Μια φωτογραφία, μια ιστορία

Ήταν ένα απλό στρατιωτικό φορτηγό, ένα Dodge M-37 από εκείνα που μοιάζουν περισσότερο με εργάτες παρά με μηχανές. Η μάσκα του, πλατιά κι αυστηρή, έμοιαζε να κουβαλάει όλη τη σκόνη των χωματόδρομων της κεντρικής Ρούμελης. Τα φανάρια, κλεισμένα μέσα σε μεταλλικά προστατευτικά σαν μάτια φρουρού, έκοβαν το σκοτάδι στα στενά μονοπάτια που χώριζαν τα χωριά της Δωρίδας. Από μπροστά έλαμπε το έμβλημα της Μονάδας Μεταφορών—τέσσερις ενωμένες θηλειές—σαν σφραγίδα μιας άλλης εποχής, όπου ο στρατός λειτουργούσε και ως συγκοινωνία, και ως στήριγμα, και ως παρηγοριά.

Κατέβαινε από τη Λιδωρίκι  προς τον Κόκκινο ποταμό τρίζοντας, κι έπειτα ανέβαινε πάλι την ανηφόρα προς τα χωριά της πλαγιάς. Το βουητό του αντηχούσε στην κοιλάδα  του Μόρνου, πριν γίνει λίμνη, τότε που ο ποταμός κυλούσε ελεύθερος ανάμεσα στα χωράφια με τα καλαμπόκια, τα τριφύλλια και τα μποστάνια . Οι άνθρωποι της περιοχής το άκουγαν από μακριά και καταλάβαιναν: «Έρχεται το φορτηγό. Κάποιος φτάνει, κάποιο γράμμα έρχεται, κάποια είδηση ξεκινά».

Για τους φαντάρους ήταν μέσο μεταφοράς.

Για τους ντόπιους όμως ήταν κάτι πολύ περισσότερο: ήταν το λεωφορείο, το «ΚΤΕΛ» πριν υπάρξει ΚΤΕΛ, ο κρίκος που ένωνε το χωριό με τον κόσμο. Πόσες φορές δεν φόρτωσε τσουβάλια με σοδειές , παιδιά που κατέβαιναν σχολείο, γιαγιάδες που πήγαιναν στην αγορά, νεαρούς που έφευγαν για το στρατό; Κι όλες τις φορές το Dodge έκανε το ίδιο: έβαζε μπρος, ροχάλιζε για λίγο και μετά ξεκινούσε, πάντα σίγουρο, πάντα αποφασισμένο.

Στις όχθες του Μόρνου και του Κόκκινου εκεί όπου σήμερα κρύβονται όλα κάτω από το νερό της λίμνης, το Dodge σταματούσε συχνά να πιει νερό ο κινητήρας. Οι άντρες άνοιγαν το καπό, ο ζεστός αέρας ανέβαινε σαν ανάσα κουρασμένου ζώου, κι η ρεματιά έστελνε δροσιά. Κάποιος έπιανε κουβέντα, κάποιος άλλος έλεγε μια ιστορία — κι έτσι οι ώρες κι οι ανηφόρες περνούσαν.

Ήταν ένα όχημα άτεχνο, γωνιώδες, σχεδόν άχαρο.

Κι όμως, στα χωριά της Δωρίδας το θυμούνται ακόμη σαν φίλο.

Γιατί, προτού βυθιστούν τα χωράφια και οι παλιές γέφυρες, προτού αλλάξει το τοπίο και η ζωή, το Dodge υπήρξε η ράχη πάνω στην οποία μετακινήθηκαν άνθρωποι, ανάγκες και όνειρα.

Ένα φορτηγό που δεν έμεινε ποτέ στην ιστορία της τεχνολογίας, αλλά έμεινε για πάντα στην ιστορία του τόπου.


Οι δυο γέφυρες (διήγημά)

 

«Οι δυο γέφυρες»

«Οι δυο γέφυρες»

Κάποτε, πριν το νερό σηκωθεί και σκεπάσει τα πάντα, στεκόντουσαν εκεί οι δυο γέφυρες, αδερφωμένες μέσα στη μεγάλη βραχοσχισμή στην άνω κοιλάδα του Μέγα ποταμού, πιο γνωστού ως Μόρνου.

Η πέτρινη, παλιά και σεβάσμια, είχε περάσει αιώνες κουβαλώντας βήματα μουλαριών, ανθρώπων προσκυνητών και εμπόρων, ακόμη θυμάται τα τρεμάμενα βήματα της μάνας του Μακρυγιαννη με το μικρό στην αγκαλιά της.

Η σιδερένια, νέα και περήφανη, ήρθε να δείξει την πρόοδο των ανθρώπων, τη δύναμη του σιδήρου απέναντι στην υπομονή της πέτρας. Θυμάται και αυτή πως γλύτωσε την καταστροφή από τους Άγγλους σαμποτέρ που ήθελαν να μην αφήσουν ανεμπόδιστους τους γερμανούς κατακτητές όταν εγκατέλειψαν την Ελλάδα.

