η νερομάννα της Αθήνας

Από το βιβλίο του αείμνηστου Νίκου  Πάνου, η νερομάννα της Αθήνας, αντιγράφουμε:


Στον εικονιζόμενο οικογενειακό τάφο, ήταν σφραγισμένοι: ο παππούς, η γιαγιά, ο πατέρας, η μάννα, και πέντε αδέλφια. Ο τάφος πνίγηκε από τα νερά της λίμνης του Μόρνου, η τσιμεντένια ταφόπλακα δάρθηκε από τα κύματα και ράγισε στην δεξιά πλευρά της…

Είναι σωστό να υπάρχει η υποψία ότι το ΝΕΡΟ που πίνουμε ξεπλένει τους τάφους των Καλλιέων; 

Εκείνοι που συνέλαβαν..σχεδίασαν-χρηματοδότησαν-εγκαινίασαν-επιθεώρησαν το έργο του ΜΟΡΝΟΥ μήπως θα έπρεπε;

ΝΑ έκτιζαν το χωριό που έπνιξαν;

ΝΑ μετέφεραν εκεί τα ιερά κειμήλια της Ευαγγελιστρίας;

ΝΑ μετέφερα εκεί το μνημείο των πεσόντων για την πατρίδα;

ΝΑ μετέφεραν εκεί  σε μουσείο τα αρχαιολογικά ευρήματα της Καλλίπολης;

ΝΑ μετέφεραν εκεί το σχολείο που έπνιξαν;





Τα αδέλφια Πάνου από το Κάλλιον.

Πασχαλινή ιστορία

Πασχαλινή Ιστορία

                        στον Θανάση Χασιακή

Πλησίαζε Πάσχα κι είχαν αρχίσει να έρχονται από τον Πύργο στο χωριό, οι χοντρέμποροι για ν’ αγοράσουν αρνιά.

  Όταν αυτοί κινούσαν για τα ορεινά, με κάτι γκρανκάσες, έφερναν μαζί τους και μπουλούκια· χαλκιάδες και πρώην τσαμπάσηδες από την Μπαρμπάσαινα, φορτωμένους με κάτι μαυρομάνικα χασαπομάχαιρα. Ήταν οι “μακελλάρηδες,” τους έφερναν μαζί τους για να σφάξουν τα αρνιά, που ήθελαν να τα στείλουν έτοιμα στον Πύργο.

  Φτάνοντας στο χωριό, έσφαζαν όλη τη μέρα. Βέλαζε το χωριό ολόκληρο , καθώς η λεπίδα του μαχαιριού, άγγιζε το λαιμό τον αθώων ζώων. 

  Αυτή η αναστάτωση άρχιζε τη Μεγάλη Δευτέρα και τέλειωνε το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου.

  Εκείνη τη χρονιά ήταν μια Άνοιξη ανεπανάληπτη. Η εκτροφή αμνών, είχε ξεπεράσει κάθε πρόβλεψη. Τώρα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν τις τιμές που θα έδινε ο έμπορας.

Μπήκε η Μεγάλη Δευτέρα και στην Ντρόκλα, ακούστηκε ο παρατεταμένος ήχος μιας κόρνας, σημάδι ότι έφτανε η πρώτη γκρανκάσα με τον κρεατέμπορα. Πάντοτε ερχόταν πρώτος, ένας Νικολόπουλος. Όσο μπόι του έλειπε, άλλο τόσο ήταν ικανός στα παζάρια. Μπήκε στο χωριό, κατέβηκε από το παλιό φορτηγό και πίσω του πήδηξαν από την καρότσα οι “χαλκιάδες” φορτωμένοι με τα μαχαίρια και τους μπαλτάδες, σαν πεχλιβάνηδες. Όλοι μαζί πήγαν στου Μπάμπη και παράγγειλαν τσίπουρα..

  Ο Νικολόπουλος, πήγε στην Κάτω Ρούγα, να προλάβει τους άλλους εμπόρους κι άρχισε να κάνει τα παζάρια του. Οι συμφωνίες που έκανε αυτός, δεν άλλαζαν. Ήταν το «χρηματιστήριο» των αγοραπωλησιών. Μετά την πρώτη αγορά, άρχιζε η σφαγή.

  Στην Κάτω Ρούγα, εκεί που τέλειωνε το χωριό, πάνω στο τελευταίο πλάτωμα πριν το ρέμα του Χαρατσάρη, ήταν μια μεγάλη βελανιδιά. Στον ίσκιο της άρχιζε ο θρήνος! Ένα κλάμα. Καθώς τα ζωάκια, αντιλαμβάνονταν την τύχη τους, το άγχος του θανάτου εισέβαλε χωρίς καμιά λύπη, στην ψυχούλα τους. Ύστερα, το κλάμα αυτό, απλωνόταν στη λαμπερή ατμόσφαιρα πάνω απ’ όλο το χωριό, σαν το λεπίδι άγγιζε το λαιμό των αθώων και τρυφερών αυτών ψυχών. Το αίμα που έτρεχε σαν ρύακας, γινόταν μαύρο και ξεραινόταν εκεί στο πλάι. Γύρω του μαζεύονταν ένα σωρό έντομα κι επί μήνες, εκεί, όλος ο τόπος μύριζε θάνατο, μέχρι να ’έρθουν οι φθινοπωρινές μπόρες και να τον ξεπλύνουν.

Οι χαλκιάδες είχαν πιάσει δουλειά. Πλάι τους, μπουκάλες με τσίπουρο. Πίνοντας, μαλάκωναν την αγριάδα, από το αθώο αίμα, που φόρτωνε μέσα στο μάτι τους. Σφάζοντας αγρίευαν χωρίς να το καταλαβαίνουν. Έσφαζαν ασταμάτητα, χωρίς λύπηση. Ένας από δαύτους, ο περίφημος Γιδόχαρος, ήταν ο πιο δεξιοτέχνης. Ψηλός, λεπτός, με δέρμα σταρένιο, ξανθά μαλλιά και μάτια τσακίρικα. πάντοτε σοβαρός κι αγέλαστος. Αυτός, με μεγάλη επιδεξιότητα, έκανε στον ίδιο χρόνο διπλάσια δουλειά. Σιγοσφύριζε έναν απροσδιόριστο σκοπό, κι όταν η λάμα του μαχαιριού, ακουμπούσε το λαιμό του ζώου, τότε, μισόκλεινε τα μάτια μ’ αποστροφή. 

  Από δίπλα, ντάνιαζαν τα τομάρια. Το βράδυ τα φόρτωναν  στη γκρανκάσα και μαζί με τ’ αρνιά και τα έστελναν στον Πύργο. Εκεί, ξεφόρτωναν τα αρνιά και τα τομάρια τα έστελναν  στα βυρσοδεψεία, στα Ταμπάχανα της Πάτρας.

Μόλις η μέρα σωνόταν και έμπαινε στη θέση της το σκοτάδι, μαζεύονταν όλοι στο μαγαζί του Μπάμπη. Εκεί έβαναν στην τσόχα, τον κάματό τους, τον οποίο, ο Νικολόπουλος τους κατέβαλε αυθημερόν. Στο χαρτί ήταν άσσοι! Άρχισαν να παίζουν «Θανάση» ή 21, κι όπως ήταν μανούλες στα χαρτιά, έγδυναν στην κυριολεξία, εκείνους τους χωρικούς, που είχαν την απρονοησία να εμπιστευτούν τις ικανότητες και την τύχη τους στα χαρτιά.

