-
Βιβλιοκριτική: θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις
ΔΗΜΟΣΙΕΎΤΗΚΕ ΣΤΙΣ3 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ, 2021,
Βιβλιοκριτική
“Θαμμένα Όνειρα, Ζωντανές Αναμνήσεις” στην Τεχνητή Λίμνη του Μόρνου
“ΘΑΜΜΈΝΑ ΌΝΕΙΡΑ, ΖΩΝΤΑΝΈΣ ΑΝΑΜΝΉΣΕΙΣ” ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗΤΉ ΛΊΜΝΗ ΤΟΥ ΜΌΡΝΟΥ

Photo 78375028 © SOREAN STEFAN | Dreamstime.com
Θυμάμαι το Λιδωρίκι και την λίμνη του Μόρνου ως μια όμορφη, μεγάλη παράκαμψη στο δρόμο για την Παύλιανη. Μια παρέα συγγενών και φίλων όργωνε τη Στερεά Ελλάδα τη δεκαετία του 80 και εγώ στο πίσω κάθισμα ενός Wartburg να ρουφάω εικόνες από μια Ελλάδα που ενώ χάθηκε, είναι πάντα εκεί. Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο “Θαμμένα Όνειρα, Ζωντανές Αναμνήσεις” του Κωνσταντίνου Μπερτσιά όλες αυτές οι αναμνήσεις γύρισαν στο μυαλό μου.

Ο συγγραφέας άφησε τον τόπο του αρκετά χρόνια πριν την τελική χρήση της λίμνης για την υδροδότηση της Αθήνας. Αυτό που καταφέρνει στο βιβλίο του είναι να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη μέσα από τις περιγραφές του, άλλες με μυθιστορηματική γραφή, άλλες σε προσωπικό τόνο, καθώς αποτυπώνει όσα έζησε.
H ιστορία εξελλίσεται στα 18 κεφάλαια στην περιοχή της κοιλάδας που μετατράπηκε σε λίμνη, με όσα περιγράφονται στο βιβλίο των 194 σελίδων να αποτελούν μια γνήσια καταγραφή των λαϊκών παραδόσεων, του κύκλου της ζωής όπως τον όριζε η φύση, και των οικογενειακών και φιλικών δεσμών όπως νοηματοδοτούνταν στην ελληνική επαρχία μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο νεαρός Κώστας μεγαλώνει μέσα σε σκληρές αλλά βαθιά ανθρώπινες συνθήκες. Στα 18 κεφάλαια περιγράφονται, ευχάριστα για τον αναγνώστη, οι ελλείψεις, η εφευρετικότητα, η παιδική ηλικία, οι μυρωδιές από την τυρόπιτα της μητέρας, τα μακρυά μαλλιά μπροστά στον χωροφύλακα, το άλογο ως μέλος της οικογένειας, η συνεργατικότητα των οικογενειών.
Και στον αντίποδα το κάλεσμα της Αθήνας, είτε για σπουδές, είτε για ασφάλεια ή ακόμα και για ένα οικόπεδο στο Κολωνάκι που δεν αγοράστηκε ποτέ!
Το βιβλίο, προσωπικά, με παρακίνησε να ψάξω την ιστορία του τόπου και να επαναπροσδιορίσω την επόμενη εκδρομή μου. H ιστορία ξεκινάει πίσω στα τέλη της δεκαετίας του 60, με τα υδρόμετρα να δείχνουν ότι ο ποταμός Μόρνος ήταν “ικανός” μαζί με τα νερά των παραπόταμών του να ξεδιψάσει μια Αθήνα που όλο και μεγάλωνε χάρη στην έκρηξη της αστυφιλίας, το άτυχο αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων.
Τα πρώτα έργα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ολοκληρώθηκαν το ’79 και η λίμνη με το φράγμα της και το κανάλι ξεκίνησαν να λειτουργούν το 1981. Όταν τα νερά υποχωρούν, το χωριό Κάλλιο έρχεται στην επιφάνεια δημιουργώντας ένα απόκοσμο σκηνικό. Η κοιλάδα, όμως, που πρόσφερε ζωή στις οικογένειες της περιοχής είναι πλέον η λεκάνη της λίμνης.
Το οξύμωρο είναι ότι η λίμνη είναι ενταγμένη στο Natura και αποτελεί σπουδαίο υδροβιότοπο. Έκλεψε μα έδωσε και ζωή. Το βιβλίο πέρα από τον τοπικό του χαρακτήρα αφήνει σπουδαίο αποτύπωμα για τις μνήμες που κρατάει ζωντανές. Τα τοπωνύμια, τις συνήθειες, τα πάθη, τις λύπες και τις χαρές των ανθρώπων. Διαβάζεται ευχάριστα και σας το προτείνω ανεπιφύλακτα.
*
Ο Άρης Γαβριελάτος είναι διευθυντής περιεχομένου της αθηΝΕΑς. Είναι κοινωνιολόγος με μεταπτυχιακές σπουδες στον Κοινωνικό Αποκλεισμό και το Φύλο. Αρθρογραφεί για βιβλία, θέατρο και μουσική, ενώ αγαπημένο του hobby είναι το ορεινό τρέξιμο -
Η γέφυρα του Μόρνου με την ματιά ενός αντάρτη
«Πήραμε ένα λόχο και περάσαμε τη γέφυρα του Μόρνου. Τεράστιο και αλλόκοτο γεφύρι, τα χοντρά δοκάρια του από τσιμέντο αραδιάζονταν ατελείωτα στα πλευρά σου, ενώνονταν πάνω από τα κεφάλια μας. Ήταν σα να μπαίνεις μέσα στο σκέλεθρο κάποιου μυθικού θεριού. Τα άλογά μας αναπήδησαν έντρομα μόλις βρεθήκαμε μπροστά στο στόμιο του. Αναγκαστήκαμε και κατεβήκαμε. Πέρασαν μπροστά οι πεζοί και τότε αποφάσισαν να ακολουθήσουν τα άλογα, περίφοβα όμως πάντοτε, έτοιμα να πηδήσουν ορθά» (Νικηφόρος, Αντάρτης στα βουνά της Ρούμελης, τόμος Γ’,σ. 215).
-
Μεγάλοι καλλιτέχνες καταγόμενοι από την Φωκίδα (Ντίνος Σκορδής)
Ο Ντίνος Σκορδής μέσα από “τα μάτια των παιδιών του”:
Ο πατέρας μας, γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1928 στο Μαυρολιθάρι από τον Δημήτριο και την Αλεξάνδρα και ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Είχε έναν μεγαλύτερο κατά επτά χρόνια αδερφό, τον Γιάννη. Στο χωριό παράλληλα με το δημοτικό σχολείο, τις αγροτικές και κτηνοτροφικές δουλειές εκδήλωσε πολύ νωρίς την αγάπη του για τη μουσική και συγκεκριμένα για το κλαρίνο. Τον άφηναν να φυλάει τα πρόβατα και εκείνος έπαιρνε μαζί του κολοκύθες, τους άνοιγε τρύπες και με χειροποίητα καλάμια προσπαθούσε να παίξει.
Το 1948 κατέβηκαν στην Αθήνα και έμειναν στα Πετράλωνα φιλοξενούμενοι από τον συμπατριώτη τους Αθανάσιο Ξένο, αδερφό της Αικατερίνης Ξένου (σύζυγο Ιωάννη Λαγδά). Κατά την παραμονή τους εκεί ασχολήθηκαν στην αρχή με την κατασκευή και διανομή γαλακτοκομικών προϊόντων, σε χώρο που τους είχε παραχωρήσει ο Αθανάσιος Ξένος. Παρόλα αυτά η μεγάλη αγάπη για το κλαρίνο σιγόκαιγε και ξεκινάει μαθήματα κλαρίνου στη σχολή του Γιάννη Κυριακάτη -ξακουστός κλαρινίστας της Αθήνας επιπέδου Καρακώστα και Γιαούζου- ο οποίος είχε κάνει σπουδές σε Ωδείο στη Νέα Υόρκη και εργαζόταν στο κέντρο «ΕΛΑΤΟΣ». Μετά τον πρώτο μήνα, ο Κυριακάτης ενθουσιάστηκε με το ταλέντο και την αγάπη του Ντίνου για το κλαρίνο και παρακάλεσε τον αδερφό του Γιάννη να μην τον σταματήσουν (ο Γιάννης είχε τις επιφυλάξεις του γιατί θεωρούσε ότι μπορεί να ήταν κάτι προσωρινό).
Δίπλα στον Γιάννη Κυριακάτη έμεινε 5 χρόνια κάνοντας μαθήματα και μετέπειτα, με την παρότρυνση του, δούλεψε μαζί του επαγγελματικά, περιστασιακά στο κέντρο «ΕΛΑΤΟΣ» αλλά και σε ταβέρνες, γάμους, εκδηλώσεις και πανηγύρια. Δούλεψε για πολλά χρόνια στην ταβέρνα του συμπατριώτη μας Αργύρη Φαράντζου στο Αιγάλεω, και στη συνέχεια για δεκατρία χρόνια, στο κέντρο «ΧΩΡΙΑΤΙΚΗ ΑΥΛΗ» στο Περιστέρι (του συμπατριώτη μας από την Καστριώτισσα, Ιωάννη Κελεπούρη), το οποίο υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα της εποχής. Τα καλοκαίρια πήγαινε σε όλα σχεδόν τα πανηγύρια της Φωκίδας (καθώς και σε μέρη της Πελοπονήσσου, Μακεδονίας κα) με τον κόσμο να δείχνει παντού την αγάπη του για τον ίδιο και τη δεξιοτεχνία του στο κλαρίνο!
Μοναδικός κλαρινίστας, με χαρακτηριστικό ταλέντο και σπάνιες ικανότητες αφού κοιτούσε τους χορευτές στα πόδια, προσπαθώντας να τους βοηθήσει να μην χάνουν βήμα κρατώντας σταθερό ρυθμό και αλλάζοντας τη μελωδία αυτοσχεδιαστικά. Η αποδοχή μάλιστα αυτής της δεξιοτεχνίας του στο κλαρίνο παράλληλα με την μεγάλη αγάπη που του είχε ο κόσμος, τον έκαναν έναν καταξιωμένο μουσικό και στα μάτια των συναδέλφων του, όπως αυτό αποτυπώθηκε σε ένα αφιέρωμα που του είχε γίνει στην κρατική τηλεόραση από τον δημοσιογράφο κ. Νάσο Αθανασίου.
Συνεργάστηκε με πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες της παραδοσιακής μουσικής, μουσικούς και τραγουδιστές.
Κάποιοι από τους τραγουδιστές ήταν:
Δημήτρης Καψοκέφαλος, Στάθης Κάβουρας, Δημήτρης Ζάχος, Φυλιώ Πυργάκη, Μαρία Χολέβα, Μαρία Χατζοπούλου, Γιώτα Παπακωστοπούλου, Ανθούλα Νούση, Σοφία Βώττα, Θανάσης Βώττας, Γιάννης Κοντάρας, Βάσω Σκαφίδα, Γιάννης Σιέττος, Χρήστος Νούλας, Γιάννης Στάμος, Τάσος Κρυστάλης, Βασίλης Βασιλείου, Γιώτα Βέη, Γιάννης Κουτσούκος, Κώστας Σπαθούλας, Μαίρη Πόλυ, Βάσω Διαμαντή και άλλοι
Ενώ κάποιοι από τους μουσικούς ήταν:
Σωτήρης Κολιοκώστας(κλαρίνο), Γιώργος Παπαπάνος(κλαρίνο), Νίκος Μωραϊτης(βιολί), Κυριάκος Κωστούλας(κλαρίνο), Γιώργος Φλώρος(βιολί), Αποστόλης Νούλας(κιθάρα), Μιχάλης Μαντζώρας (κιθάρα), Παρασκευάς Δανές(βιολί), Γιώργος Λουκόπουλος(σαντούρι), Γιώργος Ντούτσας(κιθάρα), Άγγελος Αβράμης(αρμόνιο)
Στη πολύχρονη καριέρα του βοήθησε πολλούς συναδέλφους μουσικούς να κάνουν τα πρώτα τους επαγγελματικά βήματα και να καθιερωθούν στο δημοτικό στερέωμα. Τραγουδιστές όπως ο Θανάσης Βώττας, η Σοφία Βώττα, ο Γιάννης Σιέττος, η Ανθούλα Νούση και η Βάσω Διαμαντή ανέβηκαν για πρώτη φορά σε πάλκο ως επαγγελματίες με την ορχήστρα το Ντίνου Σκορδή, γιατί τους πίστεψε και τους βοήθησε να αναδείξουν το ταλέντο τους.
Έκανε δύο γάμους, με τη Βασιλική Δακουρά και τη Μαρία Φούρλα και απέκτησε δυο παιδιά, την Αλεξία και τον Δημήτρη. Όταν πέθανε η πρώτη του γυναίκα η Βάσω στις 16 Δεκεμβρίου 1970 με την οποία έζησε μαζί 5 χρόνια, οι δικοί του άνθρωποι θυμούνται πως το πρώτο τραγούδι που έπαιξε δακρυσμένος ανεβαίνοντας στο πάλκο του κέντρου ήταν το «Σου παραγγέλλω μαύρη γη κι αραχνιασμένο χώμα…».
Με τη δεύτερη γυναίκα του τη Μαρία, παντρεύτηκε στις 20 Ιουλίου 1972 και όπως έλεγε πάντα ο ίδιος στάθηκε σαν βράχος δίπλα του, με αφοσίωση και αγάπη τόσο στον ίδιο, όσο και στα παιδιά του τα οποία ανέλαβε 4 και 2 χρονών αντίστοιχα, τα μεγάλωσε και τα αγάπησε σαν πραγματικά της παιδιά.
Οι παιδικές μας μνήμες είναι γεμάτες από Αγάπη, Υπομονή και Μουσικές μελωδίες από το κλαρίνο του πατέρα, με το οποίο έπαιζε καθημερινά στο σπίτι, μολονότι γύριζε κάθε μέρα χαράματα από τα κέντρα που εργαζόταν.
Πέθανε στις 22 Ιουνίου 1989 αφήνοντας πίσω του μεγάλη μουσική και πολιτιστική κληρονομιά σε όλους εμάς. Υπηρέτησε για χρόνια το γνήσιο δημοτικό τραγούδι αλλά δυστυχώς -από επιλογή του ιδίου- αυτό δεν αποτυπώθηκε και δισκογραφικά. Eπίσης, λόγω της οικογενειακής του κατάστασης αρνήθηκε και πολλές προτάσεις που του είχαν γίνει από την ομογένεια για να εργαστεί στην Αμερική.
Οικογένεια, φίλοι και συγχωριανοί- τον κρατάμε στη μνήμη μας ως τον άνθρωπο που συνδέθηκε άρρηκτα με την έννοια του πανηγυριού στο Μαυρολιθάρι, που διασκέδαζε τον κόσμο και «ΜΙΛΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΑΣ» με το κλαρίνο του…
Πηγή:
Ντίνος Σκορδής Μαυρολιθάρι / Ntinos Skordis– Αλεξία και Δημήτρης Σκορδής —
Blog
Συνολικές προβολές σελίδας
258.461