Κάτω τους κυλούσε το ποτάμι, άλλοτε γαλήνιο, άλλοτε ορμητικό, ψιθυρίζοντας ιστορίες που μόνο εκείνες οι δυο μπορούσαν να καταλάβουν. «Θα ’ρθει η μέρα που δε θα περνούν πια άνθρωποι από πάνω μας», είπε μια φορά η παλιά γέφυρα με τη φωνή της πέτρας που ξέρει τη φθορά. «Θα ’ρθει η μέρα που θα περάσουν άνθρωποι από μέσα σου», αποκρίθηκε η σιδερένια με την αλαζονεία της νιότης.

Και ήρθε η μέρα. Το νερό ανέβηκε, ήσυχα, σταθερά, ώσπου σκέπασε το φαράγγι, τις όχθες, τα δέντρα. Οι δυο γέφυρες έμειναν αγκαλιασμένες κάτω απ’ το γαλάζιο πέπλο της λίμνης, σιωπηλές φρουροί ενός κόσμου που χάθηκε. Κι όταν φυσάει ο άνεμος πάνω στη λίμνη, μερικοί λένε πως ακούνε έναν ήχο μεταλλικό και βαθύ, σαν από δυο φωνές που ψιθυρίζουν ακόμα:

«Ήμασταν ο δρόμος των ανθρώπων, και τώρα είμαστε το πέρασμα των ψυχών…»

ΚΜ


Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων (Χρήστος Γεωργίου Καραδήμας)

Ένας αγαπημένος μας χωριανός, ο Χρήστος Γεωργίου Καραδήμας, που ζούσε τα τελευταία 62 χρόνια στο Τορόντο του Καναδά, έφυγε σήμερα από τη ζωή.

Ο Χρήστος γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1935, γιος του Γιώργου και της Ευθυμίας Καραδήμα. Τα χρόνια της νιότης του ήταν δύσκολα, όπως και για όλους τους Έλληνες εκείνης της εποχής. Οι πόλεμοι, οι κακουχίες και η φτώχεια χαλύβδωσαν τον χαρακτήρα του και του έδωσαν τη δύναμη να παλέψει για μια καλύτερη ζωή.

Από μικρός ξεκίνησε να εργάζεται, αρχικά ως μαθητευόμενος ράφτης στο Λιδωρίκι και αργότερα με δικό του ραφείο στον Βύρωνα της Αθήνας. Εκεί γνώρισε και την αγαπημένη του Νίκη, με την οποία παντρεύτηκαν και το 1964 μετανάστευσαν στο Τορόντο του Καναδά.

Με σκληρή δουλειά και ήθος εργάστηκε στον χώρο της εστίασης, δημιουργώντας μαζί με τη σύζυγό του μια όμορφη και αγαπημένη οικογένεια. Στα παιδιά τους, τον Γιώργο και την Έφη, μετέδωσαν την αγάπη τους για την Ελλάδα και για το χωριό μας, τον γενέθλιο τόπο του Χρήστου, που κράτησε πάντα ζωντανό μέσα στην καρδιά του.

Παρότι έζησε μακριά, ποτέ δεν ξέχασε τις ρίζες του. Μιλούσε συχνά με νοσταλγία για τα παιδικά του χρόνια, τους συγχωριανούς του και τις αναμνήσεις που τον συντρόφευαν σε όλη του τη ζωή.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα της ξενιτιάς που θα τον σκεπάσει.

Η μνήμη του θα μείνει ζωντανή στις καρδιές όσων τον γνώρισαν και τον αγάπησαν.

Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια του

Καλό κατευόδιο ,θείε Χρήστο. Ας είναι αιώνια η μνήμη σου.

Κώστας Γ. Μπερτσιάς 



Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων ( Βασίλειος Καραμπέτσος του Ηλία)

 Σύλλογος Κοκκινιωτών Δωριδας 

Άλλος ένας χωριανος μας έφυγε σήμερα από κοντά μας,ο Καραμπετσος Βασίλειος του Ηλία ετών 71.Ηταν φιλήσυχος άνθρωπος, καλός οικογενειάρχης, αγαπητός από όλους τους χωριανούς, αγαπούσε πολύ το χωριό ,ήταν κοντά στο Σύλλογο ,πάντα πρόθυμος να βοηθήσει σε ότι χρειαζόταν.

 Ή κηδεία θα γίνει αύριο 8 -11-2025 ώρα 10.30 ,στην Πετρούπολη Αττικής.Η εξόδιος ακολουθία  θα γίνει στον ιερό Ναό Αγίου Θωμά του Νεκροταφείου Πετρούπολης. Αγαπημένε μου φίλε  Βασίλη Καλό ταξίδι. 

