-
Κάρκαρος, Γαλαξιδιωτικό διήγημα
Ο Κάρκαρος
Είχανε έρθει στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 60 από την Αυστραλία. Τρία αγόρια και δυο κοπέλες, κλασσικοί τουρίστες έφτασαν στο Γαλαξίδι και ξαφνικά, στους πρόποδες ενός λόφου, στο μυχό του λιμανιού είδαν μια φυσική είσοδο που τους παραξένευσε.
Μπαίνοντας διέσχισαν ένα στενό διαδρομάκι, σαν τούνελ για είκοσι-τριάντα μέτρα και μετά στα φώτα των φακών τους, φάνηκε μια μεγάλη αίθουσα, όπως μια πελώρια εκκλησία, επίπεδο το πάτωμα και με δυο λιμνίτσες στις άκρες.
Η είσοδος σήμερα
Οι ντόπιοι την ήξεραν σαν τον Κάρκαρο, είχε σταθερή θερμοκρασία 17 βαθμούς χειμώνα-καλοκαίρι και χρησίμευε κάποτε για κοινοτικό ψυγείο τυριών, πριν έρθει το ρεύμα στο χωριό. Σαν ήλθε το ρεύμα, εγκαταλελειμμένη και ανοικτή, στέγαζε εφήμερους έρωτες στα σκοτεινά και την χρησιμοποιούσε για να ψαρεύει χέλια στις λιμνίτσες ο «γιος τ’ παπά ο μεγάλος», όταν ήταν η εποχή τους.
Ο Ιαν ήταν αναμφισβήτητα ο ηγέτης των τουριστών και είχε δαιμόνιο επιχειρηματικό μυαλό και πείσμα. Ετρεξε, έψαξε, ρώτησε και κατάφερε να νοικιάσει σχεδόν τσάμπα την σπηλιά για κάποια χρόνια. Εβγαλε άδεια νυχτερινού κέντρου κι’ έβαλε ρεύμα και μηχανήματα εξαερισμού, η υγρασία ήταν τόση πολλή που μπορούσες να την κόψεις με το μαχαίρι μέσα στην σπηλιά. Δεν πείραξε τα βράχια, τα άφησε για φυσικό ντεκόρ, έβαλε κρυφούς φωτισμούς σ’ αυτά, έφτιαξε μια κυκλική πίστα για τον χορό, αγαλματάκια στις λιμνούλες και φωτάκια στο τούνελ της εισόδου.
Η «Σπηλιά» ήταν έτοιμη, έφτανες στην είσοδο και δεν άκουγες τίποτε, προχωρώντας άρχιζε να μισοακούγεται η μουσική και πιο μετά έβλεπες σιγά-σιγά μέσα στους ατμούς της ομίχλης και τον κρυφό φωτισμό, την νεολαία να χορεύει στην πίστα. Εξωπραγματική κατάσταση αν προσθέσεις και την δροσιά των 17 βαθμών όταν έξω πλησίαζε τους σαράντα.



Ο Ιαν είχε προσεγγίσει τους πιτσιρικάδες και τους είχε προτείνει με δυο εισιτήρια κάθε εβδομάδα να έχουν ελεύθερη είσοδο όλες τις μέρες, πράγμα που βόλευε οικονομικά τους πιτσιρικάδες και εξασφάλιζε «μαγιά» για το μαγαζί του ώστε να μην είναι ποτέ άδειο και «κρύο» για τους πρωτοεμφανιζόμενους πελάτες. Εξ άλλου η παραμονή στην σπηλιά πάνω από δυο ώρες ήταν προβληματική λόγω της υγρασίας, οι πιτσιρικάδες βγαίνανε, κάνανε τον περίπατό τους στο παρακείμενο δασάκι και ξαναέμπαιναν.
Μετά τις 12, αν είχαν πλακώσει τα γειτονικά χωριά, ο Ιαν το γύριζε σε «μελαχρινάκι, ντιμπιντιμπιντάι» και κονόμαγε χοντρά, να βγάλει τον χειμώνα πίσω στην Αυστράλια.Η σπηλιά ήταν κάτι ξεχωριστό, κάτι εκτός σύγκρισης, κάποιοι κοσμογυρισμένοι λέγανε πως υπήρχε μια άλλη τέτοια σπηλιά-ντισκοτέκ στο Μεξικό.
Η ντισκοτέκ έγινε γρήγορα γνωστή και επισκέψιμη από τους έχοντες σκάφος ενώ από στεριά οι επισκέπτες έρχονταν από Πάτρα μέχρι Λειβαδιά, προκαλώντας την μήνιν των άλλων ιδιοκτητών ντισκοτέκ που δεν μπορούσαν να την συναγωνισθούν.
Μουσικά η Ελλάδα τότε υπαγότανε στα γούστα του Μαστοράκη κι έτσι μουσικά γεγονότα όπως το Γούντστοκ, συγκροτήματα όπως οι Τζέφερσον και τραγουδιστές όπως ο Ντύλαν δεν κυκλοφορούσαν σε δίσκους αλλά στην σπηλιά η δισκοθήκη της ερχότανε κάθε άνοιξη από την Αυστραλία και ήταν πλήρως ενημερωμένη με τραγούδια που ακούστηκαν κάποια χρόνια μετά στην Ελλάδα.
Με τα χρόνια οι δυο Αυστραλοί που την λειτουργούσαν και οι δυο κοπέλες που είχαν την δισκοθήκη και το μπαρ είχαν αποκτήσει φιλικές σχέσεις με τους σταθερούς του καλοκαιριού και τους ντόπιους όπως ήταν φυσικό.
Νωρίς, μόλις σκοτείνιαζε, ο γράφων έμπαινε μέσα στην σπηλιά και μόλις τον έβλεπε η αυστραλέζα στους δίσκους έβαζε το Winterlude που του άρεσε και μετά το “Man In Me” που της άρεσε, τα άκουγε κι έφευγε. Οταν καθόταν περισσότερο ακούγανε όλο το ελ πι (New morning, Bob Dylan, 1971), δεν ήταν μουσική για ντίσκο.
Οπως όλα τα καλά πράγματα τελειώνουν κάποτε, έτσι και η περίοδος ενοικίασης της σπηλιάς έληξε (νομίζω μαζί με την χούντα ή κάνα χρόνο μετά) και για την ανανέωση η τιμή εκτινάχτηκε στα ουράνια. Οι αυστραλοί έκριναν ασύμφορο το καινούργιο νοίκι και αποχώρησαν, η σπηλιά περιήλθε στα χέρια ενός επιχειρηματία από την Αμφισσα.Με αυτόν η σπηλιά άλλαξε, έχασε την αισθητική της που είχαν διατηρήσει οι αυστραλοί, μοντερνοποιήθηκε με προβολείς και εκατοντάδες πολύχρωμα λαμπάκια και άλλα που ίσως συμβάδιζαν με τα γούστα της καινούργιας νεολαίας.
Η καθεστωτική αλλαγή όμως έφερε κι άλλες εκτιμήσεις για την νομιμότητα και οι αγώνες των εχθρικών ντισκοτέκ από Λειβαδιά ως την Πάτρα δικαιώθηκαν. Η σπηλιά δεν είχε έξοδο κινδύνου και μετά μια σεζόν η άδεια της ανακλήθηκε αν και για αρκετά χρόνια είχε λειτουργήσει απρόσκοπτα. Πρακτικά ήταν αδύνατον να φτιαχτεί έξοδος κινδύνου από την κυρίως αίθουσα που βρίσκεται μέσα στο βουνό κυριολεκτικά.
Μια χρονιά βγήκε με μια μέρα ανοικτή, δυο κλειστή, η επόμενη σεζόν με μια-δυο μέρες λειτουργίας στα κρυφά, με υπόγεια πληροφόρηση, μετά ησυχία και η τελευταία μέρα που λειτούργησε πρέπει να ήταν μια απελπισμένη προσπάθεια στην δεκαετία του 80 που έληξε εν τη γενέσει της.
