Μόρνος: Απρόβλεπτες επιβιώσεις αρχαίων λέξεων και ονομάτων.

Μόρνος < μόρινος < μόρον «μούρο» ~

Το όνομα Μόρνος πιθανόν προήλθε από το ελληνιστικό επίθετο “μόρινος” «αυτός που έχει το χρώμα τού μούρου» (από το αρχαίο μόρον «μούρο»)

(Κατ’ άλλους από το σλαβικό morьnь «σκουρόχρωμος, σκοτεινός»).

ΒΕΛΟΥΧΙ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ!

Από την ανάρτηση του Κ.Παπαδόπουλου στο fb

ΒΕΛΟΥΧΙ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Τα ζαρζαβατικά από τα περιβόλια του Βελουχίου (σημερινού Καλλίου) στη Φωκίδα, πριν βυθιστεί για πάντα στα νερά της λίμνης, έμειναν αξέχαστα για την ανώτερη ποιότητά τους. Το πλούσιο έδαφος δίπλα στις όχθες του ποταμού Μόρνου και τα άφθονα νερά της πηγής της περιοχής έδιναν μοναδική νοστιμιά στα τοπικά προϊόντα.

Η καλλιέργεια των κήπων ήταν η κύρια απασχόληση των κατοίκων του Καλλίου, μαζί με την κτηνοτροφία, πριν εκκενωθεί ο οικισμός το 1980.

Το παλιό Βελούχι, γνωστό ως Κάλλιο, ήταν χτισμένο σε μια κατάφυτη κοιλάδα, πλούσια σε νερά από τα Βαρδούσια όρη. Πριν δημιουργηθεί η λίμνη του Μόρνου, το 1979, η περιοχή ήταν διάσημη για τους εύφορους κήπους, τα περιβόλια και τα οπωροφόρα δέντρα της.

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του παλιού τοπίου περιλάμβαναν τους εύφορους κήπους του χωριού, όπου ευδοκιμούσαν κάθε είδους κηπευτικά και φρούτα: ντομάτες, αγγούρια, φασόλια, κολοκυθάκια, κρεμμύδια, πατάτες και ζουμερά καρπούζια. Υπήρχαν ακόμη βύσσινα, κεράσια, αχλάδια, βερίκοκα, αμύγδαλα και καρύδια, ενώ σε πολλά σημεία του χωριού φύτρωναν και γκορτσιές. (Τώρα κάποιοι νέοι θα ρωτήσουν: «Τι είναι αυτά;» Είναι, λοιπόν, τα αγριοαχλάδια.)

Όλα αυτά αποτελούσαν βασικό πόρο ζωής για τους ντόπιους. Τα πότιζαν τα φυσικά νερά του Μόρνου, καθώς και τα αυλάκια που έφερναν νερό από την πηγή του Βελουχίου και τις γύρω ρεματιές των Βαρδουσίων και της Γκιώνας, χαρίζοντάς τους εξαιρετική γεύση.

Ο πετρόχτιστος οικισμός του χωριού περιβαλλόταν από αυτό το καταπράσινο σκηνικό, συνδυάζοντας την άγρια φύση των βουνών με την καλλιεργήσιμη γη.

Κάποτε, λοιπόν, ήταν όλα αυτά…

Εγώ ήμουν ηλικίας 8 έως 11 ετών, από το 1946 έως το 1949. Ήμουν ανιψιός (από αδελφή) του Δ. Βούλγαρη από το Λιδωρίκι, που είχε την ταβέρνα «Ο Τσελεμεντές», απέναντι από το σπίτι του Πέτρου. Έμενα με την οικογένειά μου στο Παγκράτι, στην Αθήνα.

Δεν έβλεπα, όμως, την ώρα να κλείσει το σχολείο, που μόλις είχα αρχίσει στην Αθήνα, για να ανέβω στο χωριό. Ανέβηκα για καλοκαίρι και τελικά εγκλωβίστηκα εκεί για τρία ολόκληρα χρόνια, εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων του Εμφυλίου. Έτσι συνέχισα το σχολείο όχι στο Λιδωρίκι, αλλά στο Βελούχι, έως το 1949, όταν επέστρεψα στην Αθήνα.