  Μια τέτοια επική χαρτοπαιξία έγινε κι εκείνη τη χρονιά. Το παιχνίδι άρχισε, όταν στο καφενείο μπήκε ο Γιδόχαρος αμίλητος, μ’ ένα τσιγάρο να κρέμεται απ’ τα χείλη του. Μια παρέα, πέντε έξι γύφτοι και χωρικοί είχαν πάρει θέσεις γύρω από ένα τραπέζι. Ο μπάρμπα Μήτσος Περβόλας, ο Ντίνος Περαμερίτης, ο Σταύρος Μιχαλόπουλος και τρεις γύφτοι. Πλησίασε ο Γιδόχαρος αμίλητος και πήρε θέση.

  Στο τέλος έμειναν δύο. Ο Γιδόχαρος και ο μπάρμπα Μήτσος Περβόλας. Χτυπήθηκαν άγρια. Η τύχη όμως ευνόησε τον Γιδόχαρο. Μάζεψε όλο το χαρτί. Ο μπάρμπα Μήτσος με δυσκολία έκρυβε τον εκνευρισμό του. Σα να φάνηκε ένα υγρό παράπονο στις άκριες των ματιών του. Δανείστηκε χρήματα δύο φορές από τον Μπάμπη κι όταν τα έχασε κι αυτά, είπε ατάραχος:

«Συνεχίζουμε».

«Τα λεφτά σου μπάρμπα Μήτσο», είπε ψυχρά ο Γιδόχαρος.

«Τελευταία γύρα απάντησε εκείνος, τελευταία γύρα. Παίζω το αρνί…».

Ο Γιδόχαρος, τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του, ήπιε μια γουλιά μέντα έριξε μια ματιά αδιάφορη γύρω κι αμίλητος έκανε χαρτί. Ο μπάρμπα Μήτσος πόνταρε το αρνί. Η τύχη δε γύρισε. Το έχασε κι αυτό!

  Για μερικά λεπτά έπεσε σιωπή στο μαγαζί. Ο Γιδόχαρος μετρούσε τα χρήματα τάχα μου αδιάφορος. Ύστερα σηκώθηκαν. Ο μπάρμπα Μήτσος , είπε εκνευρισμένος:

«Έλα. Πάμε στο μύλο να το πάρεις».

  Διέσχισαν όλη τη σιωπή του καφενέ. Οι θαμώνες κοίταζαν στο πάτωμα. Βγήκαν έξω. Ο μύλος του μπάρμπα Μήτσου στεκόταν σκοτεινός, λίγο πιο πέρα. Στο δρόμο ερημιά. Στάθηκαν ανάμεσα στη μάντρα του Επαμεινώντα και τον μύλο. Ο μπάρμπα Μήτσος άνοιξε. Ξεκρέμασε το σφαχτάρι από το τσιγκέλι. Το έδωσε του Γιδόχαρου και είπε:

«Πάρτο. Καλή Ανάσταση…». Ύστερα του γύρισε την πλάτη, και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι του μύλου. Ο Γιδόχαρος φορτώθηκε στην πλάτη το αρνί και τον κατάπιε η νύχτα.

Ο μπάρμπα Μήτσος πήγε πίσω, στη μηχανή του μύλου· άναψε τσιγάρο, κάθισε σ’ ένα σκαμνί και σκέφτηκε τα παιδιά του. Κοίταζε συνέχεια κατά το τσιγκέλι που το φώτιζε μια φέτα φως του φεγγαριού. Άψυχο το τσιγκέλι, ψυχρό, πλάι στην πόρτα. Σκεφτόταν, τι  δικαιολογία να πει στη γυναίκα του. Δεν  χωρούσε στο μυαλό του η αποκοτιά που έκανε. Κάπνισε το τσιγάρο του κι ύστερα, το πήρε απόφαση να πάει στο σπίτι. Βρήκε μια προσωρινή δικαιολογία. Ότι ξέχασε ξεκλείδωτο το μύλο και κάποιος μπήκε μέσα κι έκλεψε το αρνί.

Ανέβηκε τη σκάλα. Άνοιξε την πορτοπούλα και μπήκε μέσα με το κεφάλι. Στη μέση του μαγειρειού, είδε με έκπληξη τη γυναίκα του, να προετοιμάζει το αρνί για την αυριανή και τα δυο μεγάλα παιδιά να την βοηθάνε. Η γυναίκα, χωρίς να τον κοιτάξει, είπε:

«Είναι λίγο παχύ φέτο το αρνί, άντρα μου. Έδωκα μια κουλούρα στον μαύρο Γιδόχαρο, που το ’φερε από το μύλο. Είπε ότι ο πατέρας του απόθανε. Ο Θεός να τον αναπάψει. Τον παρακάλεσα, να κάτσει, να κάνουμε Ανάσταση μαζί. Μου είπε: ευχαριστώ θεια, αλλά φεύγω· η νύχτα είναι αφέγγαρη. Θα πάω με τα πόδια μέχρι τη Μπαρμπάσαινα χωρίς αποκοπή, τι με καρτεράει η φαμελιά μου, για να κάνουμε παρέα Λαμπρή».

Ωραίος ο βόρειος Παρνασσός, εντυπωσιακή η Γκιώνα αλλά τα Βαρδούσια είναι από άλλη διάσταση!!

 ……..Βγήκαμε στη δημοσιά, πάνω απ’ το χωριό Καλοσκοπή (Κουκουβίστα) και κάνουμε αριστερά για να πέσουμε κατά τον ποταμό Μόρνο. Πριν πέσουμε, στο χαρακτηριστικό διάσελο – λάκες, νάσου και είχε στηθεί κέντρο υπαίθριων δραστηριοτήτων, με mobile scooter, retrack μεταφοράς κόσμου, διαμόρφωση πίστες για παιδιά, τύπου western farm, συνέχεια των εγκαταστάσεων με τα άλογα στην Κάτω Παύλιανη. Το μέρος προσφέρεται, διότι είναι διάσελο, λάκες, γύρω έλατα, πιο πίσω οι εντυπωσιακές κορφές της Γκιώνας, κοντά στην Παύλιανη και Καλοσκοπή και πριν πέσει κανείς κατά τη μεριά του Μόρνου. Ιδιαίτερο μέρος! Αφήνουμε στα αριστερά ένδειξη για χ. Πανουργιά και δεξιά ένδειξη για τα χωριά: Πυρρά, Καστριώτισσα, Μαυρολιθάρι και «βουτάμε» στο κέντρο, όπου ένα πανόραμα ανοίγεται μπροστά μας, τα Βαρδούσια. Ωραίος ο βόρειος Παρνασσός, εντυπωσιακή η Γκιώνα αλλά τα Βαρδούσια είναι από άλλη διάσταση. Καλύπτουν ολόκληρο το «κάδρο» θέασης, δεν μπορείς να ξεφύγεις, χαμηλώνεις τα μάτια και υποκλίνεσαι.

Στην κορφή Κούκος 2.119μ. Παρνασσού

Πέφτουμε στο ποτάμι και ανηφορίζουμε απ’ την άλλη μεριά για τις «Μουσουνίτσες». Το σκεπτικό μας τώρα είναι να περπατήσουμε στη διαδρομή που φεύγει πάνω απ’ το χωριό Κάτω Μουσουνίτσα και ανεβαίνει στο εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, εκεί στο καταπληκτικό μπαλκόνι, που είχαμε επισκεφθεί το περασμένο καλοκαίρι, για να ανεβούμε στο Κοκκινιά. Φυσικά δεν το πολύ-πιστεύουμε ότι ο δρόμος θα ανεβαίνει, αλλά σημασία έχει να βάζει κανείς στόχους.
Περνάμε τη διασταύρωση αριστερά για την Κάτω Μουσουνίτσα και λίγο πιο πάνω, αφήνουμε τη δημοσιά που οδηγεί στην Πάνω Μουσουνίτσα (Αθανάσιος Διάκος) και κάνουμε αριστερά, ένδειξη Κονιάκος 11 χιλ. Ακολουθούμε τον χωμάτινο δρόμο, που είναι πολύ όμορφος για περπάτημα ή ρακέτες, εάν έχει χιόνι. Λόγω της σύστασης του εδάφους και της πλευράς, ο δρόμος δεν έχει χιόνι και έτσι βρισκόμαστε καβάλα στο όχημα να βγαίνουμε ψηλά στο εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία. «Καβάλα πάει στην εκκλησιά καβάλα και να προσκυνήσει». Βγαίνουμε στο χαρακτηριστικό μέρος, με το εξωκλήσι και το πανέμορφο δένδρο, μ’ έναν ήλιο να τα κάνει όλα εξώκοσμα. Οι όρθιες πλαγιές της νότιας κορυφογραμμής, χιονισμένες, ασπρισμένες και μετά το απόλυτο μπλε του ουρανού, δίνουν μια άλλη διάσταση στην οπτική μας παραζάλη. Βρισκόμαστε, χωρίς να περπατήσουμε, ψηλά στις πλαγιές των Βαρδουσίων, αιχμάλωτοι μιας μέρας, «καλοσύνη καιρού», που δεν λέει να τελειώσει.

Στο χ. Κάτω Αγόριανη (Λιλαία) Παρνασσίδος

Κολατσίζουμε ξαπλωμένοι στο χιόνι, μακαρίζοντας την τύχη μας και έχοντας ξεχάσει ότι δεν περπατήσαμε καθόλου σήμερα. Άλλα «θέλαμε», άλλα προέκυψαν. Στη Γκιώνα θα σκαρφαλώναμε την κόψη αλλά μας προέκυψε σπρώξιμο αυτοκινήτου και χωρίς να το καταλάβουμε βρεθήκαμε με αυτοκινητάδα στα ψηλά. Κάτι πρέπει να κάνουμε και εμείς.. Βρισκόμαστε σε υψ.1500μ. και έχουμε μπροστά μας ένα πεδίο, ως «τείχος» της νότιας κορυφογραμμής των Βαρδουσίων. Θέλουμε δεν θέλουμε καμιά 500ριά μέτρα υψομετρική διαφορά, για να βγούμε στη ράχη. Η πλαγιά δείχνει να «απλώνεται» ομαλά. Φορτωνόμαστε τα σακίδια, παίρνουμε σκοινί, γκραμπόν και βάζουμε τα πόδια να ανηφορίσουν. Μπροστά είναι τυφλή από θέα, αλλά ξέρουμε ότι βρισκόμαστε στην ευθεία του Κόρακα. Περνάμε τοποθεσίες (σύμφωνα με τον χάρτη) Πύργος, με το χιόνι να βοηθάει. Κάθε τόσο σταματάμε και κωλοκαθόμαστε σε ξέχιονο βραχάκι και απολαμβάνουμε τη θέα των ψηλωμάτων της.. Γκιώνας. Ψηλότερα δενόμαστε, έγινε πολύ ενδιαφέρουσα η προσπάθειά μας, είναι τότε που βγαίνουμε στο «φρύδι», στο χείλος στης πλαγιάς και βλέπουμε απέναντι τον Κόρακα, 2.495μ. Εμείς τότε προσδιορίζουμε την θέση μας και καταλήγουμε ότι είμαστε στην Ανώνυμη κορφούλα 2.383μ.
Έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί βγήκαμε στη ράχη, είμαστε ψηλά και αντικρύζουμε απέναντι τον Κόρακα, χειμωνιάτικα. Πώς μας ήρθε να βγούμε εδώ; Δεν το είχαμε κουβεντιάσει νωρίτερα. Χρόνια γυροφέρναμε στα Βαρδούσια, να που βρεθήκαμε σε κάτι «άγνωστο», αλλά υπέροχο.. Για τις θέες δεν το συζητάμε, η νότια κορυφογραμμή των Βαρδουσίων είναι «μαγική». Ξεκολλάμε απ’ την Ανώνυμη κορφή και προσεκτικά κατηφορίζουμε – χαμηλώνουμε, προσέχοντας να μην στουκάρουμε.. Βγαίνουμε στον Προφήτη Ηλία, ουφ αλλά στην παραζάλη απ’ τον πολύ χειμωνιάτικο ήλιο και ανασυντασσόμεθα.

Η Πλατυβούνα ή Παληοβούνα Γκιώνας, 2.317μ.

Αφήνουμε το μπαλκόνι του Προφήτη Ηλία και επιστρέφουμε κατά κάτω. Σε διασταύρωση, κάνουμε δεξιά, ακολουθώντας το δρόμο που οδηγεί στο χ. Κονιάκο. Τώρα αρχίζουμε και κάνουμε όνειρα για ζυμωτό ψωμί, αυγουλάκια και πατάτες με ρίγανη, σε κάποιο μαγαζάκι στο χωριό, μόλις έχουμε κολατσίσει!
Η διαδρομή είναι πολύ όμορφη διότι στα δεξιά μας έχουμε τα χιονισμένα ντουβάρια της νότιας των Βαρδουσίων και αριστερά την Γκιώνα με την ορθοπλαγιά του Λαζορρέματος, που να μην ξέρεις πού να πρωτοκοιτάξεις. Περνάμε εικονοστάσι, όπου δεξιά μας παλιά πεζούλια και λεωφορείο αφημένο στο πουθενά. Στη συνέχεια εικονοστάσι, από κάτω ποτίστρα και μπαίνουμε στο χωριό απ’ την οδό Αγίου Γεωργίου. Στο χωριό, εγώ να προσπαθώ να το φωτογραφίσω και ο Γιώργος επιχειρεί να βρει τη θεια με το να φάμε κάτι, αλλά το μόνο που βρίσκει είναι πόρτες κλειστές. Χειμωνιάτικα, μετά από γιορτές, δευτεριάτικα μεσημέρι, μάλλον τρελοί μπορούσαν να φανταστούν ότι θα εύρισκαν μαγαζάκι ανοικτό. Δεν είδαμε και άνθρωπο, οπότε λέμε να κατηφορίσουμε κατά το Λιδορίκι και να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα. Έλα όμως που ο καιρός μας έχει πάρει τα μυαλά. Αφήνουμε το χωριό και βγαίνοντας έξω απ’ αυτό σταματάμε στο εξωκλήσι Κων/νου και Ελένης πιο πολύ για να απολαύσουμε τις πλαγιές της Γκιώνας, ενώ έχουμε χορτάσει αυτές της νότιας κορυφογραμμής των Βαρδουσίων. Χαμηλότερα και κατά τον ποταμό Μόρνο, που κυλάει στα πόδια μας, παλιά πεζούλια με τα κοπάδια προβάτων να βόσκουν (λιάζονται) στο φως της ημέρας.

Στον Προφ. Ηλία Βαρδουσίων, 1.500μ. υψόμετρο, ανάμεσα στα χ. Κάτω Μουσουνίτσα – Κονιάκος