Μια φωτογραφία δείχνει τους βανδαλισμούς που ακολούθησαν, πριν σφραγισθεί οριστικά.διήγημα του Gpointofview
Πηγή: sarantakos.Wordpress.com
-
Γεώργιος Καψάλης
Είχα τύχη να γνωρίζω πολύ καλά και τον Γιώργο και τον αδελφό του Κώστα και την ιδιαίτερη χαρά να με τιμήσουν με την φιλία τους . Το έργο τους για την Λιδωρίκι και για την Δωρίδα είναι τεράστιο και οφείλουμε ως Δωριείς μεγάλη ευγνωμοσύνη σε αυτούς τους άνδρες .
Κ Γ Μπερτσιάς
Γεώργιος Καψάλης (1938 – 1999): ο “βιογράφος” του Λιδωρικίου και της Φωκίδας
Πηγή:orinidorida.blogspot.comΟ Γεώργιος Καψάλης του Ευθυμίου, δημοσιογράφος και συγγραφέας, γεννήθηκε στις11.11.1938 στο Λιδωρίκι. Παντρεύτηκε την Χρύσα Γρ. Χασάπη με την οποία απέκτησε δύο γιούς.Σπούδασε στο Κέντρο Δημοσιολογικών Ερευνών και προσλήφθηκε στην ΑΤΕ (Αγροτική Τράπεζα),τοποθετήθηκε αρχικά το 1965 στο Λιδωρίκι και μετά από λίγα χρόνια αποσπάστηκε στοκεντρικό Κατάστημα των Αθηνών. Αργότερα υπήρξε μετακλητός διευθυντής του υπουργείου Παιδείαςκαι του υπουργείου Δημ. Έργων.Υπήρξε μέλος του Συμβουλίου των Ελλήνων, του ΕΕΣ, της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της
Εταιρείας Ελλήνων Δημοσιολόγων, της Δωρικής Αδελφότητας, του Συνδέσμου Λιδωρικιωτών κ.α.
Αφιέρωσε τον ελεύθερο χρόνο του στην ιστορική έρευνα του Λιδωρικίου και ευρύτερης περιοχής
καταφέρνοντας να εκδόσει σημαντικά λαογραφικά και ιστορικά βιβλία. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει
στην Εφημερίδα “Λιδωρίκι” που εξέδιδε την δεκαετία του ’80.
Έργα του:
- Δωριείς που ξεχώρησαν
- Προσωπικότητες της Ρούμελης
- Φωκίδα – Λησμονημένες σελίδες
- Οι εφημερίδες του ’21
- Θανάσης Νανίκας και οι πολιορκητές του κάστρου των Σαλώνων
- Στην Φωκίδα του 1851
- Η πρώτη Δωρική εφημερίδα
- Λιδωρικιώτικα 1983
- Το Θέμα της Αλεξανδρέττας
- Λιδωρίκι: επιτέλους Δήμος
Για την προσφορά του τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου, με το παράσημο
του Τάγματος Αγιάς Αικατερίνης Σινά κ.α.
-
“Παροιμίες και εκφράσεις της Δωρίδας”
“Παροιμίες και εκφράσεις της Δωρίδας”
Η Δωρίδα, η Παρνασσίδα, η Φωκίδα ολόκληρη, βρίσκεται στην καρδιά της Ρούμελης. Η Ρούμελη, τόπος
με πολύ βαθιά ιστορία με πρώτους κατοίκους τους Πελασγούς, υπήρξε στην ιστορική της πορεία
τόπος ιερός,
σεβαστός, τόπος αντρειοσύνης και αυτοθυσίας, που τόσα και τόσα πρόσφερε στο Έθνος και
τη φυλή μας.
Ύψιστες αρετές του Ελληνισμού όπως η ελευθερία, η άδολη περηφάνια, η λιτότητα, η σεμνότητα,
η ευθύτητα, η
φιλοξενία, η φιλοτιμία, βρήκαν γόνιμο έδαφος και ρίζωσαν σ’ έναν κακοτράχαλο ορεινό όγκο
των Βαρδουσίων,
της Οίτης, της Γκιώνας του Παρνασσού, της μάνας Ρούμελης.