Τα όσα γράφω, λοιπόν, άλλοτε τα έβλεπα, άλλοτε τα άκουγα και κάποια καλοκαίρια τα ζούσα μαζί με τους τσοπαναραίους, τα κοπάδια τους και τα σκυλιά τους στα ορεινά βοσκοτόπια των Βαρδουσίων και της Γκιώνας.

Τα σκυλιά γάβγιζαν, τα γιδοπρόβατα βέλαζαν, οι τσοπάνηδες τα σαλάγαγαν με φωνές και σφυρίγματα, κι εμείς, το παιδομάνι, τρέχαμε και φωνάζαμε στα τσοπανόσκυλα να περιμαζεύουν το κοπάδι.

Κοντά στο τσαντίρι του βουνού, όπου μέναμε, έβοσκαν τα μουλάρια. Τα μπαγκάζια των τσοπάνηδων ήταν άλλα μέσα κι άλλα έξω από το τσαντίρι. Γιδομάλλινα σαΐσματα, μπατανίες, καρδάρες και λεβέτια.

Τα κουδούνια φανέρωναν στον τσοπάνη τη θέση και τις κινήσεις των ζώων του. Τα έλεγαν τσιοκάνια.

Στα πρόβατα έβαζαν τροκάνια, στα γίδια τσιοκάνια και στα κριάρια και τους τράγους μεγάλα κυπριά, μεγάλα τροκάνια ή μπουζούκες, ώστε να οδηγούν τα υπόλοιπα γιδοπρόβατα.

Ο κάθε τσοπάνης, από το χτύπημα των κουδουνιών, καταλάβαινε αν το κοπάδι βοσκούσε, αν έτρεχε, αν κυνηγιόταν, αν έπινε νερό ή ακόμη αν είχε μπει ανάμεσά του λύκος ή ξένα σκυλιά.

Επίσης, τα κουδούνια τον βοηθούσαν στο σάλαγο, στο σκάρισμα, στη στρούγκα και στον στάλο. Τον διευκόλυναν να βρίσκει όσα ζώα είχαν ξεκόψει από το κοπάδι, είχαν μείνει πίσω ή είχαν χαθεί.

Για να τυροκομήσουν, ζέσταιναν το γάλα ώσπου να γίνει χλιαρό. Τότε έριχναν την πυτιά, που έπαιρναν από το στομάχι των μικρών κατσικιών. Την αλάτιζαν και την άφηναν στον ήλιο να ωριμάσει.

Σκέπαζαν το γάλα αρκετή ώρα μέσα στο καζάνι για να πήξει. Έπειτα το έβαζαν σε τρυπητά πανιά, τις τσαντίλες, για να στραγγίξει.

Με διαφορετική κατεργασία έφτιαχναν μυζήθρα, βούτυρο, ξινόγαλο και γιαούρτι.

Το έτοιμο τυρί το έβαζαν παλιά σε ασκιά με άλμη. Γι’ αυτό λεγόταν τουλουμοτύρι, από το τουλούμι, που σημαίνει ασκί. Το φύλαγαν ακόμη και σε πιθάρια ή τενεκέδες, πάντα μέσα σε αλατόνερο.

Όση παραγωγή είχαν, κάθε τρεις ή τέσσερις ημέρες κάποιος ανέβαινε από το χωριό, τη φόρτωνε στα ζώα και την κατέβαζε στο Λιδωρίκι ή στο Βελούχι.

Μετά το κούρεμα των αιγοπροβάτων, το μαλλί των προβάτων γινόταν πολύτιμη πρώτη ύλη. Οι νοικοκυρές, αφού το έπλεναν, το λανάριζαν, το ξάσιζαν και το έγνεθαν, ύφαιναν στον αργαλειό σαΐσματα, βελέντζες, μπατανίες, χράμια, κιλίμια, αλλά και ρούχα, κάλτσες, φανέλες, βρακιά και μισοφόρια.

Το μαλλί των γιδιών το χτυπούσαν, το έτριβαν με τριχιές στο πάτωμα, το έκαναν τουλούπες και ύφαιναν σαΐσματα, τραούσες και κάπες.

Τα υφαντά αυτά ήταν αδιαπέραστα από το νερό και γι’ αυτό πολύτιμα τον χειμώνα.

Ήταν πραγματική απόλαυση ο ύπνος μέσα στα ζεστά, φλοκωτά βελέντζια, μαλακά, παχιά και αφράτα από τη νεροτριβή.

Όταν η νοικοκυρά του τσοπάνη είχε κόρες, ύφαινε ολόκληρες τρακάδες από τέτοια όμορφα υφαντά, για να τις προικίσει όταν θα ερχόταν η ώρα του γάμου.

Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω για το Βελούχι.

Οι αναμνήσεις μου περιορίζονται στα παιδιά της παρέας μου, τότε συνομήλικά μου, στα παιχνίδια μας, στο μπάνιο και στο ψάρεμα στον Μόρνο, καθώς και στα πανηγύρια των γύρω χωριών και οικισμών, όπου πήγαινα με συγγενείς από το σόι της μακαρίτισσας μητέρας μου, καβάλα σε γαϊδούρια, μουλάρια ή άλογα.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά την κόρη της θείας μου Θυμιούλας Γεροδήμου και τα αδέλφια της: τον συνομήλικό μου Γιάννη, τον μεγαλύτερο Κώστα, που αργότερα έγινε τσέλιγκας, και στο σπίτι τους έμενα, καθώς και τη Ζαφείρω, που κάποτε της είχα πασαλείψει το πρόσωπο με βύσσινα.

Θυμάμαι τον παπα-Γιώργη, που ερχόταν από την Ευαγγελίστρια, την εκκλησία απέναντι, στην αυλή της θείας μου για να πιει τον καφέ του.

Θυμάμαι την ξαδέλφη μου Ιουλία στο καφενείο του Σιδέρη. Θυμάμαι τον κλαριντζή που σύχναζε εκεί. (Αλήθεια, ποιο ήταν το όνομά του;)

Θυμάμαι τις θείες μου, την Κατερίνα και την Ασπασία Αδαμοπούλου, τον θείο μου Χαράλαμπο Σιδέρη, τη θεία μου Ζωίτσα και τα Σιδερόπουλα, ξαδέλφια μου, με τα οποία διατηρούμε επαφές μέχρι σήμερα.

Θυμάμαι το σχολείο μας, τον δάσκαλό μας και το σπίτι εκείνου που τον έλεγαν «Επίτροπο» του χωριού, γιατί εκείνη την εποχή έκανε κουμάντο σχεδόν για τα πάντα.

Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος

Μεγάλο σόι! (Διήγημα)

Ο Θωμάς, αν και είχε περάσει τα σαράντα πέντε, συνέχιζε να βλέπει τον κόσμο όπως στα δεκαπέντε του. Ζωηρός, ανήσυχος, απερίσκεπτος, πάντοτε κόντρα στη μετριοπάθεια και στη «μέση οδό». Στις συζητήσεις στο καφενείο του χωριού ήταν μονίμως αντιπολίτευση — του άρεσε να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα.

Το χωριό του ήταν ορεινό, απλωμένο σε ένα μικρό πλάτωμα κάπου στα μεγάλα βουνά της Κεντρικής Ελλάδας. Ο εμφύλιος είχε πια τελειώσει και οι κάτοικοι πάσχιζαν να σταθούν ξανά στα πόδια τους. Το χωριό, κατεστραμμένο από τους Γερμανούς και εγκαταλειμμένο υποχρεωτικά λόγω του πολέμου, άρχισε να αποκτά και πάλι ζωή μετά τη συντριβή των κομμουνιστών στον Γράμμο.

Ο Θωμάς, αν και δεν είχε ταχθεί με καμία πλευρά, μετά τον πόλεμο άρχισε να συμπαθεί τους ηττημένους. Μιλούσε συχνά με συμπόνια για «τους δυστυχισμένους», όπως τους αποκαλούσε. Πίστευε πως έπεσαν θύματα των Άγγλων και του Στάλιν. Αυτή του η στάση δεν άργησε να τον βάλει στο μάτι του αστυνόμου της περιοχής, και ο άμοιρος Θωμάς έγινε μόνιμος στόχος του.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον καλούσε να παρουσιαστεί στο αστυνομικό τμήμα —μια ώρα δρόμος απ’ το χωριό— για «σοβαρή υπόθεση», όπως του μετέφερε κάθε φορά κάποιος αγέλαστος χωροφύλακας. Εκεί, δεχόταν αυστηρές παρατηρήσεις και απειλές για πρόστιμα επειδή ο απόπατος του σπιτιού του μύριζε ή γιατί δεν είχε ασβεστώσει τους εξωτερικούς τοίχους της αυλής. Ο Θωμάς, όμως, δεν κιότεψε. Συνέχισε απτόητος την «αντάρτικη» στάση του.

Ο αστυνόμος, από την άλλη, είχε πεισμώσει. Δεν του κατέβαινε κάτω που ο Θωμάς δεν του έδειχνε υποταγή. Έψαχνε τρόπους να τον στριμώξει.

Ο Θωμάς είχε κι ένα μεγαλόσωμο γαϊδούρι — απ’ αυτά τα κυπραίικα — με το οποίο κουβαλούσε ξύλα από το βουνό και έβγαζε και κανένα μεροκάματο. Η αλήθεια είναι πως συχνά το παραφόρτωνε. Ο γάιδαρος, πεισματάρης όπως όλοι οι όμοιοί του, σταματούσε και δεν κουνιόταν ρούπι. Τότε, ο Θωμάς, με το μαστίγιο στο χέρι, του έδινε μερικά χτυπήματα στα καπούλια για να τον κάνει να προχωρήσει.

Σε μια τέτοια στιγμή, βρέθηκε μπροστά ο αστυνόμος. Και δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Τον έστειλε στο δικαστήριο για κακοποίηση ζώου! Μάλιστα, δύο πρόθυμοι συγχωριανοί που δεν συμπαθούσαν τον Θωμά, έτρεξαν να καταθέσουν σε βάρος του. Τον είπαν «εγκληματία»!

Στο ακροατήριο, ο αστυνόμος και οι δύο μάρτυρες κατέθεσαν με πάθος. Τον περιέγραψαν με τα πιο μελανά χρώματα. «Δήμιο», τον είπαν. Όταν ολοκλήρωσαν τις καταθέσεις τους, ο πρόεδρος στράφηκε προς τον Θωμά και του είπε:

— Ο κατηγορούμενος έχει τον λόγο.

Ο Θωμάς, με ήρεμες κινήσεις, στρίβει το τσιγκελωτό μουστάκι του, ρίχνει μια περιφρονητική ματιά στους κατηγόρους του, κοιτάζει τον πρόεδρο και, με σταθερή και στομφώδη φωνή, λέει:

— Ομολογώ, κύριε πρόεδρε, πως ποτέ δεν φανταζόμουν ότι ο γάιδαρός μου είχε τόσο μεγάλο και σπουδαίο σόι. Κι όταν τον απέκτησα, πάλι ομολογώ πως ήταν μεγάλο μου λάθος που δεν ρώτησα για την οικογένειά του. Τώρα που το έμαθα… θα του φέρομαι όπως αρμόζει σε έναν τέτοιο γάιδαρο!

Κ Μ

«Η κοιλάδα του Μόρνου δεν πνίγηκε μόνο στα νερά. Πριν από την κατάκλυση, υπέστη μια βαθιά τομή. Η γέφυρα του Κόκκινου γκρεμίστηκε και τα συντρίμμια της μεταφέρθηκαν στο φράγμα. Χώματα, βράχοι και ολόκληρα τμήματα της κοιλάδας αποσπάστηκαν από τη φυσική τους θέση για να αποτελέσουν μέρος του μεγάλου έργου. Έτσι, ο τόπος δεν χάθηκε απλώς κάτω από το νερό· πρώτα θυσιάστηκε για να δημιουργηθεί η ίδια η λίμνη που τον σκέπασε.»

Το πανηγύρι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος

Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος, μια παμπάλαια εκκλησία στις όχθες του Κόκκινου, παραπόταμου του Μόρνου, ήταν ένα από τα δύο εξωκλήσια του χωριού, που γιόρταζαν και τα δύο τον Αύγουστο. Το άλλο ήταν της Παναγίας, γνωστό ως Αϊμονή, κτισμένο στις όχθες του Μόρνου, σε ένα μικρό ύψωμα απέναντι από το Αβορόρεμα, και γιόρταζε στις είκοσι τρεις του μηνός.

