Δύο αυτοδίδακτοι ζωγράφοι από τον Κόκκινο Δωρίδας

Η έμπνευση πίσω από το γλυπτό «Ο Ζωγράφος»

Στην έξοδο του χωριού Κόκκινος Δωρίδας, του παλιού Λούτσοβου, εκεί όπου το βλέμμα αγκαλιάζει τη λίμνη του Μόρνου και τις κορυφές της Γκιώνας και των Βαρδουσίων, στέκεται πλέον ο «Ζωγράφος», έργο του καταξιωμένου γλύπτη Οδυσσέα Τοσουνίδη.

Δεν πρόκειται για την απεικόνιση ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Είναι ένα συμβολικό έργο, αφιερωμένο σε δύο ανθρώπους του χωριού μας που, χωρίς ακαδημαϊκές σπουδές, κατόρθωσαν να διακριθούν χάρη στο έμφυτο ταλέντο, την επιμονή και την αφοσίωσή τους στη ζωγραφική: τον Αθανάσιο (Tom) Στεφόπουλο και τον Χαράλαμπο Στέφο.

Ο Αθανάσιος (Tom) Στεφόπουλος (1882–1971)

Ο Αθανάσιος Στεφόπουλος γεννήθηκε το 1882 στον Κόκκινο Δωρίδας (τότε Λούτσοβος). Νέος ακόμη μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.

Παρότι αυτοδίδακτος, ανέπτυξε ένα ιδιαίτερο καλλιτεχνικό ύφος ως ζωγράφος και σχεδιαστής. Έγινε γνωστός κυρίως στο Πόρτλαντ του Όρεγκον, όπου δημιούργησε τις περίφημες Lovejoy Columns, ένα από τα σημαντικότερα έργα δημόσιας τέχνης της πόλης.

Το έργο του αναγνωρίστηκε για τη λεπτομέρεια, την αφηγηματική δύναμη και τη δεξιοτεχνία του. Σήμερα έργα, σχέδια και προσωπικό του αρχείο φυλάσσονται στο Hellenic-American Cultural Center & Museum στο Πόρτλαντ, αποτελώντας πολύτιμο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς της ελληνικής ομογένειας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Tom Στεφόπουλος ήταν αδελφός της Αλεξάνδρας Καραγιάννη, μητέρας του αείμνηστου Θύμιου Καραγιάννη, γεγονός που διατηρεί μέχρι σήμερα ζωντανή τη σύνδεσή του με τον τόπο καταγωγής του.

Ο Χαράλαμπος Στέφος (1932–2009)

Πενήντα χρόνια αργότερα, το 1932, γεννήθηκε στον ίδιο τόπο ένας ακόμη αυτοδίδακτος δημιουργός, ο Χαράλαμπος Στέφος.

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια της Κατοχής, η φτώχεια και η καθημερινή βιοπάλη δεν στάθηκαν εμπόδιο στην καλλιτεχνική του πορεία. Με μοναδικό εφόδιο το ταλέντο και την προσωπική του προσπάθεια δημιούργησε ένα πλούσιο ζωγραφικό έργο, στο οποίο κυριαρχούν τα ελληνικά τοπία, οι άνθρωποι της υπαίθρου και οι μνήμες της Κατοχής.

Πραγματοποίησε είκοσι ατομικές εκθέσεις και συμμετείχε σε περισσότερες από τριάντα ομαδικές. Έργα του βρίσκονται σήμερα στη Δημοτική Πινακοθήκη Αθηνών, στη Δημοτική Πινακοθήκη Άμφισσας, στη Δημοτική Πινακοθήκη Λαμίας, στο Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, στην Ελληνική Πρεσβεία της Χάγης και σε πολλές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η δύναμη ενός τόπου

Οι δύο αυτοί καλλιτέχνες δεν συναντήθηκαν ποτέ στην ίδια πορεία. Τους ένωνε, όμως, η ίδια αφετηρία: ένα μικρό ορεινό χωριό της Δωρίδας, που σήμερα αγναντεύει τα νερά της λίμνης του Μόρνου, εκεί όπου άλλοτε απλωνόταν ο εύφορος κάμπος του.

Ίσως γι’ αυτό ο «Ζωγράφος» του Οδυσσέα Τοσουνίδη δεν κοιτάζει τυχαία προς τη λίμνη. Στρέφει το πινέλο του προς τη βυθισμένη πατρίδα, σαν να ζωγραφίζει όχι μόνο το τοπίο που αντικρίζει, αλλά και εκείνο που ζει πλέον μόνο στη μνήμη.

Με το γλυπτό αυτό ο Κόκκινος τιμά δύο δικούς του ανθρώπους, που απέδειξαν πως η αληθινή τέχνη γεννιέται πρωτίστως από την ψυχή, την επιμονή και την αγάπη για τη δημιουργία.

Ο «Ζωγράφος» δεν κρατά μόνο ένα πινέλο. Κρατά τη μνήμη ενός τόπου και την παραδίδει στις επόμενες γενιές.

Όμως, το γλυπτό αυτό δεν θα βρισκόταν σήμερα στη θέση του χωρίς το όραμα και την ανιδιοτελή προσφορά ενός ακόμη ανθρώπου του χωριού μας.

Ο ευπατρίδης συμπατριώτης μας Σπύρος Καραδήμας είχε την έμπνευση, την ευαισθησία και κυρίως τη διάθεση να προσφέρει στον τόπο του ένα έργο που θα μείνει στις επόμενες γενιές. Με δική του πρωτοβουλία πραγματοποιήθηκε η πλήρης αναμόρφωση ενός από τους πιο εμβληματικούς χώρους του Κόκκινου: της πλατείας του Αγίου Βασιλείου, του Καραουλιού, των Βρυσών και των Αμπλοϊθιών.

Σήμερα ο επισκέπτης δεν σταματά μόνο για να θαυμάσει τη λίμνη του Μόρνου με τα μοναδικής ομορφιάς φιόρδ της. Σταματά και για να απολαύσει έναν χώρο που συνδυάζει τη φυσική ομορφιά με την αισθητική, την ιστορία και τον πολιτισμό. Η παρουσία του «Ζωγράφου» ολοκληρώνει αυτή την εικόνα, μετατρέποντας την έξοδο του χωριού σε έναν τόπο μνήμης, τέχνης και περισυλλογής.

Σπύρο Καραδήμα, σε ευχαριστούμε.

Με την προσφορά σου απέδειξες ότι η αγάπη για τον τόπο δεν εκφράζεται μόνο με λόγια, αλλά με έργα που αφήνουν αποτύπωμα στον χρόνο. Οι σημερινοί και οι αυριανοί Κοκκινιώτες θα σε θυμούνται με ευγνωμοσύνη, γιατί χάρη στη δική σου πρωτοβουλία ο τόπος μας έγινε ομορφότερος και η μνήμη του πλουσιότερη. Έτσι, το χωριό δεν τιμά μόνο το παρελθόν του· δημιουργεί και τη δική του πολιτιστική παρακαταθήκη για το μέλλον.

Αυτό που αφήνουμε πίσω μας δεν είναι μόνο ό,τι χτίσαμε, αλλά και ό,τι εμπνεύσαμε.

Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων (Σοφία Στέφου σύζυγος Χαραλάμπους)

Σύλλογος Κοκκινιωτών Δωρίδος

Άλλη μια Χωριανη μας έφυγε από κοντά μας στις 11-7-2026.

Η Στεφου Σοφία σύζυγο του χαραλαμπου ετών 93 ,η Σοφία έμενε μόνιμα στο χωριό μας Κόκκινο Δωρίδος, ήταν πολύ καλή, αγαπητή από όλους τους χωριανους πάντα με το χαμόγελο και έναν καλό λόγο για όλους μας. Καλό σου Ταξίδι αγαπημένη μου Ξαδέρφη Σοφία. Εκ μέρους του Συλλόγου,καλό παράδεισο,τα ειλικρινή μας Συλλυπητήρια στην οικογένεια της ,και ας είναι ελαφρύ το χώμα πού θα την σκεπάσει. Αιωνία ή μνήμη της.

Ο πρόεδρος

Αθανάσιος Φλώρος

Η Ιουλία Καραμπέτσου με τον γιο της τον Θύμιο στο σπίτι τους στο Γαλαξίδι

Μια ξεχασμένη μάχη της Ελληνικής Επανάστασης στα ριζά των Βαρδουσίων

Πηγή: εφημερίδα Έθνος .