Οι ορεσίβιοι της Δωρίδας, Παρνασσίδας, Φωκίδας καλλιέργησαν αυτές τις αρετές και με τα ήθη,
τα έθιμα, τους
μύθους τους θρύλους, τις παραδόσεις, τις δοξασίες, τις παροιμίες, τα γνωμικά τους, τις στερεότυπες
εκφράσεις τους,
τον πλούσιο συναισθηματικό τους πλούτο, την ντοπιολαλιά τους που εκφράζει τη λαϊκή ψυχή
και σφραγίζει
όλες τις εκδηλώσεις της κοινωνικής τους ζωής, σμίλεψαν το λαϊκό μας πολιτισμό της Λωρίδας,
της Παρνασσίδας,
της Φωκίδας, της Ρούμελης ολάκερης. […]
Εκδόσεις: ΠΛΗΘΩΡΑ, Έκδοση: 28/05/2020, ISBN: 9789608203600, Αρ. Σελίδων 123
Ο Φώτης Κατσούδας γεννήθηκε στο Παλαιοξάρι Δωρίδας-Φωκίδας το 1949. Τελείωσε το Δημοτικό
Σχολείο
στο χωριό του και το Γυμνάσιο στο Ευπάλιο Δωρίδας. Έδωσε εξετάσεις το 1967 στο Πανεπιστήμιο
και
εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έλαβε το πτυχίο του και μετά την
στρατιωτική
του θητεία διορίστηκε στη μέση εκπαίδευση ως φιλόλογος καθηγητής και υπηρέτησε στο
Λύκειο Αρρένων
του Αγίου Δημητρίου (Μπραχάμι), στο Γυμνάσιο και Λύκειο Κατούνας Ξηρομέρου
Αιτωλοακαρνανίας, στο 2ο
Γυμνάσιο Αρρένων Ναυπάκτου , στο Γυμνάσιο και Λύκειο Δροσιάς Αττικής ,
στο 2ο Γυμνάσιο και Λύκειο
Χολαργού και τέλος στο 1ο Λύκειο Νέου Ψυχικού ως καθηγητής και Διευθυντής Λυκείου,
απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε.
Παράλληλα με το διδακτικό του έργο ασχολήθηκε και με τα κοινά του χωριού. Διετέλεσεμέλος και Πρόεδρος
της Ένωσης Παλαιοξαριτών και αρθρογραφούσε στην εφημερίδα της Ένωσης «Το Παλαοξάρι».
Με τη συνταξιοδότηση του εγκαταστάθηκε σχεδόν μόνιμα στο χωριό του και ασχολείται αποκλειστικά
με την συγγραφή. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.
-
Περπατώντας προς το χωριό Κάλλιο. Μία Τοπολογία Συνύπαρξης.ΠΑΠΑΖΗΣΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, -…
Περπατώντας προς το χωριό Κάλλιο. Μία Τοπολογία Συνύπαρξης.
Το χωριό Κάλλιο και η τεχνητή λίμνη του Μόρνου, συνιστούν την βάση του
θέματος αυτής της διπλωματικής εργασίας. Προσεγγίζεται ο τόπος στον οποίο
αυτά συνυπάρχουν, μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο ενός υδάτινου οικοσυστήματος – με
αυτό να σημαίνει, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του, τα δυναμικά του στοιχεία και
τις μεταβολές που αυτά επιφέρουν στο τοπίο, σε βάθος χρόνου. Το χωριό Κάλλιο, μέσα
στα νερά του ταμιευτήρα, αποδομείται στον δικό του φυσικό χρόνο, συνιστά την μορφολογία
του βυθού και υπενθυμίζει τον ανθρωπογενή χαρακτήρα του τοπίου. Κατά την μελέτη
του τόπου, γίνεται η προσπάθεια κατανόησης των εμφανών στο τοπίο στοιχείων – των
ιζηματικών αυτών αφηγήσεων – που εξιστορούν τί συνέβη αλλά και τί συμβαίνει
σε αυτό το συνεχώς μεταβαλλόμενο πεδίο.
Oι πρακτικές που προτείνονται για την υποστήριξη του υδάτινου βιοτικού κι αβιοτικού
κόσμου, σε συνδυασμό με την διάθεση μιας διαδρομής στον επισκέπτη της λίμνης,
επιχειρούν την ανάπτυξη συμβιωτικών σχέσεων, προβάλλουν ένα ξεκίνημα συνύπαρξης,
μέσα από τον σχεδιασμό, κι ίσως ένα διάλογο μεταξύ των humanκαι non-humanοργανισμών
της περιοχής.
Επιβλέποντες: Κοτιώνης Ζήσης, Κουζούπη Ασπασία
Αριθμός Αναφοράς: 813
-
Στο βυθό της λίμνης
Μερική άποψη του κάμπου του Λούτσοβου-σήμερα στο βυθό της λίμνης Μόρνου-
Η φωτογραφία είναι του 1972 τον Σεπτέμβριο. Έχει τραβηχτεί από την πανύψηλη καρυδιά του παππού μου Νίκου Κοράκη στην θέση Τσαμπάδες . Σε πρώτο φόντο είναι το αγροτόσπιτο του Γιώργου Κολοκυθά (αγροφύλακας) και στο βάθος ,στο τέλος του δρόμου, ο μικρός λόφος της Αγίας Μονής.
-
Κων Σάθας
Κων
Σάθας: Ο αφοσιωμένος στην Πατρίδα ιστορικόςΤου
Γιώργου Ν. ΠαπαθανασόπουλουΟ Κωνσταντίνος Σάθας (1842-1914),
Γαλαξειδιώτης στην καταγωγή, είναιο « αφοσιωμένος πολυγραφώτατος,
ερευνητικώτατος και εμβριθέστατοςφυσιοδίφης» της Ελλάδος, όπως επιγραμματικά
τον χαρακτηρίζει ο εξαίρετοςιστορικός Τάσος Γριτσόπουλος (
Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία,Τόμος 10ος, στηλ. 1117-1119).
Επί μία πεντηκονταετία ο Σάθας αναλώθηκεστην αποκάλυψη μιας εξόχου εποχής της
Ελληνικής Ιστορίας, εντός τηςοποίας κυοφορήθηκε η μεγάλη Επανάσταση του 1821
και κερδήθηκε η ελευθερίατου Έθνους.
Γράφει στην ίδια σελίδα ο Γριτσόπουλος: «Το όνομα του Κ. Σάθαεις την
ιστορικήν έρευναν καταλαμβάνει θέσιν σπουδαίαν δια το πολύ καιπρωτότυπον
υλικόν, που περισυνέλεξε και εξέδωκε με πολλάς στερήσεις καιυγείαν των
οφθαλμών του όχι σταθεράν…Επομένως πρόκειται διαχαλκέντερον ερευνητήν».
Ο διατελέσας πρόεδρος της Δημοκρατίας
Κων. Τσάτσος, ανηψιός του Κ. Σάθαεκ μητρός, σημειώνει: «Ησχολήθη εκ των πρώτων
με την σκοτεινήν αυτήν περίοδοντης ιστορίας του Έθνους (Σημ. γρ. Την
Τουρκοκρατία) και έφερε πρώτος ειςφως
ανεκτιμήτου αξίας κείμενα και σημαντικά γεγονότα…Απέθανε ειςΠαρισίους πτωχός
και εγκαταλελειμένος, με την πικρίαν ότι δεν εβοηθήθηεις το εκδοτικόν του
έργον».(Πρόλογος
Κων. Τσάτσου εις βιβλίο Κων. Σάθα«Τουρκοκρατούμενη Ελλάς», Τόμος πρώτος, Εκδ.
Οργ. Λιβάνη, Αθήνα, 1995, σελ. 11-12).Το πλείστο μέρος του βίου του ο Σάθας το
πέρασε στις βιβλιοθήκεςτης Βενετίας, των Παρισίων, των Αθηνών και των
Πατριαρχείων της Ανατολής.Στο βιβλίο του «Τουρκοκρατούμενη
Ελλάς» (1η
Εκδ. τέκνων Αν. Κορομηλά,Αθήνησι, 1869) με εμπεριστατωμένο και
τεκμηριωμένο τρόπο περιγράφει τοπώς οι
Έλληνες από της ημέρας της Αλώσεως της Βασιλεύουσας αγωνίσθηκαννα διατηρήσουν
την ταυτότητά τους και να αποτινάξουν τον ζυγό της τυραννίας.Γράφει στον
πρόλογο (τον ονομάζει «Είδηση») του εν λόγω έργου ότι οι Έλληνεςπου
διεσπάρησαν στην Δυτική Ευρώπη αποδείχθηκαν «στοιχεία ζωτικά, έκαστοντων
οποίων έφερεν εντός αυτού ολόκληρον το έθνος» και «το τέωςμυκτηριζόμενον όνομα
του Βυζαντινού Γραικύλου εθαυμάσθη υπό της Ευρώπης,την οποίαν εξεπαίδευσε και
της οποίας τους στρατούς ωδήγησεν εις τα πεδία των νικών». Γράφει και για τον
Έλληνισμό, που έμεινε στην υπό τυραννία πατρίδα,«αμέσως ανακύψας και επί των ορέων
κατασκηνώσας κατά τον μέγαν εκείνονκαι πολυχρόνιον κλύδωνα ηνδρούτο διωκόμενος
και εναλλάξ νικών καινικώμενος παρθένος διετηρήθη, ως οι διασώσαντες αυτόν
παρθενικοί βράχοι»(Σελ. α΄ και β΄).
Για όλη αυτή τη δράση του Έθνους
τονίζει ο Σάθας, στην ίδια «Είδηση»:«Υπέρ πίστεως και πατρίδος ηγωνίσθη το
έθνος. Δια του σταυρού και τηςρομφαίας απέκτησε την ελευθερίαν. Οι μάρτυρες
της ορθοδόξου πίστεωςκαι οι αρειμάνιοι του εθνισμού πρόμαχοι εισίν οι δίδυμοι
της ελληνικήςελευθερίας αστέρες» (Σελ. β΄).
Γράφει και κάτι πολύ επίκαιρο σήμερα ο
Σάθας: «Η Δύση με την Άλωσηείδε να εκπληρώνεται ο σκοπός, τον οποίο «από
εξακοσίων ετώνλυσσωδώς επεδίωκεν» (Σελ. 1). Αλλά η χαρά της εκείνη ήταν
στιγμιαία,διότι οι Φράγκοι αμέσως έκπληκτοι είδαν ότι οι Τούρκοι εξ ίσου
θεωρούσαν εχθρούς και τους λατρεύοντας τον Χριστόν και τους ασπαζομένους
τα
σανδάλια του θεωρουμένου διαδόχου του αλιέως (Απ. Πέτρου). Καισήμερα στη Δύση
κάποιοι δεν θέλουν να καταλάβουν ότι οι προκλήσειςτων Τούρκων σε βάρος της
Ελλάδος και της Κύπρου αφορούν άμεσα και τους ίδιους.Η επίμοχθη εργασία του Σάθα στη
Βενετία, από το 1872 έως το 1894,στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη και σε αυτή της
ενορίας του Αγ. Γεωργίου των Ελλήνων, απέδωσε την έκδοση της επτάτομης
«Μεσαιωνικής Βιβλιοθήκης». Αυτήπεριέχει συλλογή βυζαντινών και μεταβυζαντινών
κειμένων, μετά εισαγωγώνκαι υπομνημάτων. Σημαντικό για την κατανόηση της
εποποιίας των Ελλήνων γιανα φθάσουν στην Επανάσταση του 1821 είναι το άνω των
χιλίων σελίδωνσύγγραμμά του «Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων
Ελλήνων(1453 – 1821)» (Εν Αθήναις, Τυπ. Τέκνων Ανδρ. Κορομηλά,
1868). Στο εν λόγωπόνημά καταγράφει 1315
διδασκάλους του Γένους, από τους οποίους οι 365 τον18ο αιώνα.
Σχεδόν όλοι τους είναι κληρικοί, ή λαϊκοί πιστά μέλη τηςΟρθοδόξου Εκκλησίας (Βλ.
σχ. Γ.Ν. Παπαθανασόπουλου «Ο Διαφωτισμός και οΕλληνισμός», Εκδ. «Τήνος»,
Αθήναι, 2019, σελ. 28-29).Ο Σάθας ζει στην εποχή, που πολλοί
μορφωμένοι Έλληνες επηρεάζονταιαπό το μίσος του Κοραή προς τον άνω της
χιλιετίας διατηρηθέντα Βυζαντινό πολιτισμό. Ο ίδιος δεν έμεινε ανεπηρέαστος.
