ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΤΕΦΟΣ

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΤΕΦΟΣ

Ο Χαράλαμπος Στέφος του Γεωργίου και της Αικατερίνης, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1932. Ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά μιας οικογένειας της οποίας ο πατέρας δούλευε ως χτίστης μαζί με τα αδέρφια του και συντηρούσε την οικογένεια του. Το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάζει τον καλλιτέχνη να διακόψει το σχολείο και να φύγει από το χωριό του καθώς ο πατέρας του αρρώστησε βαριά και πέθανε. Όντας το μεγαλύτερο από τα τρία αγόρια έπρεπε να δουλέψει και να συντηρήσει τη μάνα του και τ αδέρφια του. Έτσι φτάνει στην Άμφισσα. Αρχικά, εργάζεται ως υπάλληλος σε ένα μπακάλικο ενώ μένει σε ένα μικρό δωμάτιο. Τα τρία αυτά χρόνια της ζωής του είναι ιδιαίτερα δύσκολα καθώς, μακριά από την οικογένεια του, βιώνει την πείνα, το κρύο και τη σκληρή πλευρά της ζωής στην καθημερινότητα του. Βλέπει πολλούς συνανθρώπους του να υποφέρουν και να δουλεύουν ίσα-ίσα για ένα κομμάτι ψωμί. Η ζωγραφική, όμως, ήτανε πάντα μέσα στην καρδία του και σε εκείνο το μικρό, φτωχικό δωμάτιο, μπορούμε να πούμε ότι την ανακάλυψε περισσότερο και την εξωτερίκευσε.

Ο Χαράλαμπος Στέφος ήταν αυτοδίδακτος, είχε ένα έμφυτο ταλέντο το οποίο ταυτιζόταν με την ίδια του την ύπαρξη. Η ζωγραφική έγινε για αυτόν δημιουργία, σχέδιο, πίνακας. Θαύμαζε το τοπίο τριγύρω του, τις εναλλαγές του φωτός, τις αλλαγές της ώρας στη φύση, τη διαδοχή των ημερών και των εποχών οι οποίες έφερναν και τις ανάλογες μεταπτώσεις στα συναισθήματα του. Το πάθος του για την ζωγραφική ήταν τόσο μεγάλο ώστε όταν δεν εργαζόταν, ζωγράφιζε, σε οποιεσδήποτε συνθήκες της καθημερινότητα του. Στη διάρκεια εκείνων των χρόνων, δημιούργησε πολλά έργα, κυρίως τοπία, νεκρή φύση αλλά και θαλασσογραφίες. Κυρίως όμως τον γοήτευε η “αγρία” και τραχιά ομορφιά του . Στην εποχή του έλαβε μέρος και στις πρώτες εκθέσεις. Έτσι, τη δεκαετία 1959-1969 συμμετείχε σε πέντε ομαδικές εκθέσεις σε Άμφισσα και Αθήνα, ενώ πραγματοποίησε και την πρώτη του ατομική έκθεση στο Λιδωρίκι. Τα επόμενα χρόνια γνωρίζει σημαντικούς ανθρώπους της τέχνης οι οποίοι αναγνωρίζουν το ταλέντο του, όπως ο Θεόδωρος Στάμος, καθηγητής τέχνης του πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης, ο ζωγράφος Α.Ζ. Πουλιανός, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών όπως ο Χατζίνης, κριτικοί τέχνης όπως ο Β. Κουντουρίδης, ο Β. Παναγιωτόπουλος, ο Δ. Κραββαρτόγιαννος και άλλοι, οι οποίοι τον αναγνωρίζουν ως ένα από τους πολλά υποσχόμενους νέους ζωγράφους.

Η δεκαετία του 1970 τον βρίσκει εξίσου δημιουργικό και παραγωγικό σε έργα και εκθέσεις, ατομικές και ομαδικές. Έτσι εκθέτει έργα του την Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στη Άμφισσα ,στην Ιτέα αλλά και στο εξωτερικό. Εντυπωσιάζει και γοητεύει τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών αλλά και το απλό φιλότεχνο κοινό και ξεπερνά τα σύνορα της Ελλάδας. Στην “Ελληνική Εβδομάδα” που διοργανώνεται στην πόλη Deurne της Ολλανδίας το 1977, εκπροσωπεί την ελληνική ζωγραφική και οι κριτικές που αποσπά είναι διθυραμβικές. Το ίδιο συμβαίνει και σε τρεις ομαδικές εκθέσεις στις οποίες συμμετέχει ως μέλος της IAG (International Arts Guilt) στο Μόντε Κάρλο, το 1973, 1976 και το 1978. Ο ίδιος ο καλλιτέχνης δημιουργεί δικά του χρώματα, δουλεύοντας και σμιλεύοντας την πέτρα, φτιάχνοντας ζεστές, γήινες αποχρώσεις, ενώ από τα φυτά και τα λουλούδια δημιουργεί φυτικά χρώματα. Στις Εκθέσεις του παρουσιάζει αυτές του τις δημιουργίες και ο κόσμος ανταποκρίνεται. Στα “Φωκικά” τα οποία διοργανώνονται στην Άμφισσα το 1982 υπό την αιγίδα του Δήμου Άμφισσας, ο Χαράλαμπος Στέφος εκθέτει τη Συλλογή του “Κατοχή- Πείνα”, έργο που συγκινεί το φιλότεχνο και όχι μόνο κοινό, με ιστορικές μνήμες του παρελθόντος, οι οποίες αναβιώνουν μέσα από τα προσωπικά βιώματα του καλλιτέχνη. Μαθητές, καθηγητές, φοιτητές, άνθρωποι του πνεύματος αλλά και απλοί άνθρωποι επισκέπτονται αυτή την έκθεση και συγκλονίζονται από τα έργα της.

Στα χρόνια που ακολουθούν, ο καλλιτέχνης είναι δημιουργικότατος. Συμμετέχει σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος ενώ οι κριτικές που δέχεται είναι διθυραμβικές. Τα βραβεία του, σε Ελλάδα και εξωτερικό επιβεβαιώνουν την αξία της τέχνης του. Έργα του βρίσκονται στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθήνας και Άμφισσας, στο ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, στο Λαογραφικό Μουσείο Άμφισσας, στην Ελληνική πρεσβεία της Χάγης, στη Δημοτική Πινακοθήκη Λαμίας και σε πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο Χαράλαμπος Στέφος ήταν μέλος του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Κεντρικής Ελλάδας ΣΚΕΤΚΕ, ενώ συμπεριλαμβάνεται και στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών “Μέλισσα”. Δυστυχώς, σε μία ακόμη γόνιμη και παραγωγική στιγμή της ζωής του και της εικαστικής του δημιουργίας, έφυγε από κοντά μας στην ηλικία των 77 ετών, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια πολιτιστική κληρονομία για τον τόπο του αλλά και για την πατρίδα του καθώς και για την ελληνική ζωγραφική τέχνη. 

Ο Χαράλαμπος Στέφος ήταν παντρεμένος με την Αικατερίνη Χ. Μποτίνη και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Γιώργο και την Μαρία.

Το έργο και το ήθος, κυρίως του χαρακτήρα και της τέχνης του Χαράλαμπου Στέφου, θα μείνει για πάντα ασίγαστο και καθοριστικό για τις επόμενες γενιές καλλιτεχνών και όχι μόνο.

Βιβλιοκριτική: θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις

 

ΔΗΜΟΣΙΕΎΤΗΚΕ ΣΤΙΣ3 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ, 2021, 

Βιβλιοκριτική

03/12/21ΒΙΒΛΙΟ

“Θαμμένα Όνειρα, Ζωντανές Αναμνήσεις” στην Τεχνητή Λίμνη του Μόρνου

*

“ΘΑΜΜΈΝΑ ΌΝΕΙΡΑ, ΖΩΝΤΑΝΈΣ ΑΝΑΜΝΉΣΕΙΣ” ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΉ ΛΊΜΝΗ ΤΟΥ ΜΌΡΝΟΥ

Photo 78375028 © SOREAN STEFAN | Dreamstime.com

Θυμάμαι το Λιδωρίκι και την λίμνη του Μόρνου ως μια όμορφη, μεγάλη παράκαμψη στο δρόμο για την Παύλιανη. Μια παρέα συγγενών και φίλων όργωνε τη Στερεά Ελλάδα τη δεκαετία του 80 και εγώ στο πίσω κάθισμα ενός Wartburg να ρουφάω εικόνες από μια Ελλάδα που ενώ χάθηκε, είναι πάντα εκεί. Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο “Θαμμένα Όνειρα, Ζωντανές Αναμνήσεις” του  Κωνσταντίνου Μπερτσιά όλες αυτές οι αναμνήσεις γύρισαν στο μυαλό μου.

Ο συγγραφέας άφησε τον τόπο του αρκετά χρόνια πριν την τελική χρήση της λίμνης για την υδροδότηση της Αθήνας. Αυτό που καταφέρνει στο βιβλίο του είναι να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη μέσα από τις περιγραφές του, άλλες με μυθιστορηματική γραφή, άλλες σε προσωπικό τόνο, καθώς αποτυπώνει όσα έζησε.

H ιστορία εξελλίσεται στα 18 κεφάλαια στην περιοχή της κοιλάδας που μετατράπηκε σε λίμνη, με όσα περιγράφονται στο βιβλίο των 194 σελίδων να αποτελούν μια γνήσια καταγραφή των λαϊκών παραδόσεων, του κύκλου της ζωής όπως τον όριζε η φύση, και των οικογενειακών και φιλικών δεσμών όπως νοηματοδοτούνταν στην ελληνική επαρχία μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο νεαρός Κώστας μεγαλώνει μέσα σε σκληρές αλλά βαθιά ανθρώπινες συνθήκες. Στα 18 κεφάλαια περιγράφονται, ευχάριστα για τον αναγνώστη, οι ελλείψεις, η εφευρετικότητα, η παιδική ηλικία, οι μυρωδιές από την τυρόπιτα της μητέρας, τα μακρυά μαλλιά μπροστά στον χωροφύλακα, το άλογο ως μέλος της οικογένειας, η συνεργατικότητα των οικογενειών.

Και στον αντίποδα το κάλεσμα της Αθήνας, είτε για σπουδές, είτε για ασφάλεια ή ακόμα και για ένα οικόπεδο στο Κολωνάκι που δεν αγοράστηκε ποτέ!

Το βιβλίο, προσωπικά, με παρακίνησε να ψάξω την ιστορία του τόπου και να επαναπροσδιορίσω την επόμενη εκδρομή μου. H ιστορία ξεκινάει πίσω στα τέλη της δεκαετίας του 60, με τα υδρόμετρα να δείχνουν ότι ο ποταμός Μόρνος ήταν “ικανός” μαζί με τα νερά των παραπόταμών του να ξεδιψάσει μια Αθήνα που όλο και μεγάλωνε χάρη στην έκρηξη της αστυφιλίας, το άτυχο αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων.

Τα πρώτα έργα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ολοκληρώθηκαν το ’79 και η λίμνη με το φράγμα της και το κανάλι ξεκίνησαν να λειτουργούν το 1981. Όταν τα νερά υποχωρούν, το χωριό Κάλλιο έρχεται στην επιφάνεια δημιουργώντας ένα απόκοσμο σκηνικό. Η κοιλάδα, όμως, που πρόσφερε ζωή στις οικογένειες της περιοχής είναι πλέον η λεκάνη της λίμνης.

Το οξύμωρο είναι ότι η λίμνη είναι ενταγμένη στο Natura και αποτελεί σπουδαίο υδροβιότοπο. Έκλεψε μα έδωσε και ζωή. Το βιβλίο πέρα από τον τοπικό του χαρακτήρα αφήνει σπουδαίο αποτύπωμα για τις μνήμες που κρατάει ζωντανές. Τα τοπωνύμια, τις συνήθειες, τα πάθη, τις λύπες και τις χαρές των ανθρώπων. Διαβάζεται ευχάριστα και σας το προτείνω ανεπιφύλακτα.


Ο Άρης Γαβριελάτος είναι διευθυντής περιεχομένου της αθηΝΕΑς. Είναι κοινωνιολόγος με μεταπτυχιακές σπουδες στον Κοινωνικό Αποκλεισμό και το Φύλο. Αρθρογραφεί για βιβλία, θέατρο και μουσική, ενώ αγαπημένο του hobby είναι το ορεινό τρέξιμο

Η γέφυρα του Μόρνου με την ματιά ενός αντάρτη

 «Πήραμε ένα λόχο και περάσαμε τη γέφυρα του Μόρνου. Τεράστιο και αλλόκοτο γεφύρι, τα χοντρά δοκάρια του από τσιμέντο αραδιά­ζονταν ατελείωτα στα πλευρά σου, ενώνονταν πάνω από τα κεφάλια μας. Ήταν σα να μπαίνεις μέσα στο σκέλεθρο κάποιου μυθικού θεριού. Τα άλογά μας αναπήδησαν έντρομα μόλις βρεθήκαμε μπροστά στο στό­μιο του. Αναγκαστήκαμε και κατεβή­καμε. Πέρασαν μπροστά οι πεζοί και τότε αποφάσισαν να ακολουθήσουν τα άλογα, περίφοβα όμως πάντοτε, έτοιμα να πηδήσουν ορθά» (Νικη­φόρος, Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης, τόμος Γ’,σ. 215).