Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ανέστου*
«Σκέψεις και κουβέντες από ένα καραούλι των Βαρδουσίων»
Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944)
Την 28η Οκτωβρίου 1940 ήμουν ακριβώς τριών ετών. Στο χωριό μου, τον Κόκκινο Δωρίδας, έγινε επιστράτευση, όπως σε όλα τα χωριά της Ελλάδας. Όλοι οι άνδρες έφυγαν για το μέτωπο.
Ο πατέρας μου δεν επιστρατεύθηκε αμέσως, επειδή είχε αδελφό που είχε σκοτωθεί στη Μικρά Ασία και ήταν ο προστάτης των ηλικιωμένων γονιών του. Επιπλέον, είχε ήδη τη δική του οικογένεια με μικρά παιδιά.
Από εκείνες τις πρώτες ημέρες δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτε. Θυμάμαι μόνο την ανησυχία των χωριανών, του παππού, της γιαγιάς και των γονιών μου.
Τον Μάρτιο του 1941 επιστρατεύθηκε και ο πατέρας μου. Από τότε οι αναμνήσεις μου γίνονται πιο καθαρές. Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια της αναχώρησής του. Πήγε για εκπαίδευση στην Καλαμάτα. Λίγο αργότερα, όμως, τον Απρίλιο, επέστρεψε μαζί με τους υπόλοιπους χωριανούς, όταν κατέρρευσε το μέτωπο.
Χάρηκα που ξαναείδα τον πατέρα μου, αλλά και τον θείο μου Δημήτρη Καραδήμα, σύζυγο της θείας μου Βασιλικής. Όλοι μιλούσαν για τους εχθρούς. Για μένα, όμως, όλα αυτά δεν είχαν ακόμη πραγματικό νόημα.
Δεν άργησε να έρθει η στιγμή που θα τους έβλεπα και με τα μάτια μου.
Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, οι Γερμανοί πέρασαν από την κοιλάδα του Μόρνου, ακολουθώντας τη διαδρομή Λιδωρίκι – Ναύπακτος.
Εκείνη την ημέρα βρισκόμουν στα κτήματα του πατέρα μου, στη θέση Ζέκιο. Το μαντρί της οικογένειάς μας ήταν δίπλα στον δρόμο, στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το φράγμα του Μόρνου. Από το Ζέκιο μέχρι το μαντρί η απόσταση ήταν περίπου διακόσια με τριακόσια μέτρα, όμως ο δρόμος δεν φαινόταν από τα χωράφια.
Οι Γερμανοί είχαν ήδη περάσει χωρίς να τους δω. Για να φτάσω στο μαντρί, έπρεπε να διασχίσω τον δρόμο.
Ξαφνικά, είδα μπροστά μου ένα χοντρό καλώδιο απλωμένο κατά μήκος του δρόμου. Οι Γερμανοί το είχαν τοποθετήσει για να επικοινωνούν μεταξύ τους.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου αντίκριζα κάτι τόσο παράξενο. Στα μάτια ενός μικρού παιδιού έμοιαζε με ένα τεράστιο φίδι. Άλλωστε, το παιδί ερμηνεύει τον κόσμο με βάση τις εμπειρίες που ήδη διαθέτει.
Πώς θα περνούσα τον δρόμο;
Πήρα μια πέτρα και άρχισα να το χτυπώ. Δεν κουνιόταν. Προχώρησα λίγο πιο πέρα και ξαναδοκίμασα. Τίποτε. Άρπαξα τότε ένα ξύλο και συνέχισα να το χτυπώ. Καμία αντίδραση.
Πήρα φόρα, πήδηξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα πάνω από το «φίδι» και άρχισα να τρέχω προς το μαντρί, κοιτάζοντας διαρκώς πίσω μου μήπως με ακολουθεί.
Μόλις έφτασα, είπα στον πατέρα μου ότι είχα δει ένα τεράστιο φίδι ξαπλωμένο στον δρόμο.
Ο πατέρας μου γέλασε.
— Δεν είναι φίδι, μου είπε. Είναι καλώδιο των Γερμανών.
Από εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι οι Γερμανοί είχαν έρθει στη χώρα μας.
Μάλιστα, μέχρι το 1949 πίστευα πως ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει ποτέ και συνεχιζόταν αδιάκοπα.
Τον επόμενο μήνα εμφανίστηκαν και οι Ιταλοί.
Βρισκόμουν μαζί με τους γονείς μου στη θέση Λόντζα, δίπλα στη μεγάλη πέτρινη γέφυρα του Κόκκινου, με τις επτά καμάρες και μήκος περίπου διακοσίων μέτρων. Το χωράφι όπου εργάζονταν οι γονείς μου βρισκόταν ακριβώς δίπλα στον δρόμο. Έκοβαν τριφύλλι.
Είχαν ακούσει πως οι κατακτητές δεν πείραζαν όσους εργάζονταν στα χωράφια. Αντίθετα, πυροβολούσαν όσους έτρεχαν να κρυφτούν μόλις τους έβλεπαν.
Ξαφνικά, από τη γέφυρα του Στενού ξεπρόβαλε μια φάλαγγα από δεκαπέντε έως είκοσι φορτηγά γεμάτα στρατιώτες. Τα οχήματα σταμάτησαν ακριβώς δίπλα στο χωράφι μας.
Εγώ, γεμάτος περιέργεια, έτρεξα να δω από κοντά αυτά τα θεόρατα αυτοκίνητα.
Η μητέρα μου άρχισε να φωνάζει.
«Πάει το παιδί!» έλεγε κλαίγοντας.
Πού να την ακούσω όμως…
Μόλις οι Ιταλοί με είδαν, με πήραν στην αγκαλιά τους. Με ανέβασαν στη θέση του οδηγού για να δω πώς οδηγούσαν το φορτηγό. Ύστερα με κατέβασαν και γέμισαν την ποδιά μου με καραμέλες, κονσέρβες και ένα μπουκάλι με γλυκό ποτό.
Στη συνέχεια με οδήγησαν οι ίδιοι στη μητέρα μου, η οποία άπλωνε το τριφύλλι που είχε κόψει ο πατέρας μου με την κοσιά.
Έβγαζαν από τις τσέπες τους φωτογραφίες των παιδιών τους και τις έδειχναν στους γονείς μου. Ύστερα οδήγησαν τη μητέρα μου στη σκιά ενός πλατάνου, στην άκρη του χωραφιού.
Πήραν την κοσιά από τα χέρια του πατέρα μου και άρχισαν μόνοι τους να κόβουν το υπόλοιπο τριφύλλι, κάνοντας με νοήματα σαφές ότι δεν έπρεπε να κουράζει τη μητέρα του παιδιού του.
Οι Ιταλοί, πράγματι, ήταν πολύ διαφορετικοί από τους Γερμανούς.
Συνεχίζεται….
- Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.
Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.
Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.