Στην εργασία του «Έλληνες στρατιώται εν τηΔύσει και αναγέννησις της Ελληνικής
τακτικής» γράφει ότι υπήρχε αντίθεσιςμεταξύ Βυζαντίου και Ελλήνων, λες και οι
Έλληνες δεν ήσαν το Βυζάντιο.Στη συνέχεια απεναντίας αναφέρει: «Η αληθής
αναγέννησις του ελληνικούέθνους άρχεται από της ιδρύσεως (Σημ. γρ. Αμέσως μετά
την Άλωση) των πρώτωνεν Ελλάδι σχολείων, εν οις παραδόξως βλέπομεν αυτούς τους
καλογήρους διδασκάλους, εμπνέοντας εις τους ακροατάς των ίσην προς την πατρίδα
και την πίστιν αγάπην. Εν ονόματι του Λεωνίδα και του Χριστού πίπτουσιν
εν
Θερμοπύλαις δύο καλόγηροι, ο Διάκος και ο Σαλώνων Ησαΐας….»(Περ/κό
«ΕΣΤΙΑ», τόμος ΙΘ΄ -2/6/1885 και Τόμος Κ΄ -8/9/1885, Ανατύπωση Βιβλ.Διονυσίου
Νότη Καραβία, Αθήνα, 1986, σελ. 40).Ως έντιμη προσωπικότητα ο Σάθας
διχάζεται ανάμεσα στα όσαγράφει αβασάνιστα
ο Κοραής και σε όσα ο ίδιος ανακαλύπτει στηνμακροχρόνια ιστορική έρευνά
του. Ένα παράδειγμα: Στη μελέτη για τουςστρατιώτες στη Δύση γράφει πως στα
μέσα του 15ου αιώνα στην Βενετίαυπήρχαν αρκετές χιλιάδες Έλληνες,
που ζούσαν «περιφρονούμενοι ως σχισματικοίκαι αναγκαζόμενοι να φοιτώσι εις
τους καθολικούς ναούς. Ούτε τα πτώματατων νεκρών εσέβετο ο φανατικός παπικός
κλήρος, όστις ελάμβανε μεν χρήματα,όπως τοις χορηγήση ταφήν, αλλά μετ’ ολίγον
τους εξέθαπτε και τους έρριπτε ειςτην θάλασσαν». Τότε οι υπηρετούντες στον
ενετικό στρατό άνδρες υπέβαλανστο συμβούλιο των Δέκα αναφορά, με την οποία
ζήτησαν να επιτραπεί στοελληνικό γένος να κατασκευασθεί ναός στο όνομα του
προστάτη τους ΑγίουΓεωργίου. Το αίτημα έγινε δεκτό και έκτοτε οι Έλληνες στη
Βενετία έχουν το Ναό τους. Η αναφορά των Ελλήνων στρατιωτών άρχιζε έτσι: «
Έκαστος πιστόςχριστιανός χρεωστεί να προτιμά παντός άλλου την αγίαν θρησκείαν,
θεραπεύωνταύτην πάση δυνάμει και επιμελεία, ως αρχήν και θεμέλιον πάσης
πράξεως καιοδηγόν προς το ποθητόν τέλος της μακαριότητος» (Αυτ. σελ.
247-249).Όπως
συμβαίνει με πολλούς λογίους, που προσέφεραν πολλά στην Πατρίδα,έτσι και ο
Κων. Σάθας και το σπουδαίο έργο του έχουν αποθάνει στη μνήμη τωνπερισσοτέρων
Ελλήνων. Ακόμη και των Γαλαξειδιωτών, των απογόνων της ιδιαίτερης Πατρίδος του.
Για το Γαλαξείδι εξέδωσε, με δική του επιμέλεια, το 1865 ένα από τα
σημαντικότερα μεταβυζαντινά κείμενα, με τον τίτλο «Το χρονικό του Γαλαξειδίου»,
γραμμένο το 1703 από τον ιερομόναχο Ευθύμιο (Πενταγιώτη) στη μονή του Σωτήρος
Χριστού, στο Γαλαξείδι.
Blog
Συνολικές προβολές σελίδας
258.461











