ΒΕΛΟΥΧΙ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ!

Από την ανάρτηση του Κ.Παπαδόπουλου στο fb

ΒΕΛΟΥΧΙ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Τα ζαρζαβατικά από τα περιβόλια του Βελουχίου (σημερινού Καλλίου) στη Φωκίδα, πριν βυθιστεί για πάντα στα νερά της λίμνης, έμειναν αξέχαστα για την ανώτερη ποιότητά τους. Το πλούσιο έδαφος δίπλα στις όχθες του ποταμού Μόρνου και τα άφθονα νερά της πηγής της περιοχής έδιναν μοναδική νοστιμιά στα τοπικά προϊόντα.

Η καλλιέργεια των κήπων ήταν η κύρια απασχόληση των κατοίκων του Καλλίου, μαζί με την κτηνοτροφία, πριν εκκενωθεί ο οικισμός το 1980.

Το παλιό Βελούχι, γνωστό ως Κάλλιο, ήταν χτισμένο σε μια κατάφυτη κοιλάδα, πλούσια σε νερά από τα Βαρδούσια όρη. Πριν δημιουργηθεί η λίμνη του Μόρνου, το 1979, η περιοχή ήταν διάσημη για τους εύφορους κήπους, τα περιβόλια και τα οπωροφόρα δέντρα της.

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του παλιού τοπίου περιλάμβαναν τους εύφορους κήπους του χωριού, όπου ευδοκιμούσαν κάθε είδους κηπευτικά και φρούτα: ντομάτες, αγγούρια, φασόλια, κολοκυθάκια, κρεμμύδια, πατάτες και ζουμερά καρπούζια. Υπήρχαν ακόμη βύσσινα, κεράσια, αχλάδια, βερίκοκα, αμύγδαλα και καρύδια, ενώ σε πολλά σημεία του χωριού φύτρωναν και γκορτσιές. (Τώρα κάποιοι νέοι θα ρωτήσουν: «Τι είναι αυτά;» Είναι, λοιπόν, τα αγριοαχλάδια.)

Όλα αυτά αποτελούσαν βασικό πόρο ζωής για τους ντόπιους. Τα πότιζαν τα φυσικά νερά του Μόρνου, καθώς και τα αυλάκια που έφερναν νερό από την πηγή του Βελουχίου και τις γύρω ρεματιές των Βαρδουσίων και της Γκιώνας, χαρίζοντάς τους εξαιρετική γεύση.

Ο πετρόχτιστος οικισμός του χωριού περιβαλλόταν από αυτό το καταπράσινο σκηνικό, συνδυάζοντας την άγρια φύση των βουνών με την καλλιεργήσιμη γη.

Κάποτε, λοιπόν, ήταν όλα αυτά…

Εγώ ήμουν ηλικίας 8 έως 11 ετών, από το 1946 έως το 1949. Ήμουν ανιψιός (από αδελφή) του Δ. Βούλγαρη από το Λιδωρίκι, που είχε την ταβέρνα «Ο Τσελεμεντές», απέναντι από το σπίτι του Πέτρου. Έμενα με την οικογένειά μου στο Παγκράτι, στην Αθήνα.

Δεν έβλεπα, όμως, την ώρα να κλείσει το σχολείο, που μόλις είχα αρχίσει στην Αθήνα, για να ανέβω στο χωριό. Ανέβηκα για καλοκαίρι και τελικά εγκλωβίστηκα εκεί για τρία ολόκληρα χρόνια, εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων του Εμφυλίου. Έτσι συνέχισα το σχολείο όχι στο Λιδωρίκι, αλλά στο Βελούχι, έως το 1949, όταν επέστρεψα στην Αθήνα.

Τα όσα γράφω, λοιπόν, άλλοτε τα έβλεπα, άλλοτε τα άκουγα και κάποια καλοκαίρια τα ζούσα μαζί με τους τσοπαναραίους, τα κοπάδια τους και τα σκυλιά τους στα ορεινά βοσκοτόπια των Βαρδουσίων και της Γκιώνας.

Τα σκυλιά γάβγιζαν, τα γιδοπρόβατα βέλαζαν, οι τσοπάνηδες τα σαλάγαγαν με φωνές και σφυρίγματα, κι εμείς, το παιδομάνι, τρέχαμε και φωνάζαμε στα τσοπανόσκυλα να περιμαζεύουν το κοπάδι.

Κοντά στο τσαντίρι του βουνού, όπου μέναμε, έβοσκαν τα μουλάρια. Τα μπαγκάζια των τσοπάνηδων ήταν άλλα μέσα κι άλλα έξω από το τσαντίρι. Γιδομάλλινα σαΐσματα, μπατανίες, καρδάρες και λεβέτια.

Τα κουδούνια φανέρωναν στον τσοπάνη τη θέση και τις κινήσεις των ζώων του. Τα έλεγαν τσιοκάνια.

Στα πρόβατα έβαζαν τροκάνια, στα γίδια τσιοκάνια και στα κριάρια και τους τράγους μεγάλα κυπριά, μεγάλα τροκάνια ή μπουζούκες, ώστε να οδηγούν τα υπόλοιπα γιδοπρόβατα.

Ο κάθε τσοπάνης, από το χτύπημα των κουδουνιών, καταλάβαινε αν το κοπάδι βοσκούσε, αν έτρεχε, αν κυνηγιόταν, αν έπινε νερό ή ακόμη αν είχε μπει ανάμεσά του λύκος ή ξένα σκυλιά.

Επίσης, τα κουδούνια τον βοηθούσαν στο σάλαγο, στο σκάρισμα, στη στρούγκα και στον στάλο. Τον διευκόλυναν να βρίσκει όσα ζώα είχαν ξεκόψει από το κοπάδι, είχαν μείνει πίσω ή είχαν χαθεί.

Για να τυροκομήσουν, ζέσταιναν το γάλα ώσπου να γίνει χλιαρό. Τότε έριχναν την πυτιά, που έπαιρναν από το στομάχι των μικρών κατσικιών. Την αλάτιζαν και την άφηναν στον ήλιο να ωριμάσει.

Σκέπαζαν το γάλα αρκετή ώρα μέσα στο καζάνι για να πήξει. Έπειτα το έβαζαν σε τρυπητά πανιά, τις τσαντίλες, για να στραγγίξει.

Με διαφορετική κατεργασία έφτιαχναν μυζήθρα, βούτυρο, ξινόγαλο και γιαούρτι.

Το έτοιμο τυρί το έβαζαν παλιά σε ασκιά με άλμη. Γι’ αυτό λεγόταν τουλουμοτύρι, από το τουλούμι, που σημαίνει ασκί. Το φύλαγαν ακόμη και σε πιθάρια ή τενεκέδες, πάντα μέσα σε αλατόνερο.

Όση παραγωγή είχαν, κάθε τρεις ή τέσσερις ημέρες κάποιος ανέβαινε από το χωριό, τη φόρτωνε στα ζώα και την κατέβαζε στο Λιδωρίκι ή στο Βελούχι.

Μετά το κούρεμα των αιγοπροβάτων, το μαλλί των προβάτων γινόταν πολύτιμη πρώτη ύλη. Οι νοικοκυρές, αφού το έπλεναν, το λανάριζαν, το ξάσιζαν και το έγνεθαν, ύφαιναν στον αργαλειό σαΐσματα, βελέντζες, μπατανίες, χράμια, κιλίμια, αλλά και ρούχα, κάλτσες, φανέλες, βρακιά και μισοφόρια.

Το μαλλί των γιδιών το χτυπούσαν, το έτριβαν με τριχιές στο πάτωμα, το έκαναν τουλούπες και ύφαιναν σαΐσματα, τραούσες και κάπες.

Τα υφαντά αυτά ήταν αδιαπέραστα από το νερό και γι’ αυτό πολύτιμα τον χειμώνα.

Ήταν πραγματική απόλαυση ο ύπνος μέσα στα ζεστά, φλοκωτά βελέντζια, μαλακά, παχιά και αφράτα από τη νεροτριβή.

Όταν η νοικοκυρά του τσοπάνη είχε κόρες, ύφαινε ολόκληρες τρακάδες από τέτοια όμορφα υφαντά, για να τις προικίσει όταν θα ερχόταν η ώρα του γάμου.

Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω για το Βελούχι.

Οι αναμνήσεις μου περιορίζονται στα παιδιά της παρέας μου, τότε συνομήλικά μου, στα παιχνίδια μας, στο μπάνιο και στο ψάρεμα στον Μόρνο, καθώς και στα πανηγύρια των γύρω χωριών και οικισμών, όπου πήγαινα με συγγενείς από το σόι της μακαρίτισσας μητέρας μου, καβάλα σε γαϊδούρια, μουλάρια ή άλογα.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά την κόρη της θείας μου Θυμιούλας Γεροδήμου και τα αδέλφια της: τον συνομήλικό μου Γιάννη, τον μεγαλύτερο Κώστα, που αργότερα έγινε τσέλιγκας, και στο σπίτι τους έμενα, καθώς και τη Ζαφείρω, που κάποτε της είχα πασαλείψει το πρόσωπο με βύσσινα.

Θυμάμαι τον παπα-Γιώργη, που ερχόταν από την Ευαγγελίστρια, την εκκλησία απέναντι, στην αυλή της θείας μου για να πιει τον καφέ του.

Θυμάμαι την ξαδέλφη μου Ιουλία στο καφενείο του Σιδέρη. Θυμάμαι τον κλαριντζή που σύχναζε εκεί. (Αλήθεια, ποιο ήταν το όνομά του;)

Θυμάμαι τις θείες μου, την Κατερίνα και την Ασπασία Αδαμοπούλου, τον θείο μου Χαράλαμπο Σιδέρη, τη θεία μου Ζωίτσα και τα Σιδερόπουλα, ξαδέλφια μου, με τα οποία διατηρούμε επαφές μέχρι σήμερα.

Θυμάμαι το σχολείο μας, τον δάσκαλό μας και το σπίτι εκείνου που τον έλεγαν «Επίτροπο» του χωριού, γιατί εκείνη την εποχή έκανε κουμάντο σχεδόν για τα πάντα.

Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *