Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944). Δεύτερο μέρος

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ανέστου*

«Σκέψεις και κουβέντες από ένα καραούλι των Βαρδουσίων»

Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944) δεύτερο μέρος

Το φυλάκιο της γέφυρας και η καθημερινότητα της Κατοχής

Δεν πέρασε πολύς καιρός και, στη θέση Λόντζα, δίπλα στη γέφυρα του Κόκκινου, εγκαταστάθηκε γερμανικό φυλάκιο. Έκτισαν πολεμίστρες, έστησαν σκηνές και τοποθέτησαν πολυβόλα. Κανείς πλέον δεν τολμούσε να περάσει τη γέφυρα χωρίς έλεγχο.

Λίγο πιο πάνω βρισκόταν το χάνι του Καραπιστόλη. Εκεί ο παππούς μου διατηρούσε καφενείο, ενώ παράλληλα καλλιεργούσε κηπευτικά.

Οι Γερμανοί έρχονταν συχνά για να αγοράσουν ντομάτες και φρούτα. Τα χρόνια της Κατοχής τα πέρασα σχεδόν όλα στο χάνι του παππού, όπου με άφηναν οι γονείς μου όσο εργάζονταν στα χωράφια και στα κοπάδια.

Οι Γερμανοί εμφανίζονταν πάντοτε οπλισμένοι και ανά δύο. Χαιρετούσαν στρατιωτικά τον παππού, χωρίς να βγάζουν ούτε στιγμή το ύφος της πειθαρχίας. Αγόραζαν ό,τι χρειάζονταν και έφευγαν με τον ίδιο τυπικό στρατιωτικό χαιρετισμό.

Ο παππούς είχε ζήσει στην Αμερική και γνώριζε αρκετά καλά αγγλικά. Με αυτά επικοινωνούσε μαζί τους, αφού πολλοί Γερμανοί στρατιώτες γνώριζαν την αγγλική γλώσσα.

Εμείς, τα μικρά παιδιά, καθόμασταν φοβισμένα σε μια άκρη της αυλής. Δεν μιλούσαμε ούτε κινούμασταν. Η παρουσία τους γέμιζε τον χώρο με μια βαριά σιωπή.

Λίγες ημέρες αργότερα άρχισαν να έρχονται στο χάνι και Ιταλοί στρατιώτες.

Τι διαφορά!

Πετούσαν τα όπλα τους στο πεζούλι της αυλής, κάθονταν στα τραπέζια, τραγουδούσαν, γελούσαν και αστειεύονταν μεταξύ τους. Ζητούσαν καφέδες και ποτά και πολύ γρήγορα η αυλή αποκτούσε μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Μόλις μας έβλεπαν, εμάς τα πιτσιρίκια, τρομαγμένα στην άκρη της αυλής, μας φώναζαν κοντά τους. Έβγαζαν καραμέλες από τις τσέπες τους, μας κερνούσαν και άρχιζαν να παίζουν μαζί μας.

Σιγά σιγά έμαθαν και αρκετές ελληνικές λέξεις. Πείραζαν καμιά κοπέλα που περνούσε από το χάνι, γελούσαν δυνατά και συχνά έπαιζαν μαζί μας ποδόσφαιρο με το αυτοσχέδιο τόπι που είχαμε.

Εμείς, τα παιδιά, τους συνηθίσαμε γρήγορα. Κάθε φορά που βλέπαμε κάποιον Ιταλό να πλησιάζει, τρέχαμε χαρούμενα να τον προϋπαντήσουμε. Μας σήκωνε στην αγκαλιά του και έπαιζε μαζί μας σαν να ήμασταν δικά του παιδιά.

Αντίθετα, όταν εμφανίζονταν οι Γερμανοί, επικρατούσε πάντοτε η ίδια εικόνα:

Άκρα του τάφου σιωπή.

Οι Γερμανοί ήταν στρατιώτες πάνω απ’ όλα. Τα πολυβόλα του φυλακίου στη γέφυρα βροντούσαν σχεδόν καθημερινά. Όποιος δεν σταματούσε στον έλεγχο, κινδύνευε να σκοτωθεί.

Πολλοί διαβάτες, για να αποφύγουν τη γέφυρα, ανέβαιναν στο ύψωμα της Τρευνάς, ανατολικά του περάσματος, και συνέχιζαν από εκεί τον δρόμο τους.

Ο θάνατος είχε γίνει καθημερινό φαινόμενο. Άλλοι σκοτώνονταν από τις σφαίρες, άλλοι από την πείνα και άλλοι από τις αρρώστιες.

Η ζωή είχε πάψει να θεωρείται δεδομένη. Κανείς δεν ήξερε αν θα έβλεπε την επόμενη ημέρα.

Θυμάμαι ακόμη ένα περιστατικό που δείχνει πόσο λίγο άξιζε τότε η ανθρώπινη ζωή.

Ήταν Φεβρουάριος του 1942. Στη θέση Τρευνά, περίπου διακόσια μέτρα πάνω από τη γέφυρα, βρισκόταν το μαντρί του πατέρα μου.

Είχε χιονίσει, όμως εκείνη την ημέρα είχε βγει ένας λαμπρός ήλιος και το χιόνι άρχιζε να λιώνει. Έτυχε να βρίσκομαι κι εγώ στο μαντρί.

Βγήκα λίγο πιο πέρα και κάθισα πάνω σε μια πέτρα που δεν είχε χιόνι. Άρχισα να παίζω τα «σπιτάκια», όπως όλα τα μικρά παιδιά.

Καθώς έλιωνε το χιόνι, πρόσεξα δίπλα μου ένα ανδρικό καπέλο. Σχεδόν είχα καθίσει επάνω του.

Το σήκωσα.

Κάτω από το καπέλο βρισκόταν το σώμα ενός νεκρού άνδρα.

Πιθανότατα είχε προσπαθήσει να παρακάμψει τον έλεγχο των Γερμανών, ανεβαίνοντας από το ύψωμα. Δεν πρόλαβε όμως να φτάσει στην κορυφή. Τον νίκησε η πείνα; Η εξάντληση; Κάποια αρρώστια; Κανείς δεν θα μάθει ποτέ.

Εγώ, παιδί πέντε ετών, δεν αντέδρασα. Σηκώθηκα ήρεμα και συνέχισα το παιχνίδι μου σε μια διπλανή πέτρα, σαν να μη συνέβαινε τίποτε.

Όταν άρχισε να βραδιάζει, επέστρεψα στο μαντρί και είπα στον πατέρα μου πως είχα βρει έναν νεκρό.

Με ρώτησε μόνο αν είχε κάποιο τραύμα ή αν φαινόταν χτυπημένος.

Όταν του απάντησα πως όχι, μου είπε ήρεμα:

«Καλά… Δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος.»

Έτσι είχε καταντήσει η ζωή στα χρόνια της Κατοχής.

Η ανθρώπινη ζωή είχε χάσει την αξία της.

Συνεχίζεται….

• Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.

Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.

Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *