«Το τουριστικό περίπτερο του Ε.Ο.Τ. κοντά στο Λιδωρίκι – μια ξεχασμένη ιστορία του δρόμου προς Ναύπακτο

 Αμέσως μετά τη γέφυρα του Στενού, σε απόσταση περίπου πέντε έως έξι χιλιομέτρων από το Λιδωρίκι και λίγο πιο πέρα από το σημείο όπου βρισκόταν παλαιότερα το Χάνι του Κωσταντελάκη, επάνω στον δρόμο Λιδωρικίου – Ναυπάκτου, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού κατασκεύασε ένα τουριστικό περίπτερο. Έτσι το αποκαλούσαν τότε: ένα είδος motel, σύμφωνα με τα ξένα πρότυπα της εποχής.

Επρόκειτο για ένα σύγχρονο, για τα δεδομένα της περιοχής, διώροφο κτίριο, το οποίο δημιουργήθηκε για να εξυπηρετεί τους περαστικούς ταξιδιώτες που κινούνταν στον δρόμο Άμφισσας – Λιδωρικίου – Ναυπάκτου – Ιωαννίνων. Παράλληλα προοριζόταν και για τους ξένους τουρίστες που, επισκεπτόμενοι τους Δελφούς, θα ήθελαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς την Ολυμπία, αφού εκείνα τα χρόνια η διαδρομή μέσω Λιδωρικίου ήταν ουσιαστικά η μοναδική.

Το λεγόμενο motel του Μόρνου πρόσφερε πρόχειρο φαγητό, αναψυκτικά και καφέδες, ενώ διέθετε και έξι κρεβάτια για όσους χρειάζονταν διανυκτέρευση. Υπεύθυνος για τη λειτουργία του ήταν ο Θανάσης Κολοκύθας από τον Κόκκινο (Λούτσοβο).

Πιστεύεται ότι, αν υπήρχε το κατάλληλο προσωπικό και περισσότερος επαγγελματισμός, το τουριστικό περίπτερο θα μπορούσε να έχει καλή πορεία, ιδιαίτερα μέχρι και τη δεκαετία του 1960. Εκείνη την εποχή η κίνηση στον δρόμο από το Λιδωρίκι προς Ναύπακτο και Ιωάννινα ήταν σημαντική, ενώ κατά τους θερινούς μήνες όλα σχεδόν τα τουριστικά λεωφορεία που μετέφεραν επισκέπτες από τους Δελφούς προς την Ολυμπία περνούσαν από τη διαδρομή αυτή και σταματούσαν στο Λιδωρίκι. Τελικά όμως το περίπτερο δεν κατάφερε να καθιερωθεί ως σταθμός των ταξιδιωτών, καθώς έλειπαν τόσο ο επαγγελματισμός όσο και το κατάλληλο προσωπικό.

Αργότερα, όταν κατασκευάστηκε ο παραλιακός δρόμος Ναυπάκτου μέσω Ερατεινής, η διέλευση των τουριστικών λεωφορείων από τη διαδρομή του Λιδωρικίου μειώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Έτσι το περίπτερο άρχισε σιγά-σιγά να μαραζώνει.


Η γέφυρα του Μόρνου (Λίγο πριν την εκβολή του στον Κορινθακό)

 Λίγο πριν σπό την Ναυπακτο συναντούμε την γέφυρα του Μόρνου:

λίγα λόγια για την ιστορία της γέφυρας.

Η γέφυρα ολοκληρώθηκε το 1938. Για την εποχή της ήταν πρωτοποριακή και καύχημα της ελληνικής μηχανικής επιστήμης. Έχει πέντε τόξα, καθένα από τα οποία έχει άνοιγμα 4,5 μέτρων. Το ολικό μήκος της γέφυρας είναι 225 μέτρα και το πλάτος του καταστρώματός της είναι 6 μέτρα. Είναι κατασκευασμένη με σιδηροπαγές μπετόν-αρμέ. Στοίχισε 10 εκατομμύρια δραχμές, τα οποία καταβλήθηκαν από το κράτος ως μέρος της δαπάνης για την κατασκευή της εθνικής οδού Πειραιώς-Μεσολογγίου. Η σημασία της για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της περιοχής ήταν καταλυτική. Επίσης είχε και μεγάλη στρατιωτική σημασία.