Από πολύ παλιά όλοι, μικροί και μεγάλοι, περιμέναμε τη μέρα αυτή με ιδιαίτερη προσμονή και από νωρίς το πρωί, παρέες-παρέες, μαζευόμασταν και πιάναμε τις θέσεις μας γύρω από την εκκλησία.

Η κάθε οικογένεια, ή μάλλον το κάθε σόι, είχε «αγκαζάρει» από πάππου προς πάππου τη θέση του. Μάλιστα, κάποιοι μερακλήδες, για να ενισχύσουν τον ίσκιο των μεγάλων πλατάνων που αφθονούσαν στην περιοχή, έφτιαχναν και περίτεχνα τσαρδάκια, σκεπασμένα με δεματσούλες.

Βέβαια, η φήμη του πανηγυριού ξεπερνούσε τα όρια της κοινότητάς μας και είχαμε πολλούς προσκυνητές από τη διπλανή κοινότητα, τη Γρανίτσα (Διακόπι), και μπορώ να πω πως, λόγω και της στενής γειτνίασης, οι Γρανιτσιώτες το θεωρούσαν και δικό τους πανηγύρι.

Πολλοί προσκυνητές έρχονταν από το Βελούχι, την Αγλαβίστα, την Πενταγιού, το Κλήμα, το Σεβεδίκο, τον Άβορο, από τα διπλανά Χάνια, από τα Χάνια του Στενού, ενώ δεν απουσίαζαν και οι προσκυνητές από την πρωτεύουσα της επαρχίας μας, το Λιδωρίκι.

Οι νοικοκυρές είχαν ετοιμάσει και έφερναν μαζί τους τα λιτά αλλά πεντανόστιμα φαγητά τους και, οπωσδήποτε, τις περίφημες κολοκυθόπιτες και τα τηγανισμένα ψάρια από το ποτάμι μας, τον Μόρνο.

Ας γυρίσουμε όμως στο πανηγύρι. Αμέσως μετά τη λειτουργία στρώναμε τραπέζι και ακολουθούσε γλέντι με ζωντανή μουσική από οργανοπαίχτες της γύρω περιοχής, όπως οι Καρμαίοι από το Σεβεδίκο, ο Φαλιαμπάλιας, ο Πανάγος κ.ά.

Βέβαια, και οι δύο μαγαζάτορες του χωριού μας (Καραμπέτσος και Καραγιάννης), για τις ανάγκες της ημέρας, μετέφεραν τα μαγαζιά τους στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας και, παρ’ όλη τη νηστεία, το κοκορέτσι και η ψητή προβατίνα έδιναν και έπαιρναν…

Για τα παιδιά η χαρά ήταν ακόμη μεγαλύτερη, γιατί από τον πάγκο που έστηνε κάποιος μικροπωλητής (Γιαλαμάς, Καλμαντής κ.ά.) μπορούσαν να αγοράσουν διάφορα μπιχλιμπίδια, από σουγιάδες μέχρι σφυρίχτρες.

Επίσης, παρόντες ήταν και οι φωτογράφοι για τα οικογενειακά, και όχι μόνο, ενσταντανέ. Ο Γιαλαμάς από το Λιδωρίκι και ο Νίκος Πανουργιάς (Κολοκυθάς), που είχε καταγωγή από το χωριό μας.

Το γλέντι βαστούσε μέχρι αργά το απόγευμα και, ουσιαστικά, μέχρι την ώρα του σκάρου, αφού οι περισσότεροι πανηγυρτζήδες είχαν και τα ζωντανά τους να φροντίσουν. Έδιναν, λοιπόν, ραντεβού για το άλλο πανηγύρι του χωριού, στις 23 Αυγούστου, της Αϊμονής.