Εκ μέρους του Συλλόγου θερμά Συλλυπητήρια στην οικογένεια του,και ας είναι ελαφρύ το χώμα πού θα τον σκεπάσει.

Μια σημαντική εξέλιξη για την υγεία στη Δωρίδα!

 

Ανακοίνωση του Δημάρχου Δωρίδας 

Με μεγάλη χαρά ανακοινώνουμε ότι το Κέντρο Υγείας Λιδωρικίου αποκτά μηχάνημα αιμοκάθαρσης, χάρη στη γενναιόδωρη προσφορά του φιλανθρωπικού οργανισμού Lifeline Hellas και της δωρήτριας κ. Aurette Arkas.

Η νέα αυτή δυνατότητα θα εξυπηρετεί τόσο τους μόνιμους κατοίκους όσο και τους επισκέπτες της περιοχής μας, βελτιώνοντας σημαντικά την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας που παρέχονται στον Δήμο Δωρίδος.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον Σπύρο Καραδήμα, καταγόμενο από τον Κόκκινο Δωρίδας, για τη διαμεσολάβηση και τη μέριμνα ώστε αυτή η πρωτοβουλία να γίνει πραγματικότητα.

Μαζί συνεχίζουμε να στηρίζουμε την υγεία και την ευημερία όλων 

Η μάνα του Μακρυγιάννη

 

Η μάνα του Μακρυγιάννη

Η κοιλάδα απλωνόταν πλατιά, σαν μια ανοιχτή αγκαλιά που χωρούσε ζωές, αγώνες και αναμνήσεις αιώνων. Στο κέντρο της κυλούσε ο Μόρνος, αδερφωμένος με τα μικρότερα ποταμάκια και ρέματα, ποτίζοντας τα χωράφια της κοιλάδας, χαρίζοντας δροσιά στα πλατάνια και ζωή στα χωριά που είχαν απλωθεί στις όχθες του. Εκκλησίες παλιές, με καμπαναριά που ξυπνούσαν το χάραμα τον κάμπο, πέτρινες γέφυρες που ένωναν τις δύο πλευρές, αγροτόσπιτα ταπεινά, μ’ έναν καπνό να ανεβαίνει κάθε δειλινό από τα λίγα αγροτόσπιτο διασκορπισμένα εδώ και εκεί..

Εκεί, λένε, υπήρχε και μια αρχαία πόλη των Αιτωλών∙ τα ερείπιά της μαρτυρούσαν την περασμένη δόξα, τα χορταριασμένα τείχη ψιθύριζαν ιστορίες πολέμων και θυσιών. Το τοπίο ήταν ένα μωσαϊκό μνήμης: τα σπαρτά που κιτρίνιζαν τον Ιούλιο, τα καλαμπόκια και τα σιτάρια στις αποθήκες, οι φωνές των παιδιών στο ποτάμι το καλοκαίρι. Ένα ολόκληρο οικοσύστημα, δεμένο με τον χρόνο, σμιλεμένο από γενιές.

Μα η κοιλάδα κουβαλούσε και μνήμες αγώνων. Κάτω από τις σκιές της, στεκόταν κάποτε η πέτρινη ενετική γέφυρα∙ κι εκεί, που η μάνα του μικρού Μακρυγιάννη, μαζί με άλλους καταδιωκόμενους από τους Τούρκους, έπρεπε να την περάσει. Το μωρό έκλαιγε και οι φύλακες μπορούσαν να τους συλλάβουν. Κάποιοι την προέτρεψαν να το εγκαταλείψει για να σωθεί. Μα εκείνη δεν το δέχτηκε∙ κρύφτηκε μονάχη ώσπου το κλάμα κόπασε, κι ύστερα πέρασε τη γέφυρα με το παιδί στην αγκαλιά. Εκείνο το παιδί θα γινόταν αργότερα ο στρατηγός Μ…

Ώσπου ήρθαν οι μηχανές. Το νερό, που άλλοτε έτρεφε, αποφασίστηκε να γίνει δεξαμενή για μια πόλη μακρινή. Σιγά σιγά, η κοιλάδα χάθηκε κάτω από τον υδάτινο όγκο της λίμνης. Τα σπίτια πνίγηκαν, οι εκκλησίες σιώπησαν, οι γέφυρες – ακόμη και η ενετική – βυθίστηκαν. Το μόνο που έμεινε είναι οι μνήμες των ανθρώπων που έζησαν εκεί∙ μνήμες που, όπως τα φύλλα του φθινοπώρου, γυρνούν ξανά κάθε φορά που κάποιος θυμάται ή αφηγείται.

Κι έτσι η κοιλάδα ζει ακόμη∙ όχι πια στο φως του ήλιου, μα στη μνήμη όσων τη γνώρισαν. Εκεί, κάτω από τον καθρέφτη της λίμνης, κρύβεται ένας κόσμος που δεν υπάρχει πια – κι όμως, συνεχίζει να αναπνέει μέσα από τις ιστορίες.