Οι εφοδιοπομπές για τον ελληνικό στρατό που πολεμούσε στα βουνά της Ηπείρου το 1940-1941 πέρασαν από αυτή τη γέφυρα. Το 1941 βομβαρδίστηκε από γερμανικά στούκας χωρίς όμως να υποστεί ζημιές.

Το 1941 υπήρξε η σκέψη από τα συμμμαχικά στρατεύματα να την ανατινάξουν για να εμποδίσουν την προέλαση των Γερμανών και των Ιταλών. Ευτυχώς όμως επικράτησε η άποψη να μην γκρεμιστεί, διότι ο Μόρνος στο σημείο αυτό δεν ήταν ικανός να εμποδίσει τα μηχανοκίνητα πολεμικά μέσα των Γερμανών. Σε ανάλογες περιπτώσεις στα γεφύρια στη «Ρέρεση» και στο «Στενό», πριν το Λιδορίκι, όπου ο Άγγλος αξιωματικός Τζέφ ανατίναξε τα πέτρινα γεφύρια, οι Γερμανοί βρήκαν τρόπους και πέρασαν σχετικά εύκολα το Μόρνο.

ΤΟ ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΔΑΣΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΤΗ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΑΡΡΟΠΛΗΚΤΟΥ ΟΡΕΙΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

 

Το σημαντικό έργο της δασικής υπηρεσίας που επιτελέστηκε στον ορεινό (κατά βάσιν) και στον ημιορεινό χώρο της Ελλάδας, αυτό της συστηματικής διευθέτησης των χειμαρρικών ρευμάτων και της αποκατάστασης της χειμαρρόπληκτης περιοχής, άρχισε στον Μεσοπόλεμο, με τη συγκρότηση της Υπηρεσίας Χειμάρρων, και συνεχίστηκε με τη λειτουργία των έξι ανά την Ελλάδα περιφερειακών Υπηρεσιών Δασοτεχνικών Έργων (Υ.Δ.Ε.), καθώς και της κεντρικής Υπηρεσίας Μελετών Χειμάρρων. Υπό αυτή τη δομή, οι ασχολούμενες με το χειμαρρικό πρόβλημα της χώρας δασικές υπηρεσίες λειτούργησαν έως το έτος 1966, οπότε και το έργο τους μεταφέρθηκε στα Δασαρχεία. 

Στο διάστημα της όλης πορείας τους οι δασικές υπηρεσίες απέδωσαν ένα πλούσιο και πολύτιμο έργο, αφού κατόρθωσαν σε σημαντικό μέρος της χώρας ν’ ανασχέσουν τη δράση επικίνδυνων χειμάρρων και ν’ αποκαταστήσουν χειμαρρόπληκτες κι εξαιρετικά υποβαθμισμένες περιοχές, αποτρέποντας ή περιορίζοντας σε σημαντικό βαθμό τα πλημμυρικά φαινόμενα στη χώρα.  Οι θετικές/λυτρωτικές επιπτώσεις των έργων αυτών καταφάνηκαν ιδιαίτερα στον υποκείμενο του ορεινού και ημιορεινού πεδινό χώρο, αφού αυτός έπαψε να πλημμυρίζει (ή περιορίστηκε σε σημαντικό βαθμό ο πλημμυρισμός του) και να κατακλύζεται με τις φερτές ύλες που μετέφεραν οι χείμαρροι, οι οποίοι προκαλούσαν καταστροφές σε υποδομές, καλλιέργειες και οικισμούς. Επίσης, δε γέμιζαν με φερτά/στέρεα υλικά τα μεγάλα φράγματα και οι λιμνοδεξαμενές, που λειτουργούσαν ως ταμιευτήρες των χειμαρρικών νερών, καθώς με την πλήρωσή τους με αυτά αχρηστεύονταν ή αντιμετώπιζαν προβλήματα λειτουργίας, ενώ σταθεροποιήθηκαν και οι εκβολές των υδάτινων αποδεκτών, αποκτώντας σταθερή δίαιτα υλικών, με την όχι αιφνίδια, μαζική και καταστροφική απόθεσή τους. 

Για να κατανοηθεί το μέγεθος του έργου που πραγματοποιήθηκε και να εκτιμηθεί η αξία του, αρκεί να ειπωθεί ότι, από το έτος 1932 έως το έτος 1976 κατασκευάστηκαν από τη δασική υπηρεσία σε όλη τη χώρα περίπου 900.000 κ.μ. λιθόδμητων φραγμάτων, 400.000 κ.μ. ξηρολίθινων φραγμάτων, καθώς και σειρά πολλών ‐ πολλών άλλων έργων σταθεροποίησης του ορεινού χώρου, με τη συγκράτηση των εδαφών και την αντιμετώπιση του χειμαρρικού προβλήματος –τέτοια έργα ήταν πρόβολοι, συρματόπλεκτα κιβώτια, ξυλοφράγματα, φακελλώματα, τάφροι αποστράγγισης, χωμάτινα φράγματα, περιφράξεις, οδοί κ.ά. Αυτά πρόσθεσαν εκατοντάδες χιλιάδες κυβικά και τρέχοντα μέτρα πολύτιμης λειτουργικής ύλης στον ορεινό χώρο, αλλά και «τόνους» απροσμέτρητου κόπου για τους εκτελούντες αυτά, αλλά κι ελπίδας για τους ανθρώπους που οφελούνταν από αυτά. 

Κοντά στα τεχνικά έργα, γίνηκαν και μεγάλης κλίμακας φυτοκομικά έργα, με τη φύτευση περίπου 2 εκατομμυρίων δένδρων και θάμνων στις λεκάνες απορροής των χειμάρρων, και τη σπορά περίπου 140.000 στρεμμάτων γης με ποώδη είδη. Τα έργα αυτά αφορούσαν λεκάνες απορροής της τάξης των 1.300.000 στρεμμάτων, που αποτελούσαν εστίες χειμαρρικότητας, και εκτάσεις εμβαδού 6.700.000 στρεμμάτων, που εμφάνιζαν πλημμυρογόνο απορροή και μέτρια έως ισχυρή επιφανειακή διάβρωση −εκ των συνολικώς 34.100.000 στρεμμάτων των λεκανών της χώρας. Δηλαδή διευθετήθηκε περίπου το 23,5% της έκτασης των λεκανών απορροής ̇ εν έργο τεραστίας κλίμακας κι εξαιρετικής δυσκολίας, λαμβανομένου υπόψη των μέσων και των συνθηκών της εποχής, καθώς και του γεγονότος ότι εκτελούνταν από μια υπηρεσία και μόνο (με αυτεπιστασία από τη δασική υπηρεσία για το σύνολο των εργασιών), με προσωπικό καταρτισμένο μεν, αλλά λιγοστό σε σχέση με τις ανάγκες της!

Αν αναλογιστούμε δε ότι, επεμβαίνοντας η δασική υπηρεσία στο περίπου 23,5% των λεκανών απορροής της χώρας, δηλαδή στα περίπου 8.000.000 στρέμματα αυτών, επιλύθηκε πρόβλημα που ανάγονταν στο 75‐80% της επιφάνειας της πεδινής ζώνης που πλημμύριζε, καθώς σε αυτή την κλίμακα αναγωγής συνίστατο το χειμαρρικό πρόβλημα, καταλαβαίνουμε τη σημαντικότητα των εν λόγω αντιχειμαρρικών έργων στα ψηλά της χώρας. Οχυρώνοντας η δασική υπηρεσία τον ορεινό χώρο, διασφάλισε λειτουργικά τον πεδινό. 

Το όλο εγχείρημα αναλήφθηκε εξ ολοκλήρου από τη δασική υπηρεσία και, σύμφωνα με τον προγραμματισμό που είχε τεθεί, υλοποιήθηκε το προγραμματισθέν έργο μ’ επιτυχία παρά τις τεράστιες δυσκολίες του, αναζωογονώντας κι ανορθώνοντας το φυσικό χώρο, τόσο περιβαλλοντικά όσο και οικονομικά. Σε μια αποτίμηση του έργου αυτού που έγινε το έτος 1971, εκτιμήθηκε ότι στο σύνολο των διευθετημένων περιοχών επιτεύχθη προστασία από τις φερτές ύλες σε ποσοστό 85% και από τα πλημυρρικά νερά σε ποσοστό 50% (Υπουργείο Γεωργία, Γενική Διεύθυνση Δασών, 1971).

Το παραπάνω αποτέλεσμα, που προέκυψε σε διάστημα περίπου 40 ετών ακαταπόνητης και σκληρής εργασίας (βέβαια, θα πρέπει να εξαιρεθεί η «νεκρή» περίοδος του πολέμου του 1940 και της Κατοχής), θεωρήθηκε επίτευγμα (κατόρθωμα!) για τις μικρές δυνάμεις της χώρας, τις δύσκολες γεωμορφολογικές συνθήκες της, την οικονομική κατάστασή της, αλλά και τα λιγοστά μέσα που διατίθονταν στ’ ό,τι πραγματοποιήθηκε από τη δασική υπηρεσία. Είχε, παρόλα ταύτα η εν λόγω υπηρεσία εξαιρετικό επιστημονικό και τεχνικό δυναμικό, σε όλη την κλίμακα του έργου, πλήρως καταρτισμένο, τ’ οποίο εργάστηκε −παρά τις, σε πολλές περιπτώσεις, ανυπέρβλητες δυσκολίες− κοπιωδώς με αφοσίωση κι ευθύνη στην επίτευξη του στόχου, που ήταν η αποκατάσταση της διαλυμένης περιβαλλοντικά χώρας. 

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, σε κοινή έκθεση ευρωπαίων εμπειρογνωμόνων επί χειμαρρικών ζητημάτων και της πανευρωπαϊκής Επιτροπής του FAO επί των χειμάρρων το έτος 1959, η οποία προέκυψε μετά την επίσκεψη αντιπροσώπων αυτών των επιτροπών στα δασοτεχνικά έργα της λεκάνης Σερρών ‐ Σιδηροκάστρου και Αλμωπίας, αναγνωρίσθηκε η υψηλή ποιότητα, η αποτελεσματικότητα και γενικότερα η επιτυχία των πραγματοποιηθέντων έργων, χαρακτηρίζοντας το όλο εγχείρημα ως ένα από τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά που συντελέστηκαν μέχρι τότε σε ευρωπαϊκό επίπεδο! 

Αντώνιος Καπετάνιος 

(από το βιβλίο του “ΠΕΡΙ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΜΜΥΡΩΝ. Η κατάσταση των πραγμάτων – Σκέψεις, κρίσεις και απόψεις για την πυρική και πλημμυρική ελληνική πραγματικότητα”, έκδοση ιδίου, Αθήνα 2026, διαθέτης: https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=67996, κατά μέρος περιλαμβάνεται και στο βιβλίο του «Λίθινοι τοίχοι. Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο», έκδοση ιδίου, Αθήνα 2018, https://www.bookstation.gr/Product.asp?ID=49135#). 

Φωτογραφία: σειρά λίθινων φραγμάτων στην περιοχή των Τρικάλων δεκ. 1960 (© Αντώνιος Β. Καπετάνιος).

Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων (Βασίλειος Καραγιάννης)

 Με βαθιά θλίψη και απέραντο σεβασμό αποχαιρετούμε τον αγαπημένο μας πατέρα και παππού,

Βασίλειος Καραγγιανης.

Έναν άνθρωπο που δεν ήταν μόνο στήριγμα για την οικογένειά του, αλλά και μια ξεχωριστή, ενεργή παρουσία για όλο το χωριό. Με ενδιαφέρον για τον τόπο του, με λόγο ουσιαστικό και πράξεις που άφησαν αποτύπωμα, στάθηκε δίπλα σε όλους με προθυμία, αξιοπρέπεια και ανθρωπιά. Η προσφορά και η συμμετοχή του στα κοινά τον έκαναν αγαπητό και σεβαστό από μικρούς και μεγάλους.

Η απουσία του αφήνει ένα μεγάλο κενό, όχι μόνο στην οικογένειά μας αλλά και στην τοπική κοινωνία του Κοκκινο Φωκιδας, που τόσο αγάπησε και υπηρέτησε με συνέπεια.

Η κηδεία θα τελεστεί στις 27 Φεβρουαρίου και ώρα 13:00, στο κοιμητήριο του χωριού μας Κόκκινο Φωκίδας.

Όσοι επιθυμούν μπορούν να παρευρεθούν για να τον συνοδεύσουμε στην τελευταία του κατοικία.

Καλό ταξίδι πατέρα και παππού. Η μνήμη σου θα παραμείνει ζωντανή μέσα από τις αξίες και το παράδειγμά σου. 

Η εγγονή σου Α. Βαμβακά 

Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων ( Ντίνα Κοράκη σύζυγος Κωνσταντίνου Φλώρου)

 Έφυγε χθες το βράδυ,24-2-2026 από κοντά μας, στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών όπου Νοσηλευόταν τον τελευταιο καιρό, με Σοβαρά προβλήματα υγείας, ή Συγχωριανη μας  ,Πολυαγαπημενη μου  Νύφη ,σύζυγος του αειμνήστου Αδελφού μου Κώστα, Κωνσταντίνα Φλώρου – Κορακη σε ηλικία 84 ετών.

Η Ντινα ήταν πολύ καλή φιλησυχος άνθρωπος αγαπητή από όλους τους χωριανους, νοιαζοταν για όλους μας, πάντα με το χαμόγελο και έναν καλό λόγο για όλους μας. 

Ή κηδεία της Θα γίνει στο χωριό μας Κόκκινο Δωρίδος σχετικά με την ημέρα και ώρα θα σάς Ενημερώσουμε με Νεότερη ανάρτηση. 

Καλό σου Ταξίδι πολυαγαπημενη μου Ντινα. Εκ μέρους του ΔΣ του Συλλόγου, τα ειλικρινή μας Συλλυπητήρια στην οικογένεια της, και ας είναι ελαφρύ το χώμα πού θα την σκεπάσει. 

Αιωνία ή μνήμη της.

Αθανάσιος Φλώρος 

Πρόεδρος του Συλλόγου Κοκκινιωτών 

Η ετυμολογία του επωνύμου Μπερτσιάς: από τη χαίτη στο επώνυμο

 

Η ετυμολογία του επωνύμου Μπερτσιάς: από τη χαίτη στο επώνυμο

Το επώνυμο Μπερτσιάς φέρει όλα τα χαρακτηριστικά ενός παλαιού λαϊκού επωνύμου που γεννήθηκε από παρατσούκλι και παγιώθηκε μέσα στον αγροτικό κόσμο της ορεινής Φωκίδας. Οι παλαιότερες προφορικές μαρτυρίες το εντοπίζουν στο Λούτσοβο (σημερινό Κόκκινο), με πιθανή παλαιότερη σύνδεση με το Σουρούστι (Κερασιά).

1. Η λέξη «μπερτσιά»

Στα τοπικά ιδιώματα η μπερτσιά σημαίνει:

  • τη χαίτη του αλόγου ή του μουλαριού,
  • τη λεπτή, ξανθιά, νηματοειδή απόληξη του καλαμποκιού (σαν μουστάκι).

Η σημασιολογία της λέξης παραπέμπει σε εικόνα: πυκνή, μακριά, κυματιστή απόληξη — κάτι που ξεχωρίζει στο βλέμμα. Σε αγροτικές κοινωνίες, τέτοια χαρακτηριστικά συχνά γίνονταν παρατσούκλια: ο «Μακρύς», ο «Ξανθός», ο «Μουστάκιας». Δεν είναι λοιπόν απίθανο ένας άνδρας με πλούσια κόμη ή εντυπωσιακό μουστάκι να ονομάστηκε «ο Μπερτσιάς» και το προσωνύμιο να μετατράπηκε σε επώνυμο.

2. Μορφολογική ανάλυση

Η κατάληξη -ιάς είναι τυπική νεοελληνική παραγωγική κατάληξη επωνύμων και δηλωτική προσώπου που σχετίζεται με μια ιδιότητα ή χαρακτηριστικό. Έτσι:

μπερτσιά (ουσιαστικό) → Μπερτσιάς (ο φέρων τη μπερτσιά).

Η μορφή είναι απολύτως συμβατή με τον ελληνικό επωνυμικό σχηματισμό.

3. Πιθανή γλωσσική ρίζα

Η λέξη μπερτσιά ενδέχεται να συνδέεται ετυμολογικά με το δημώδες μπέρτα (φαρδύ πανωφόρι χωρίς μανίκια), που ανάγεται στο ιταλικό berta. Η σημασιολογική γέφυρα θα μπορούσε να είναι η εικόνα του κυματιστού υφάσματος, παρόμοια με χαίτη ή ίνες. Ωστόσο, αυτή η σύνδεση παραμένει υπόθεση και όχι βεβαιωμένη γλωσσολογική αλυσίδα.

Σημαντικό είναι ότι η ρίζα δεν παρουσιάζει σαφή σλαβικά ή τουρκικά χαρακτηριστικά, παρά το γεγονός ότι η ευρύτερη περιοχή του Μόρνου φέρει έντονο σλαβικό τοπωνυμικό στρώμα. Το επώνυμο Μπερτσιάς φαίνεται να ανήκει στη λαϊκή νεοελληνική παράδοση.

4. Τοπωνυμική παρουσία

Η ύπαρξη τοπωνυμίου «Μπερτσιά» σε περιοχές της Πελοποννήσου ενισχύει την υπόθεση ότι η λέξη λειτουργούσε ως κοινό ουσιαστικό ή περιγραφικός όρος στον λαϊκό λόγο. Δεν αποδεικνύει συγγένεια γενεαλογική, αλλά μαρτυρεί γλωσσική διάδοση.

5. Συμπέρασμα

Η πιο ισορροπημένη επιστημονική διατύπωση είναι:

Το επώνυμο Μπερτσιάς πιθανότατα προέρχεται από το ιδιωματικό ουσιαστικό «μπερτσιά», που δήλωνε τη χαίτη ζώου ή τις ίνες καλαμποκιού, και σχηματίστηκε ως περιγραφικό παρατσούκλι αγροτικού περιβάλλοντος.

Από μια εικόνα της φύσης — τη χαίτη του αλόγου, το «μουστάκι» του καλαμποκιού — γεννήθηκε ένα όνομα. Και από το όνομα, μια οικογενειακή ταυτότητα που ταξιδεύει στον χρόνο.


Από τον Μόρνο στο Διαδίκτυο: Ένα Ψάρεμα 50 Ετών (διήγημα)

Από τον Μόρνο στο Διαδίκτυο: Ένα Ψάρεμα 50 Ετών

 


Ήταν μέσα Αυγούστου του ’71. Ο Μόρνος κυλούσε ήρεμος, με τα λιγοστά, λόγω εποχής, νερά του να γυαλίζουν κάτω απ’ τον ήλιο σαν καθρέφτης που κρατούσε μέσα του το βουνό και τον ουρανό μαζί. Εμείς, δεκαεφτά χρονών παιδιά τότε —ανέμελοι, γεμάτοι ζωή, όνειρα , μαυρισμένοι, ξυπόλυτοι και με σκόνη από τους χωματόδρομους— περνούσαμε τις μέρες μας στο ποτάμι· πότε κολυμπώντας, πότε ψαρεύοντας και πότε απλώς ξαπλωμένοι στην ποταμίσια άμμο, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά των ακτίνων του ήλιου.

Ένα πρωινό εμφανίστηκε στο Ξενία, εκεί κοντά στα γεφύρια του Στενού, ένας κύριος με γυαλιά και καπέλο.

— «Είμαι ο καθηγητής Στεφανίδης», μας συστήθηκε.

Ήταν ήρεμος, με λόγο ευγενικό και βλέμμα φωτεινό. Συνέχισε με ένα μειδίαμα:

— «Παιδιά, θέλω να με βοηθήσετε να ψαρέψουμε. Μα όχι για το τηγάνι… για την επιστήμη!»

Τον κοιτάξαμε με απορία και ύστερα με ενθουσιασμό. Επιστήμη! Μια λέξη μαγική τότε για μας, που μόλις είχαμε αρχίσει να ανακαλύπτουμε τον κόσμο. Έτσι βρεθήκαμε να κουβαλάμε απόχες, δοχεία και σακούλες, να σκύβουμε πάνω στο νερό προσπαθώντας να πιάσουμε ό,τι γλιστρούσε. Ο καθηγητής σημειωνε, μετρούσε, φωτογράφιζε, μιλούσε για Barbus και Salmo trutta macrostigma, κι εμείς προσπαθούσαμε να προφέρουμε τις λέξεις σωστά, λες και ήταν ξόρκια από άλλον κόσμο. Φυσικά, εμείς ξέραμε αλλιώς τα ονόματα των ψαριών και του τα λέγαμε: δρομίτσες, χαμοσύρτες, πέστροφες. Ο καθηγητής σημείωνε με προσοχή και τα δικά μας ονόματα δίπλα στα επιστημονικά.

Η μέρα κύλησε γλυκά, με ήλιο, νερό και γέλια. Το απόγευμα, όταν ο ήλιος χαμήλωσε πίσω απ’ τα βουνά, είχαμε τελειώσει το «ψάρεμα για την επιστήμη» και γυρίσαμε στο Ξενία. Ο καθηγητής μάς ευχαρίστησε και έβγαλε από την τσέπη του μερικά χρήματα για να μας τα δώσει.

— «Όχι, κύριε καθηγητά», είπαμε σχεδόν με μια φωνή. «Εμείς δεν το κάναμε για τα λεφτά. Το κάναμε για την επιστήμη!»

Χαμογέλασε, μας χτύπησε φιλικά στον ώμο και είπε μόνο:

— «Τότε να θυμάστε αυτό που ζήσαμε σήμερα. Είναι σπάνιο να ψαρεύεις τη γνώση με καθαρή καρδιά».

Περάσανε δεκαετίες. Το ποτάμι χάθηκε κάτω απ’ τα νερά της λίμνης, τα σπίτια μας πνίγηκαν στον βυθό, κι εμείς σκορπίσαμε στις ζωές μας σαν τις δρομίτσες στα ρεύματα του χρόνου. Μα τούτη η μέρα δεν έσβησε ποτέ.

Μέχρι που πρόσφατα, μπροστά στην ψυχρή οθόνη του υπολογιστή, το παρελθόν αναδύθηκε απρόσμενα. Ήταν μια τυχαία αναζήτηση στο διαδίκτυο, από εκείνες που κάνει κανείς όταν η νοσταλγία τον κυριεύει. Και ξαφνικά, το είδα: μια παλιά ψηφιοποιημένη μελέτη. Το όνομα του Καττούλα στην κορυφή και οι παραπομπές στον Στεφανίδη. Τα δάχτυλά μου πάγωσαν πάνω στο πληκτρολόγιο.

Καθώς ξεφύλλιζα τις σελίδες στην οθόνη, οι λατινικές ονομασίες δεν ήταν πια ξένες. Ήταν οι δικοί μας χαμοσύρτες, οι δικές μας δρομίτσες και πέστροφες. Εκεί, ανάμεσα στις μετρήσεις και τα διαγράμματα, ένιωσα να ανασαίνει ξανά εκείνη η αυγουστιάτικη μέρα του ’71. Ένιωσα το ίδιο ρίγος — τελικά, το διαδίκτυο έχει τον τρόπο του να ανασύρει την ψυχή των πραγμάτων από τη λήθη.

Γιατί, χωρίς να το ξέρουμε τότε, εκείνη τη μέρα στον Μόρνο δεν ψαρέψαμε απλώς ψάρια. Ψαρέψαμε μια ανάμνηση που η επιστήμη τη διάλεξε για να την κρατήσει ζωντανή για πάντα, ακόμα κι αν το ποτάμι μας δεν υπάρχει πια….

Κι αυτή είναι η πιο γλυκιά αμοιβή απ’ όλες.