-
Η γέφυρα του Μόρνου με την ματιά ενός αντάρτη
«Πήραμε ένα λόχο και περάσαμε τη γέφυρα του Μόρνου. Τεράστιο και αλλόκοτο γεφύρι, τα χοντρά δοκάρια του από τσιμέντο αραδιάζονταν ατελείωτα στα πλευρά σου, ενώνονταν πάνω από τα κεφάλια μας. Ήταν σα να μπαίνεις μέσα στο σκέλεθρο κάποιου μυθικού θεριού. Τα άλογά μας αναπήδησαν έντρομα μόλις βρεθήκαμε μπροστά στο στόμιο του. Αναγκαστήκαμε και κατεβήκαμε. Πέρασαν μπροστά οι πεζοί και τότε αποφάσισαν να ακολουθήσουν τα άλογα, περίφοβα όμως πάντοτε, έτοιμα να πηδήσουν ορθά» (Νικηφόρος, Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης, τόμος Γ’,σ. 215).
-
Μεγάλοι καλλιτέχνες καταγόμενοι από την Φωκίδα (Ντίνος Σκορδής)
Ο Ντίνος Σκορδής μέσα από “τα μάτια των παιδιών του”:
Ο πατέρας μας, γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1928 στο Μαυρολιθάρι από τον Δημήτριο και την Αλεξάνδρα και ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Είχε έναν μεγαλύτερο κατά επτά χρόνια αδερφό, τον Γιάννη. Στο χωριό παράλληλα με το δημοτικό σχολείο, τις αγροτικές και κτηνοτροφικές δουλειές εκδήλωσε πολύ νωρίς την αγάπη του για τη μουσική και συγκεκριμένα για το κλαρίνο. Τον άφηναν να φυλάει τα πρόβατα και εκείνος έπαιρνε μαζί του κολοκύθες, τους άνοιγε τρύπες και με χειροποίητα καλάμια προσπαθούσε να παίξει.
Το 1948 κατέβηκαν στην Αθήνα και έμειναν στα Πετράλωνα φιλοξενούμενοι από τον συμπατριώτη τους Αθανάσιο Ξένο, αδερφό της Αικατερίνης Ξένου (σύζυγο Ιωάννη Λαγδά). Κατά την παραμονή τους εκεί ασχολήθηκαν στην αρχή με την κατασκευή και διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων, σε χώρο που τους είχε παραχωρήσει ο Αθανάσιος Ξένος. Παρόλα αυτά η μεγάλη αγάπη για το κλαρίνο σιγόκαιγε και ξεκινάει μαθήματα κλαρίνου στη σχολή του Γιάννη Κυριακάτη -ξακουστός κλαρινίστας της Αθήνας επιπέδου Καρακώστα και Γιαούζου- ο οποίος είχε κάνει σπουδές σε Ωδείο στη Νέα Υόρκη και εργαζόταν στο κέντρο «ΕΛΑΤΟΣ». Μετά τον πρώτο μήνα, ο Κυριακάτης ενθουσιάστηκε με το ταλέντο και την αγάπη του Ντίνου για το κλαρίνο και παρακάλεσε τον αδερφό του Γιάννη να μην τον σταματήσουν (ο Γιάννης είχε τις επιφυλάξεις του γιατί θεωρούσε ότι μπορεί να ήταν κάτι προσωρινό).
Δίπλα στον Γιάννη Κυριακάτη έμεινε 5 χρόνια κάνοντας μαθήματα και μετέπειτα, με την παρότρυνση του, δούλεψε μαζί του επαγγελματικά, περιστασιακά στο κέντρο «ΕΛΑΤΟΣ» αλλά και σε ταβέρνες, γάμους, εκδηλώσεις και πανηγύρια. Δούλεψε για πολλά χρόνια στην ταβέρνα του συμπατριώτη μας Αργύρη Φαράντζου στο Αιγάλεω, και στη συνέχεια για δεκατρία χρόνια, στο κέντρο «ΧΩΡΙΑΤΙΚΗ ΑΥΛΗ» στο Περιστέρι (του συμπατριώτη μας από την Καστριώτισσα, Ιωάννη Κελεπούρη), το οποίο υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της εποχής. Τα καλοκαίρια πήγαινε σε όλα σχεδόν τα πανηγύρια της Φωκίδας (καθώς και σε μέρη της Πελοπονήσσου, Μακεδονίας κα) με τον κόσμο να δείχνει παντού την αγάπη του για τον ίδιο και τη δεξιοτεχνία του στο κλαρίνο!
Μοναδικός κλαρινίστας, με χαρακτηριστικό ταλέντο και σπάνιες ικανότητες αφού κοιτούσε τους χορευτές στα πόδια, προσπαθώντας να τους βοηθήσει να μην χάνουν βήμα κρατώντας σταθερό ρυθμό και αλλάζοντας τη μελωδία αυτοσχεδιαστικά. Η αποδοχή μάλιστα αυτής της δεξιοτεχνίας του στο κλαρίνο παράλληλα με την μεγάλη αγάπη που του είχε ο κόσμος, τον έκαναν έναν καταξιωμένο μουσικό και στα μάτια των συναδέλφων του, όπως αυτό αποτυπώθηκε σε ένα αφιέρωμα που του είχε γίνει στην κρατική τηλεόραση από τον δημοσιογράφο κ. Νάσο Αθανασίου.
Συνεργάστηκε με πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες της παραδοσιακής μουσικής, μουσικούς και τραγουδιστές.
Κάποιοι από τους τραγουδιστές ήταν:
Δημήτρης Καψοκέφαλος, Στάθης Κάβουρας, Δημήτρης Ζάχος, Φυλιώ Πυργάκη, Μαρία Χολέβα, Μαρία Χατζοπούλου, Γιώτα Παπακωστοπούλου, Ανθούλα Νούση, Σοφία Βώττα, Θανάσης Βώττας, Γιάννης Κοντάρας, Βάσω Σκαφίδα, Γιάννης Σιέττος, Χρήστος Νούλας, Γιάννης Στάμος, Τάσος Κρυστάλης, Βασίλης Βασιλείου, Γιώτα Βέη, Γιάννης Κουτσούκος, Κώστας Σπαθούλας, Μαίρη Πόλυ, Βάσω Διαμαντή και άλλοι
Ενώ κάποιοι από τους μουσικούς ήταν:
Σωτήρης Κολιοκώστας(κλαρίνο), Γιώργος Παπαπάνος(κλαρίνο), Νίκος Μωραϊτης(βιολί), Κυριάκος Κωστούλας(κλαρίνο), Γιώργος Φλώρος(βιολί), Αποστόλης Νούλας(κιθάρα), Μιχάλης Μαντζώρας (κιθάρα), Παρασκευάς Δανές(βιολί), Γιώργος Λουκόπουλος(σαντούρι), Γιώργος Ντούτσας(κιθάρα), Άγγελος Αβράμης(αρμόνιο)
Στη πολύχρονη καριέρα του βοήθησε πολλούς συναδέλφους μουσικούς να κάνουν τα πρώτα τους επαγγελματικά βήματα και να καθιερωθούν στο δημοτικό στερέωμα. Τραγουδιστές όπως ο Θανάσης Βώττας, η Σοφία Βώττα, ο Γιάννης Σιέττος, η Ανθούλα Νούση και η Βάσω Διαμαντή ανέβηκαν για πρώτη φορά σε πάλκο ως επαγγελματίες με την ορχήστρα το Ντίνου Σκορδή, γιατί τους πίστεψε και τους βοήθησε να αναδείξουν το ταλέντο τους.
Έκανε δύο γάμους, με τη Βασιλική Δακουρά και τη Μαρία Φούρλα και απέκτησε δυο παιδιά, την Αλεξία και τον Δημήτρη. Όταν πέθανε η πρώτη του γυναίκα η Βάσω στις 16 Δεκεμβρίου 1970 με την οποία έζησε μαζί 5 χρόνια, οι δικοί του άνθρωποι θυμούνται πως το πρώτο τραγούδι που έπαιξε δακρυσμένος ανεβαίνοντας στο πάλκο του κέντρου ήταν το «Σου παραγγέλλω μαύρη γη κι αραχνιασμένο χώμα…».
Με τη δεύτερη γυναίκα του τη Μαρία, παντρεύτηκε στις 20 Ιουλίου 1972 και όπως έλεγε πάντα ο ίδιος στάθηκε σαν βράχος δίπλα του, με αφοσίωση και αγάπη τόσο στον ίδιο, όσο και στα παιδιά του τα οποία ανέλαβε 4 και 2 χρονών αντίστοιχα, τα μεγάλωσε και τα αγάπησε σαν πραγματικά της παιδιά.
Οι παιδικές μας μνήμες είναι γεμάτες από Αγάπη, Υπομονή και Μουσικές μελωδίες από το κλαρίνο του πατέρα, με το οποίο έπαιζε καθημερινά στο σπίτι, μολονότι γύριζε κάθε μέρα χαράματα από τα κέντρα που εργαζόταν.
Πέθανε στις 22 Ιουνίου 1989 αφήνοντας πίσω του μεγάλη μουσική και πολιτιστική κληρονομιά σε όλους εμάς. Υπηρέτησε για χρόνια το γνήσιο δημοτικό τραγούδι αλλά δυστυχώς -από επιλογή του ιδίου- αυτό δεν αποτυπώθηκε και δισκογραφικά. Eπίσης, λόγω της οικογενειακής του κατάστασης αρνήθηκε και πολλές προτάσεις που του είχαν γίνει από την ομογένεια για να εργαστεί στην Αμερική.
Οικογένεια, φίλοι και συγχωριανοί- τον κρατάμε στη μνήμη μας ως τον άνθρωπο που συνδέθηκε άρρηκτα με την έννοια του πανηγυριού στο Μαυρολιθάρι, που διασκέδαζε τον κόσμο και «ΜΙΛΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ» με το κλαρίνο του…
Πηγή:
Ντίνος Σκορδής Μαυρολιθάρι / Ntinos Skordis– Αλεξία και Δημήτρης Σκορδής —
-
Τα Χάνια του Στενού
Τα Χάνια του Στενού
Η μικρή όαση που χάθηκε
Συνοπτική αναδρομή στο χρόνο: Γύρισμα πίσω στη δεκαετία του ’50 και πριν. Τότε που το Λιδωρίκι
προσπαθούσενα σβήσει τα κάρβουνα που άφησε το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς.Για να γίνει κατανοητό το θέμα, θα πρέπεινα κάνουμε αναδρομή στο χρόνο. Για όσους γεννήθηκαν
μετά – το λιγότερο – από τα μέσα του ’60, η τοπωνυμία «Χάνια Στενού» δεν τους θυμίζει τίποτα,
γιατί από τις αρχές του ’70, όλη η φυσιογνωμία του χώρου που κάλυψε η Λίμνη του Μόρνου, αλλοιώθηκε,
ώσπου το 1978 σκεπάστηκε οριστικά και η λίμνη έγινε ο υγρός τάφος της περιοχής. Επομένως
βιωματικά τα Χάνια είναι για όσους γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έζησαν, τουλάχιστον, έστω και
για μικρό χρονικό διάστημα.
Να δούμε τα αντικειμενικά στοιχεία που συγκροτούσαν τον μικρό Οικισμό των 10 κατοικιών και
60 ψυχών που γεννήθηκαν και εκεί έζησαν, άλλος πολύ, άλλος λιγότερο, μέχρι που χάθηκε ο Οικισμός
οριστικά κάτω από τον υγρό τάφο της.
Ο Οικισμός δεν υπήρξε ολοκληρωμένος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κεντρικός πυρήνας ήταν
το Χάνι του «Μαλλιάτσου», που η αρχή του χάνεται σε βάθος χρόνου. Θα λέγαμε ότι ο Οικισμός
άρχισενα
συγκροτείται όταν έχασε το Χάνι τον πρωταρχικό του σκοπό.
Μνήμες και βιώματα – αποσπασματικά.
Τα νερά λιγοστά, γιατί η Γκιώνα τα κρατεί στα έγκατα της και τα διώχνει στον Κορινθιακό ή
«τις οίδε που αλλού».
Το καλοκαίρι δύσκολο. Νεροδότριες περιφερειακές βρύσες, όπως ο «Αντώνης», ο «Σερεντέλης»,
ο «Κούστης»
και του «Χουσάδα το Περιβόλι». Οι άλλες βρύσες φτωχές σε νερό. Το πράσινο λίγο, εκτός από
αμυγδαλιές.
Γενικά η περιοχή που κλείνεται στα όρια της Κοινότητας Λιδωρικίου θα λέγαμε ότι είναι άνυδρη.
Το λίγο πράσινο το συναντήσαμε στις παραποτάμιες περιοχές
«Φτελιά», «Κώστεβο» και «Μπλάβλακα».Όλα αυτά γράφτηκαν για να δοθεί έμφαση στην επικεφαλίδα του θέματος. Γιατί η μικρή λωρίδα πρασίνου,
όλο το χρόνο, ήταν η περιοχή «Χανίων του Στενού». Η ευρύτερη περιοχή έχει χωριά καταπράσινα με
πολλά νερά και τοπία «Ελβετικά». Η σύγκριση γίνεται με τον υπόλοιπο χώρο της περιοχής Λιδωρικίου.
Άς έρθουμε στα «Χάνια του Στενού». Εκτείνονται στα ριζά της «Πλέσιβας» γύρω στα 250-300 μέτρα από
το στενότατο σημείο του Μόρνου, όπου σε μια κοίτη των 30 μ., μαζεύονται τα νερά του ποταμιού και
ξεχύνονται
δυτικά για να σμίξουν σε 200 μ., μετον ορμητικό «Κόκκινο» Παραπόταμο.
Τα Χάνια βρίσκονται σε κομβικό πέρασμα που ενώνει τη Βορειοδυτική Δωρίδα μετο Λιδωρίκι. Εκεί σμίγουν τα
νερά του Μόρνου με τα νερά του χείμαρρου «Μπελεσίτσα» και απέναντι μετα νερά της κύριας πηγής των
Βαρδουσίων.
Οι κατοικίες στα Χάνια 11. Οι ψυχές 60. 200 μ. από το Στενό, όπου οι γέφυρες, η παλιά πέτρινη που στέκεται
ακλόνητη πάνω από 200 χρόνια και η νέα που ένωνετο δρόμο Λιδωρίκι – Ναύπακτος, αριστούργημα
αρχιτεκτονικής με ζωή σχεδόν 5 χρόνων [1938 – 1943]. Μετά την ανατίναξη της, συνδέθηκε το Στενό στα
1944 με τη στρατιωτική γέφυρα τύπου «Μπέλευ».
Το φυσικό περιβάλλον μαγευτικό. Είχε ποικιλία βλάστησης από αυτοφυή άγρια φυτά, πλατάνια, φτελιές,
μοσχοϊτιές και λεύκες. Αλλά και καναπίτσιες. Και βεβαίως ποικιλία οπωροφόρων. Κάθε σπίτι είχε και το
περιβόλι του (τα γιούρτια, όπως τα λέγαμε).
Για κάποιους μπορεί να ήταν ένα απλό πέραμα. Για όσους έζησαν έστω και περιοδικά, τα βιώματά τους
ήταν έντονα συναισθηματικά. Γιατί στα αυτιά τους εναλλάσσοντας ήχοι αρμονικοί. Το καλοκαίριν’ ακούς το
γουργούρισμα της νεροχελώνας, τα κοάσματα των βατράχων, το θρόϊσμα από τα φύλλα της λεύκας, τα
ουρλιαχτά των σκυλιών και των τσακαλιών, το μουρμούρισμα και το κελάρισμα της «Μπελεσίτσας»
όταν δεν ήταν «κατεβασμένη», το τροχάνισμα από τις «μυλόπετρες» του Ανδριτσαίϊκου Μύλου, το
βουητό από την κατεβασιά του Μόρνου, το αχόρταγο άρωμα από τις μοσχοϊτιές, να τρέξεις να ψάξεις τις
καλαμωτές για καμιά τηγανιά ψάρια, το πέρασμα του Μόρνου, όταν χαμήλωναν τα νερά του, μετα
ξυλοπόδαρα, που βεβαίως ήθελε αισιοδοξία.
Τα σπίτια από δυτικά προς ανατολικά ήταν: Πρώτα οι πρόγονοι των Γουραίων, με τον Κώστα Γούρα,
μετά του Γεωργούτζου, Γιάννη Γούρα, Παπανικόλα, Ανεσταίων (Ζορμπαίων), Γεροδήμου, Σίδερη, Νάκου,
και τέλος των Αρβανιταίων. Πολυμελείς φαμίλιες. Με ρίζες οι οικογένειες (με τη σειρά των σπιτιών) :
1. Γούρα από Θεσσαλία.
2. Γεωργούτζου από Γρανίτσα [Διακόπι].
3. Παπανικόλα [Παπανικολάου] από Άβορο.
4. Ανέστου από Λούτσοβο [Κόκκινο].
5. Γεροδήμου από Τριβίδι.
6. Σίδερη από Βελούχι [Κάλλιο].
7. Νάκου από Κράβαρα και σε βάθος χρόνου από Βόρειο Ήπειρο.
8. Αρβανίτη από Δωρικό και σε βάθος χρόνου από Ήπειρο.Χρήστος Κ. Ανέστος
Συνταξιούχος ΔάσκαλοςΤο διαβάσαμε στην ιστοσελίδα : orinidorida.blogspot.com
Πηγή: Εφημερίδα Λιδωρικιώτης Ιούνιος 2021, ΑΦ 107
-
Το βιβλίο του Κ. Μπερτσιά – “Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις” – ένα μοναδικό βιωματικό αφήγημα

του Γιάννη Βερμισσώ
Στην ανάμνηση μιας πολλαπλής “θυσίας”, γράφτηκε το βιβλίο του Κώστα Μπερτσιά που έχει τίτλο “Θαμμένα όνειρα ζωντανές αναμνήσεις ” -εκδόσεις “Οροπέδιο”-
Της θυσίας .. των νοικοκυριών, των περιουσιών, των συναισθημάτων, των ανθρώπων που “ξεπατρίστηκαν”, των ονείρων, των παιδικών εικόνων, των στιγμών χαράς και μόχθου, αλλά και των άλλων ψυχών που χάθηκαν από την καταστροφή της πανίδας, προκειμένου εδαφικές εκτάσεις να μετατραπούν σε τεχνητή λίμνη στον ποταμό Μόρνο,
Ο συγγραφέας διακεκριμένο στέλεχος της ασφαλιστικής αγοράς προχώρησε στην αποτύπωση των αναμνήσεων μιας περασμένης πραγματικότητας, που ίσως σβήνει, δεν επαναλαμβάνεται, όμως έχει μείνει αξέχαστη σε όσους την έζησαν με παρόμοιο τρόπο.
Στα 18 σπονδυλωτά διηγήματα που περιέχονται στο βιβλίο, ο συγγραφέας αποτυπώνει με την δική του συναισθηματική ματιά, τον καημό, το ξερίζωμα, τον αφανισμό, την απώλεια, αυτή, που βιώνει ο άνθρωπος στιγμιαία ή διαχρονικά, και την οποία “αγκαλιάζει” και συνεχίζει.
Ξεδιπλώνει μια ζωή που μαθαίνεται βήμα βήμα, που ανακαλύπτει τα πάντα έχοντας έτοιμα μόνο τα βασικά. Οι ιστορίες, γρήγορες με παλμό, με χρώματα, ήχους, σιωπές..
Με γρήγορες εναλλαγές, το βιβλίο περνά στην αφήγηση ιστοριών της καθημερινότητας η οποία έτρεχε ασταμάτητα με γεγονότα, μικρά και μεγάλα.
Εκπλήξεις, αναπάντεχα, ονόματα, στιγμές, περιπέτειες, παιδικά, εφηβικά και ενήλικα χρόνια, φυσιογνωμίες, χαρακτήρες, γραφικές φιγούρες, εργασία, παιχνίδια, χαρές και λύπες δίνονται “ζωντανά”, σαν τώρα.
Με μοναδικό γλαφυρό τρόπο, το βιβλίο αναδεικνύει την αλλοτινή, απέριττη καθημερινότητα που περιβαλλόταν από ένα ανεκπαίδευτο σεβασμό, μια βιωματική συνέπεια, μια αυτοκαλλιεργούμενη υποχρέωση, μια ισχυρή λειτουργία του ενστίκτου επιβίωσης. Και ταυτόχρονα αποτυπώνει όλα εκείνα τα στοιχεία της τότε καθημερινής ευχαρίστησης και πληρότητας των ανθρώπων για την ζωή και την συνέχισή της με αξία, χωρίς ευτελισμό, χωρίς δισταγμό.
Χωρίς ματαιότητες και αδιέξοδα οι ιστορίες του Κώστα Μπερτσιά δείχνουν την αγαστή συμπόρευση με τα “όσα φέρνει ο χρόνος και η ώρα” και την αποδοχή κάθε αιφνίδιας ή αναμενόμενης “έλλειψης”.
Οι ήρωες του Κώστα Μπερτσιά πραγματικοί και αυθεντικοί.
Όλοι τους κάθε ηλικίας, συστρατευμένοι στην ίδια προσπάθεια εξέλιξης, με άσβεστη διάθεση απόλαυσης κάθε στιγμής, μέσα από αντιξοότητες, εμπόδια, ανατροπές, αιφνιδιασμούς.
Στις ιστορίες ανθρώπων, οικογενειών, γειτόνων, πολιτικών γεγονότων, αναπάντεχων καταστροφών ο αναγνώστης ζει και νιώθει.
Βλέπει εικόνες, αισθάνεται, αντιλαμβάνεται βαθιές σκέψεις , μαθαίνει για την αόρατη λειτουργία και πέρασμα από γενιά σε γενιά άγραφων διδαχών σεβασμού και πολιτισμού. Οι ιστορίες αποκαλύπτουν την αντικειμενική διάσταση της πραγματικότητας, τον κυνισμό της επιβίωσης, τη σιωπηλή αποδοχή “όσων έρχονται και όσων πάνε”.
Τα “θαμμένα Όνειρα” είναι γραμμένα σε ένα μοτίβο το οποίο: Διδάσκει την ταπεινότητα απέναντι στο μεγαλείο της ζωής. Διδάσκει τους κανόνες επιβίωσης. Διδάσκει τον σεβασμό στο “παλιό”, το παρελθόν. Διδάσκει την συνέχεια…
Σημείο καθοριστικό και ” σκηνικό” των διηγημάτων ο τόπος που στη δεκαετία του ’70, “θυσιάστηκε” και άλλαξε μορφή στο χάρτη για να δοθεί ζωή στο άστυ -την Αθήνα- και να σωθεί από την λειψυδρία.
Γιάννης Βερμισσώ, δημοσιογράφος
Blog
Συνολικές προβολές σελίδας
258.461