Η Ελληνική Επανάσταση προχωρούσε αν και κουρασμένη… Ούτε οι εμφύλιες διαμάχες, ούτε ο ανταγωνισμός των Οπλαρχηγών και οι προστριβές ανάμεσα στους Επαναστάτες και- κυρίως- ούτε οι Οθωμανοί μπορούσαν να ανακόψουν την πορεία της… Μια μέρα σαν σήμερα, 8 Ιουλίου του 1824, λιγότεροι από 600 Έλληνες κατάφεραν να τρέψουν σε άτακτη φυγή 6000 Οθωμανούς· ήταν η Μάχη της Μπινίτσας.

Εκεί, στη θέση Μπινίτσα, στα ριζά των Βαρδουσίων κοντά στο Λιδωρίκι, ο οπλαρχηγός Ασημάκης-Δήμος- Σκαλτσάς ή Σκαλτζάς και ο Ανδρίτσος Σαφάκας με τους άνδρες του τα έβαλαν με τους πολυάριθμους Τουρκαλβανούς των Αμπάς Πασά, Βελή Αγά και Πράχο Πρεβίστα. Έπειτα από σκληρή μάχη που κράτησε έξι ώρες, οι ολιγάριθμοι Επαναστάτες επικράτησαν

Λίγα είναι γνωστά για τον Ασημάκη Σκαλτσά· γνωρίζουμε ότι ήταν αρματολός από τα Άνω Σουδενά των Καλαβρύτων. Επίσης, για τον Ανδρίτσο Σαφάκα γνωρίζουμε ότι υπήρξε σημαντικός οπλαρχηγός της Ρούμελης, γεννημένος στην Αρτοτίνα της Φωκίδας· το πραγματικό του επίθετο ήταν Καραδήμας και έδρασε κυρίως στη Ρούμελη. Τον Μάιο του 1821, ο Σαφάκας, πολέμησε μαζί με τον Γιάννη Γκούρα στην Οίτη για την κατάληψη της Υπάτης.

Σε σημειώσεις του γράφει ο Σαφάκας: «Στις 8 Ιουλίου ένα μέρος του τουρκικού στρατού επάτησε το Λιδωρίκι. Τ’ ωδήγαε ο Αμπάζ πασάς σ’ εκείνα τα μέρη για πλιατσικολόγημα. Ρήμαξαν τον κοσμάκη οι Τούρκοι. Οχτώ χιλιάδες πρόβατα κι εκατό άλογα τα τραβούσαν για το στρατόπεδο της Γραβιάς. Πάνω στη Μουσουνίτσα ανάμεσα στα Βαρδούσια και τις Καταβόθρες το τάγμα του Σκαλτσοδήμου δυναμωμένο κι από τους Κραββαρίτες έκαμε τουφέκι. Ήρθε κει κι ο καπετάν Σαφάκας να δώση βοήθεια στον φίλο του».

Η επιτυχία στη Μάχη της Μπινίτσας τόνωσε το ηθικό των Επαναστατών της Ρούμελης, που έμαθαν με χαρά ότι ο εχθρός είχε τρέξει να ταμπουρωθεί στη Γραβιά μην και τον βρει κι άλλο κακό… Η αναχαίτιση των Τουρκαλβανών στη Μπινίτσα οδήγησε, λίγες μέρες αργότερα, στη νικηφόρα Μάχη της Άμπλιανης, στις 14 Ιουλίου 1824.

Δημήτρης Αρμάος (1959-2015)

Για τον Δημήτρη

του Γιώργου Μπλάνα

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι· να πω:

άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα

στα 1977 τον Πτολεμαίο

να κατεβαίνει από τα μέρη

της Άμφισσας κύμα

κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη

μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω

Ο Δημήτρης Αρμάος, γιός του Κροκυλιώτη Πτολεμαίου Αρμάου και της Χρυσαφούλας (το γένος Αναστ. Ξηρού), γεννήθηκε στις 3 Αυγούστου 1959 στην Άμφισσα, όπου και έζησε τα παιδικά του χρόνια. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική σχολή του Ε.Κ.Π.Α και έγινε διδάκτορας στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Κυρίως, όμως, ήταν ποιητής, άνθρωπος των Γραμμάτων και του Πνεύματος. Σ’ αυτό το χώρο αφιέρωσε τη ζωή του.

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΣΙΤΑΡΙΟΥ

Για αιώνες το σιτάρι δεν ήταν απλώς μια καλλιέργεια· ήταν η ίδια η επιβίωση της οικογένειας. Από τον πρώτο αυλακωτήρα μέχρι το ζυμωμένο ψωμί, κάθε κόκκος έκρυβε αμέτρητες ώρες μόχθου. Ας θυμηθούμε, βήμα-βήμα, αυτή τη μεγάλη διαδρομή. Όπως την περιγράφει σε ανάρτηση του στο fb ο Κ Παπαδόπουλος με ρίζες από το Κάλλιο-Βελούχι:

Στα χωριά, οι παραδοσιακοί νερόμυλοι παρήγαγαν, βέβαια, καλαμποκάλευρο, αλλά κυρίως αλεύρι ολικής άλεσης από σκληρό ή μαλακό σιτάρι.

Το άλεσμα γινόταν αργά, με μυλόπετρες, χωρίς το σιτάρι να καίγεται ή να χάνει τα πολύτιμα θρεπτικά του συστατικά.

Άλεθαν ολόκληρο τον καρπό του σιταριού: το πίτουρο, το φύτρο και το ενδοσπέρμιο.

Το αλεύρι ήταν σκουρόχρωμο, πλούσιο σε φυτικές ίνες και ιδανικό για το παραδοσιακό ζυμωτό ψωμί.

Σήμερα, λοιπόν, θα πούμε δυο λόγια για το σιτάρι, αυτό το θεϊκό δώρο που μας προσφέρει το καθημερινό μας ψωμί, αλλά και πολλά ακόμη προϊόντα, όπως τα διάφορα ζυμαρικά.

Στα χωριά, κυρίως, έφτιαχναν χυλοπίτες, τραχανά ξινό ή γλυκό, φύλλο για κάθε λογής χωριάτικες πίτες — τυρόπιτες, χορτόπιτες, ακόμη και τσουκνιδόπιτες. Έφτιαχναν επίσης αλευρόπιτες χωρίς φύλλο, από χυλό αλευριού, καθώς και τηγανόψωμο, δηλαδή ζυμάρι τηγανισμένο σε ελαιόλαδο ή, όταν αυτό δεν υπήρχε, σε γουρνοπέτσωμα.

Για όλα αυτά τα παρασκευάσματα χρησιμοποιούσαν και άλλα αγνά υλικά, όπως κατσικίσιο ή πρόβειο γάλα, τυρί, βούτυρο και χωριάτικα αυγά.

Για να φτάσουμε όμως στην παραγωγή του σιταριού, απαιτούνταν μια πολύ σκληρή και κοπιαστική διαδικασία. Θα την περιγράψω με λίγα λόγια..

Α. Προετοιμασία των χωραφιών – Ξεχέρσωμα

Χρειαζόταν πολλή δουλειά για το ξεχέρσωμα από την άγρια φυσική βλάστηση, τα αγκάθια και τα βάτα. Τα κομμένα κλαδιά τα συγκέντρωναν σε μικρούς σωρούς μέσα στο χωράφι και τα έκαιγαν, προσέχοντας πάντοτε να μη μεταδοθεί η φωτιά.

Β. Το όργωμα

Το όργωμα γινόταν με το αλέτρι (άροτρο), τον ζυγό και ένα ζευγάρι βόδια ή άλογα.

Στα χωράφια που ήταν πετρώδη και στενά και δεν χωρούσε το ζευγάρι να καματέψει, το σκάψιμο γινόταν με κασμάδες. Με κασμάδες έσκαβαν επίσης τις άκρες του οργωμένου χωραφιού και τις γωνίες όπου δεν μπορούσε να φτάσει το αλέτρι. Η εργασία αυτή γινόταν την ίδια εποχή με το όργωμα και την αναλάμβαναν οι ίδιοι οι νοικοκυραίοι.

Γ. Το σβάρνισμα

Μετά το όργωμα, ο ζευγολάτης στεκόταν πάνω στη σβάρνα, μια ξύλινη σανίδα με σιδερένια καρφιά από κάτω, δεμένη με σκοινί και συρόμενη από τα βόδια.

