριε, στα χρόνια των Γερμανών;»
«Αναστάση, κρυφάκουγες την κουβέντα που είχα με τον συνάδελφο;» του απαντά ο δάσκαλος χαμογελώντας.
«Όχι, κύριε, δεν κρυφάκουγα. Εδώ δίπλα σας βρίσκομαι, εσείς μιλούσατε δυνατά και άκουγα», του απαντά θαρραλέα ο Αναστάσης.
Εμάς, που είχαμε μάθει στην αυστηρότητα του δικού μας δασκάλου, μας παραξένεψε αυτή η πολύ ανθρώπινη συνομιλία.
Ο μπάρμπα Μήτσος, ο χανιτζής, χαιρέτησε και έφυγε. Μια κούρσα είχε σταματήσει μπροστά στο χάνι και έπρεπε να πάει να εξυπηρετήσει τους πελάτες.
Η αφήγηση
«Λοιπόν, συνάδελφε, και για σένα, Αναστάση, που ακούς, η συνέχεια της ιστορίας έχει ως εξής:
Πρέπει να ήταν πριν το Πάσχα. Εγώ ήμουν ψηλά στον Άγιο Νικόλαο με τον θείο μου τον Νίκο. Ακόμη δεν είχε μεσημεριάσει, όταν ακούμε βολή πολυβόλου από τη μεριά του Κάστρου, όπου υπήρχε γερμανική φρουρά. Ενστικτωδώς καλυφθήκαμε πίσω από κάποιες μεγάλες κοτρώνες.
Βλέπαμε καθαρά τους Γερμανούς και το Βαγγόρεμα. Κάποιες ανθρώπινες φιγούρες ανέβαιναν προς τα πάνω. Σε λίγο διακρίναμε καμιά εικοσαριά γυναίκες που, με τα χέρια ψηλά, πλησίαζαν τους στρατιώτες.
Μετά από μια ολιγόλεπτη ανάκριση, τις διέταξαν να κατέβουν τη ρεματιά. Δεν είχαν απομακρυνθεί ούτε είκοσι μέτρα, όταν άρχισε το πολυβόλο των Γερμανών να κροταλίζει και να πέφτουν νεκρές όλες οι γυναίκες.
Άγριο έγκλημα, δολοφονία εν ψυχρώ, παιδιά μου».
Η φωνή του δασκάλου σπάει και κάποια δάκρυα διακρίνονται να τρέχουν στο πρόσωπό του.
Τη σιωπή που απλώθηκε γύρω μας τη διέκοψε ο δάσκαλός μας με την ευχή να μην ξαναζήσει ο κόσμος τέτοιες καταστάσεις.
«Κύριε, οι γυναίκες ήσαν από το χωριό μας;» ακούστηκε σε λίγο η φωνή του Αναστάση.
«Όχι, παιδί μου. Ήσαν Εβραιοπούλες. Μάλλον είχαν καταφέρει να το σκάσουν από το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ναυπάκτου και, ακολουθώντας τον ρου του ποταμιού, ήλπιζαν οι έρμες πως θα βρουν την ελευθερία τους ψηλά στα βουνά».
«Δυστυχώς, εκεί στο τέρμα του Βαγγορέματος, εκεί που συναντά τον Κοκκινοπόταμο», συνεχίζει ο δάσκαλός μας, «κάποιοι Έλληνες, σε δυο-τρία χρόνια από αυτό το γεγονός, έφερναν άλλους Έλληνες και τους σκότωναν με τον πιο άγριο τρόπο.
Τους τραυμάτιζαν σοβαρά και τους πλάκωναν με πέτρες. Τους εγκατέλειπαν εκεί όλη τη νύχτα να βογκούν με ξεφωνητά, μέχρι να ξεψυχήσουν.
Και όλα αυτά γίνονταν στο όνομα κάποιας ιδεολογίας με ανθρωπιστικά ιδεώδη. Φρικτά πράγματα. Οι Γερμανοί πήγαιναν, τουλάχιστον σε καθάριζαν μια και έξω», τελείωσε την κουβέντα του ο δάσκαλός μας.
«Κακό πράγμα ο πόλεμος, αλλά ακόμη χειρότερος ο εμφύλιος».
Συμπλήρωσε ο δάσκαλος του Βελουχιού και σηκώθηκε από τη θέση του.
«Είμαστε τόσες ώρες εδώ και δεν έχουμε δει από κοντά τον Κοκκινοπόταμο. Συνάδελφε, δεν πάμε καμιά βόλτα προς τα κει, να αλλάξει και η διάθεσή μας;»
Στον Κοκκινοπόταμο
Πρόθυμα τον ακολούθησε και ο δάσκαλός μας. Κάποιοι μαθητές, βλέποντας τους δασκάλους να πηγαίνουν προς το ποτάμι, τους μιμήθηκαν.
Το ποτάμι αυτή την εποχή είχε αρκετό νερό και μάλιστα, σε κάποια σημεία που στένευε αρκετά η κοίτη του, ήταν και πολύ ορμητικό.
Κάποιοι από τους μαθητές έβγαλαν τα παπούτσια τους, σκοπεύοντας να το διασχίσουν. Η παρέμβαση των δασκάλων ήταν ακαριαία και έτσι ματαιώθηκε.
Εντύπωση μου έκανε πως όσοι προετοιμάζονταν να περάσουν το ποτάμι ήσαν μαθητές από το Βελούχι.
Εμείς πού να το τολμήσουμε; Είχαμε γνώση τι μας περίμενε…
Η μεγάλη γέφυρα
Στο σημείο που σταθήκαμε βλέπαμε όλη τη νότια πλευρά της τσιμεντένιας γέφυρας.
Μια πανέμορφη, πελώρια γέφυρα, μήκους γύρω στα εκατό μέτρα, που ακουμπούσε σε δώδεκα συμπαγείς, τεράστιους, τσιμεντένιους ημιστρόγγυλους κίονες, πλάτους γύρω στα έξι και ύψους σχεδόν τεσσάρων μέτρων.
Οι πλευρές, που σχηματίζονταν από οχτώ υψηλά τόξα με άνοιγμα πάνω από δεκαπέντε μέτρα, προσέδιδαν μια αρμονία που δύσκολα δεν θα παρατηρούσε ακόμη και η ματιά ενός αδιάφορου παρατηρητή.
«Κύριε, πότε φτιάχθηκε αυτή η μεγάλη γέφυρα; Είναι πολύ όμορφη. Είναι από τα παλιά τα χρόνια;» είναι η ερώτηση του Γιώργου, μαθητή από το Βελούχι.
«Όχι, Γιώργο, οι παλιοί πρόγονοί μας δεν είχαν ανακαλύψει το τσιμέντο. Κατασκευάστηκε πριν είκοσι πέντε περίπου χρόνια. Και αυτή η γέφυρα και η άλλη, που ήταν πολύ μικρότερη, στο Στενό, κατασκευάστηκαν γύρω στο 1937, λίγο πριν τον πόλεμο του σαράντα.
Πάρα πολύ σπουδαία έργα και για τον τόπο μας και για την Ελλάδα. Όλα έγιναν με τα χέρια. Εκατοντάδες άνθρωποι δούλεψαν σχεδόν τρία χρόνια για να τελειώσει».
«Συνάδελφε», τον διακόπτει ο δικός μας δάσκαλος, «αρκετά με τα γεφύρια και τα ποτάμια. Όντως είναι πανέμορφα, αλλά μήπως ήρθε η ώρα να διασκεδάσουμε με κανένα ωραίο δημοτικό τραγούδι και οι μαθητές μας να μας δείξουν και πώς λεβέντικα χορεύονται;»
«Καλή ιδέα, Γιώργο, αλλά πού θα βρούμε το πικ απ;»
«Έχουμε φέρει μαζί μας το δικό μας πικ απ. Ένας καλός συγχωριανός μας, που βρίσκεται στην Αμερική, έχει δωρίσει στο σχολείο ένα εργαλείο τελευταίας τεχνολογίας», απαντά με λίγο κομπασμό ο δάσκαλός μας και αμέσως φωνάζει τον Βασίλη και τον Γιώργο, τους μαθητές που είχαν την ευθύνη για το πικ απ και τους δίσκους, να το φέρουν.
Το γλέντι
Σε λίγο, στις όχθες του Κοκκινοπόταμου, αντιλαλούσε η φωνή του Παπασιδέρη και το κλαρίνο του Καράκωστα.
Ο δάσκαλός μας σηκώθηκε, διάλεξε ένα καθαρό μέρος και έδωσε το σύνθημα.
Αμέσως σηκωθήκαμε όλοι οι μαθητές και κάναμε δύο χορευτικούς κύκλους. Ο ένας ήταν των αγοριών και ο άλλος των κοριτσιών και αρχίσαμε να χορεύουμε.
Σε λίγο σηκώθηκαν και μαθητές του Βελουχιού και σχημάτισαν έναν κύκλο, ανάκατα αγόρια και κορίτσια.
Οι σκοποί εναλλάξ: τσάμικο, συρτό, με κυκλική αλλαγή των πρωτοχορευτών…
Γεγονός είναι ότι όλο το σκηνικό άρεσε ιδιαίτερα στους δασκάλους, αλλά και στον χανιτζή και τη γυναίκα του, που παρακολουθούσαν από την αυλή τους.
Η επιστροφή
Όταν έφθασε η ώρα να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής για το χωριό μας, φθάνοντας στη γέφυρα, χαρούμενος μας λέει με δυνατή φωνή:
«Μπράβο, παιδιά μου! Δείξατε στους καμπίσιους Βελουχοβιώτες πώς πρέπει να χορεύουν. Οι ορεινοί είναι λεβέντες!»
Ο δάσκαλος σπάνια έλεγε μπράβο και αυτό έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και ικανοποίηση στους μαθητές.
Προσωπικά, ο χαρακτηρισμός «καμπίσιους» για τους Βελουχοβιώτες εμένα δεν μου καλοάρεσε.
Εγώ ήμουν καμπίσιος.
Γεννήθηκα και ζούσα στον κάμπο, δίπλα στις όχθες του Μόρνου, ακριβώς στη συμβολή του με τον Κοκκινοπόταμο, και μόνο για την παρακολούθηση του σχολείου ανέβαινα στο ορεινό χωριό, και αυτό με πολλά ζόρια…









Ο αείμνηστος Γιώργος Κρανιάς με τον Θάνος τον εγγονό του .