ΚΜ

Κλείσε τα σκούρα (διήγημα)

Ο ήλιος έγερνε πάνω απ’ τη ράχη του Προφήτη Ηλία κι έριχνε τη χρυσή του λάμψη στη λίμνη του Μόρνου. Το νερό άστραφτε σαν να ’θελε να θυμηθεί τον παλιό ποταμό, πριν τον φράγμα σταματήσει  την ροή του και χαθεί η όμορφη  κοιλάδα μας κάτω απ’ το νερό  και τη σιωπή. Στο Κόκκινο φυσούσε ανάλαφρα, εκείνο το αεράκι που κατεβαίνει από τα ψηλά  και μυρίζει φασκόμηλο και θυμάρι  και φέρνει το σούρουπο.

Η κυρά Αγλαΐα  στεκόταν στο κατώφλι του σπιτιού της, γριά πια, αλλά τα μάτια της ζωντανά, γαλανά όπως τα ’χε ο τόπος. Άκουγε τον εγγονό της να τρέχει στην αυλή, να κυνηγάει τις πουλάδες και να ταράζει την ησυχία του απογεύματος.

«Έλα δω, Σπύρο», φώναξε μ’ εκείνη τη φωνή που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. «Κλείσε τα σκούρα, παιδάκι μου. Έρχεται ρεύμα από την λίμνη , θα μας παγώσει το σπίτι.»

Ο μικρός μπήκε μέσα, λαχανιασμένος. Τα σκούρα – μαύρα, βαριά, λιωμένα από τον καιρό – έτριζαν στους μεντεσέδες καθώς τα έκλεινε. Με το τελευταίο κλακ, το σπίτι σκιάστηκε γλυκά. Έσβησε το φως της μέρας κι άναψε εκείνο το άλλου είδους φως, το καφενειακό, το μαλακό, αυτό που κάνει την κουβέντα να κυλάει και τη μνήμη να δουλεύει.

Η θεία Αγλαία άναψε το λυχναράκι, όχι γιατί το χρειαζόταν, αλλά γιατί έτσι συνήθιζε από τα παλιά χρόνια, πριν έρθει το ρεύμα. Έκανε τον σταυρό της και κάθισε στην ψάθινη καρέκλα. Το παιδί κάθισε δίπλα της, περίμενε την ιστορία – γιατί κάθε φορά που έκλειναν τα σκούρα, άνοιγαν άλλες πόρτες, παλιές.

«Ξέρεις, Σπυράκο… εκεί κάτω, που βλέπεις τη λίμνη, υπήρχε κάποτε κάμπος. Χωριά, χωράφια, αμπέλια… Η μάνα μου έπλενε στη βρύση, ο πατέρας μου έσπερνε σιτάρια. Κι όταν ανέβαινε ο αέρας, όπως απόψε, τρέχαμε να κλείσουμε τα σκούρα, μη μας σηκώσει τον τόπο.»

Το παιδί κοίταξε έξω, σαν να μπορούσε να δει τα παλιά χωριά μέσα στο νερό.

«Τα θυμάσαι όλα;» ρώτησε.

Η γριά χαμογέλασε.

«Όλα δεν τα θυμάμαι. Μα ό,τι θυμάμαι, το κρατάω, για να μη χαθεί.»

Έξω, στη λίμνη, το φως έσβηνε σιγά σιγά. Το σπίτι μύριζε ζεστό ψωμί και παλιό ξύλο. Κι εκεί, μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο, πίσω από τα κλειστά σκούρα, η Δωρίδα στεκόταν ολόκληρη ζωντανή: οι άνθρωποι, οι φωνές, τα σπίτια που χάθηκαν, οι ιστορίες που έμειναν.

Ο μικρός ακούμπησε το κεφάλι του στο γόνατό της.

«Να μου τα λες,γιαγιά . Να μην τα ξεχάσω κι εγώ.»

Η γιαγιά Αγλαΐα άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε τα μαλλιά.

«Γι’ αυτό κλείνουμε τα σκούρα, Σπυράκο. Όχι για τον αγέρα. Για να κρατάμε μέσα ό,τι αξίζει.»

Κι έτσι, καθώς έπεφτε η νύχτα στο χωριό, η μικρή κάμαρη έγινε σαν κιβωτός μνήμης.

Και τα σκούρα, κλειστά πια, φύλαγαν τις ιστορίες του τόπου όπως κάποτε οι άνθρωποι φύλαγαν το ψωμί τους: με σεβασμό και με αγάπη.

ΚΜ