Με τη σβάρνα θρυμματίζονταν οι σβόλοι του χώματος και η επιφάνεια του χωραφιού γινόταν επίπεδη και αφράτη, ώστε να φυτρώσει καλύτερα ο σπόρος.

Δ. Η σπορά

Η σπορά γινόταν το φθινόπωρο, συνήθως από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τα τέλη Νοεμβρίου, ανάλογα με την περιοχή και την υγρασία του εδάφους.

Στα ορεινά χωριά άρχιζε νωρίτερα.

Την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου), έβαζαν μια χούφτα σπόρους μέσα σε ένα μαντήλι και τους πήγαιναν στην εκκλησία, για να τους ευλογήσει ο ιερέας πριν αρχίσει η σπορά.

Ε. Θερισμός

Ο θερισμός γινόταν στις αρχές του καλοκαιριού, τον Ιούνιο, όταν το σιτάρι είχε κιτρινίσει και ξεραθεί.

Τα κομμένα στάχυα τα έδεναν σε χερόβολα και τα άφηναν λίγες ημέρες στο χωράφι να ξεραθούν καλά.

Τρία ή τέσσερα χερόβολα αποτελούσαν ένα δεμάτι, ενώ περίπου δέκα δεμάτια σχημάτιζαν ένα φόρτωμα.

Τα φορτώματα τα μετέφεραν με μουλάρια δίπλα στο αλώνι, όπου τα θημώνιαζαν. Δημιουργούσαν μεγάλους στρογγυλούς ή τετράγωνους σωρούς, τοποθετώντας τα δεμάτια τόσο προσεκτικά, σαν να έχτιζαν τοίχο. Η κορυφή τους είχε κλίση, σαν σκεπή, με τα στάχυα στραμμένα προς τα κάτω. Κάθε μεγάλος σωρός ονομαζόταν θημωνιά.

Ζ. Αλώνισμα

Το αλώνισμα γινόταν στο αλώνι, έναν μεγάλο επίπεδο κυκλικό χώρο.

Η βάση του ήταν συνήθως πλακόστρωτη ή από πατημένο χώμα, αλειμμένο με κοπριά βοδιών (σβουνιά), ώστε να σκληραίνει και να μη σηκώνει σκόνη.

Στο κέντρο υπήρχε μια μεγάλη πέτρα με μια στρογγυλή τρύπα, όπου ήταν στερεωμένο το στυγερό.

Στο στυγερό περνούσαν ένα ξύλινο κυκλικό εξάρτημα, το γουζί, από το οποίο έδεναν την τριχιά. Το ένα άκρο της, που κρεμόταν από την κορυφή του στυγερού, λεγόταν κάμπος, ενώ το άλλο συνδεόταν, με τη βοήθεια ενός ειδικά πελεκημένου ξύλου, με τις θηλιές που περνούσαν στον λαιμό των ζώων. Όλα ήταν προσεκτικά δεμένα, ώστε να μην τα πληγώνουν.

Από την προηγούμενη ημέρα άπλωναν στον ήλιο μέχρι και εκατό δεμάτια, ανάλογα με το μέγεθος του αλωνιού.

Η. Λίχνισμα και κοσκίνισμα

Μετά το αλώνισμα ακολουθούσε το λίχνισμα.

Σήκωναν τα τριμμένα στάχυα ψηλά και τα τίναζαν στον αέρα με ξύλινα δικράνια, εργαλεία με δύο, τρία ή και τέσσερα δόντια.

Το απογευματινό αεράκι παρέσερνε τα άχυρα, ενώ ο βαρύτερος καρπός έπεφτε καθαρός στο έδαφος.

Στη συνέχεια ακολουθούσε το κοσκίνισμα με την κρησάρα (κόσκινο), ώστε να απομακρυνθούν η ήρα, τα άγανα, τα μικρά άχυρα και κάθε άλλη ξένη προσμείξη.

Όταν ολοκληρωνόταν και αυτή η διαδικασία, ο καρπός έμπαινε στα σακιά για αποθήκευση ή οδηγούνταν στον νερόμυλο για άλεσμα.

Ο Καραδήμας Νίκος, ο δάσκαλος, από τα Χάνια Καραπιστόλη και ο Καραδήμας Λεωνιδας