Στο ποτάμι του Μόρνου
Φορτωνόμαστε στο αυτοκίνητο και κατηφορίζουμε στην καινούργια γέφυρα που οδηγεί στην απέναντι πλευρά, abeam χωριού Λευκαδίτη. Στο ποτάμι όμως ξανασταματάμε. Ο Μόρνος που είχαμε συναντηθεί ψηλά στον καταρράκτη, έξω απ’ το χωριό Στρώμη και τα νερά απ’ τις πλαγιές της Οίτης, σχηματίζουν τώρα ένα δέλτα, πριν φτάσουν στη λίμνη. Τα νερά γυαλίζουν στο φως του ήλιου και αυτό το θεϊκό κάλεσμα δεν μπορούμε να το προσπεράσουμε. Μεσημέρι είναι, αφού δεν έχουμε περπατήσει για σήμερα ούτε έχουμε γευτεί τα αυγουλάκια με τις ριγανάτες πατάτες, προτιμάμε να ρίξουμε από μια βουτιά στα χρυσίζοντα νερά του ποταμού, κλέβοντας κάτι απ’ το χρυσάφι τους, πριν αυτά καταλήξουν στη λίμνη. Για να ξεπεράσουμε το sock του νερού, σκεφτόμαστε ότι θα μπορούσαμε να βρεθούμε αυτόματα τούτη τη στιγμή, στο νεροχύτη της κουζίνας μας εάν κάποιος άνοιγε τη βρύση του αθηναϊκού σπιτιού μας, καθώς τούτα τα νερά μεταφέρονται στην πρωτεύουσα.. Τι μπορεί να σκεφθεί το μυαλό του ανθρώπου!

Ο Μόρνος ποταμός..

Παραμένουμε ζωντανοί, φορτωνόμαστε στο αυτοκίνητο και σε άσφαλτο πια, ολότελα μελωμένοι, φτάνουμε στο Λιδορίκι. Μπαίνοντας στην κωμόπολη, διαπιστώνουμε κάποια ασυνήθιστη κίνηση. Το επιβεβαιώνουμε καθώς πιο κάτω είδαμε ανθρώπους με τα καλά τους να οδηγούνται προς κάπου και λίγο πιο κάτω μία τροχονόμο που ρύθμιζε την κίνηση. Προλάβαμε και είδαμε αυτοκίνητα «επίσημα» και τύπους με κοστούμια. «Κάνας επίσημος θα επισκέφθηκε το τόπο» σκεφθήκαμε, οπότε ούτε εδώ είμαστε για να φάμε κάτι, πάμε, δεν τόχει η μέρα μας. Πιάνουμε το δρόμο που φεύγει από το Λιδωρίκι και όσο και να ερωτοτροπούν τα νερά της λίμνης με το ανεπαίσθητο αεράκι, εμείς «βλέπουμε» να μας παρακολουθούν αυτοκίνητα ασφαλείας υψηλών προσώπων πίσω μας. Τρομάζουμε να φτάσουμε στο ύψος του χ. Μαλανδρίνου και των φυλακών, για να ηρεμήσουμε. Μετά ο δρόμος, οι πλαγιές και οι φόρμες τους, τα πηγάδια, οι πέτρινες στάνες (αριστουργήματα), οι ξερολιθιές, τα όρη Λιδορικίου, η θάλασσα, ο Παρνασσός ξανά, παύουν να μας κάνουν εντύπωση. Περνάμε τη Βουνιχώρα (μαρτυρικό χωριό), – το έκαψαν και αυτό οι Γερμανοί, όπως το Δίστομο και τα Καλάβρυτα – καίτοι βρήκαμε φούρνο κανονικό, για το κάτι τι που ήθελε ο Γιώργος αλλά δεν έχουμε όρεξη για να σταματήσουμε. Μετά ακολουθεί ο στενός δρόμος, που ελίσσεται ανάμεσα σε πετρώδες έδαφος, όπου οι πέτρες του τόπου ανακατεύονται με αυτές των αρχαιοτήτων και παράγουν υπέροχα γλυπτά. Μετά το ύψος του χωριού Αγία Ευθυμία ο δρόμος φτιάχνει – μετά το τελευταίο μου πέρασμά μου απ’ τον τόπο – φαρδύς, άνετος μέχρι και διαστημικό διπλό τούνελ έστησαν στο τελείωμά του και στρωτά μπαίνουμε στην Άμφισσα. Τελευταία ευκαιρία μας δίνεται με την Άμφισσα, που είναι όμορφη, η πλατεία πλακοστρωμένη, τα μαγαζάκια ολόγυρα μας προσκαλούν, αλλά εμείς έχουμε βγει εκτός πια. Ίσα να βάλουμε βενζίνη και δρόμο…
Μη τα θέλουμε και όλα δικά μας. Η μέρα μας έχει ανταμείψει πλουσιοπάροχα. Αφήσαμε τις αδυναμίες μας και τις μικρότητες και παίρνουμε τον μακρύ δρόμο της επιστροφής. Μία κορφή, δυο βουνά, σε δυο μέρες και ένα ποταμίσιο μπάνιο, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, μόνο με τέτοιο καιρό τα κάνεις και ο καιρός τούτη τη φορά μας περίμενε!.

Πηγή:ορεινογραφίες.
Τάκη Ντάσιου Φεβρουάριος 2007

Το ταφικό μνημείο αγνώστου στην περιοχή της αρχαίας Καλλίπολης (Λίμνη Μόρνου)

Το ταφικό μνημείο αγνώστου στην περιοχή της αρχαίας Καλλίπολης (Λίμνη Μόρνου)

Ήξερες ότι το ταφικό μνημείο ενός αγνώστου αλλά εύρωστου πολίτη ήταν από τα πρώτα μνημεία που ερευνήθηκαν στην αρχαία Καλλίπολη;

Ένα από τα πρώτα μνημεία που ερευνήθηκαν στην αρχαία Καλλίπολη, την πόλη που, ευρισκόμενη στην όχθη του ποταμού Δάφνου, του σημερινού Μόρνου, κατακλύστηκε από τα νερά του τελευταίου, όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 διαμορφώθηκε η ομώνυμη τεχνητή λίμνη, υπήρξε ένα ταφικό μνημείο που εντοπίστηκε σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων από το τείχος της πόλης.

Ο τρόπος κατασκευής του αλλά και η θέση του, παραπλεύρως της κύριας οδού που οδηγούσε στη νότια πύλη της πόλης, επιτρέπει το συμπέρασμα ότι προοριζόταν για κάποιον οικονομικά εύρωστο πολίτη. Πρόκειται για τάφο ορθογώνιο και καμαροσκεπή, ο οποίος στέγαζε μία λίθινη σαρκοφάγο. Αν και συλημένο, πιθανώς ήδη από την αρχαιότητα, το μνημείο απέδωσε πολλά και πολύτιμα ευρήματα: ιατρικά εργαλεία από σίδερο και χαλκό, περιδέραια από χρυσό και ημιπολύτιμους λίθους, εξαρτήματα ένδυσης, καθώς και αρκετά νομίσματα. Από αυτά τα αρχαιότερα είναι δύο κίβδηλα δηνάρια, φαινομενικά κοπής επί της αρχής του αυτοκράτορα Αδριανού μεταξύ των ετών 119-122 μ.Χ. και του Μάρκου Αυρηλίου, κοπής κατά το έτος 161 μ.Χ., ενώ τα υπόλοιπα είναι αντωνινιανοί κοπής τοπικών νομισματοκοπίων που κυκλοφόρησαν επί της αρχής του αυτοκράτορα Γαλλιηνού το 267 μ.Χ. ένα χρόνο προτού διέλθουν από την περιοχή οι Γότθοι, οι οποίοι στο πέρασμά τους άφηναν μόνο καταστροφή και θάνατο. Τα νομίσματα μέσα στον τάφο, όπως και μια δεύτερη ομάδα σύγχρονων νομισμάτων που βρέθηκαν κάτω από μια πλάκα δαπέδου οικίας, αποτελούν έναν «θησαυρό», μία απόκρυψη έκτακτης ανάγκης στην οποία κατέφυγε ο ιδιοκτήτης τους με την ελπίδα -εις μάτην- ότι θα μπορούσε να επανέλθει και να ανακτήσει.