Blog

  • Τα νερά της λίμνης θάβουν το Κάλλιον (Βελούχι) 1978

    η φωτό είναι απο το βιβλίο του Πάνου: η νερομάνα τηςΑθήνας.

  • Τραγούδια της Ρούμελης /Βασίλης Κολοβος & θανασης Βώττας

  • Μετανάστες από το Λούτσοβο στην Αμερική στις αρχές του περασμένου αιώνα.

     Πολλοί   από του προγόνους μας είχαν μεταναστεύσει  στην Αμερική στις αρχές του προηγούμενου αιώνα για να εργαστούν και να καταφέρουν να επιβιώσουν οικονομικά οι ίδιοι και οι οικογένειες τους.

    Πιο κάτω αναγράφονται τα ονόματα κάποιων  που καταφέραμε να εντοπίσουμε:

                                                           Ηλικία       Γεννήθηκε      Άφιξη σε ΗΠΑ

    1. Αδαμόπουλος  Πανάγος               18.            1889.              1907

    2. Ανάστου  Κωνσταντίνος                18.           1889.              1907

    3. Αδαμόπουλος Αθανάσιος.             32.           1875.             1907

    4. Ανάστος Αναστούλας.                   17.          1893                1909

    5. Ανάστος Θωμάς.                           37.          1877.               1914

    6. Ανάστου  Θεμιστοκλής.                 37.          1877.               1914 

    7.  Ανέστος Γεώργιος.                      38.           1876.               1914

    8. Ανέστος Παναγιώτης.                   17.           1897.               1914

    9.  Μπερτσιάς Κωνσταντίνος.          28.            1886.              1914

    10. Μπερτσιάς Γεώργιος.                17.            1892.              1909

    11. Μπερτσιάς Κωνσταντίνος.        38.            1874.               1912

    12. Μπερτσιάς Παναγιώτης.           18.            1892.              1910

    13 Καραμπέτσος   Αθανάσιος         20.           1887.               1907

    14. Καραμπέτσος Δημήτριος          24            1888.                1912 

    15. Καραμπέτσος  Δημήτριος         18.            1889.                1907 

    16. Καραδήμας Αθανάσιος              18.           1894.               1912 

    17. Καραδήμας Χαράλαμπος           27.           1880.               1907

    18. Καραδήμας Κωνσταντίνος          35.           1887.               1912

    19.  Καραδήμας Ηλίας.                     19.            1891.               1910

    20. Καραδήμας Γεώργιος.                18.             1893.              1911

    21. Κολοκύθας Κώστας.                   18.             1891.              1909  

    22 Κολοκύθας Γεώργιος                   18.              1893.              1911

    23. Κολοκύθας Νικόλαος.                 25.              1885.             1910

    24. Κολοκύθας Γιάννης.                    26.              1884.            1910 

    25 Κοράκης Γεώργιο.                       18.               1896             1914  

    26 Κοράκης Θεμιστοκλής.                20.              1890.             1910

    27. Κοντογιάννης Ιωάννης.               25.              1885.             1910

    28. Κρανιάς Γεώργιος.                      38.              1873.             1911

    29  Καραδήμας Κωνσταντίνος.         38.              1877.             1915

  • Η μάχη της Γραβιάς

    Η Μάχη της Γραβιάς
    Δόθηκε στις 8 Μαΐου 1821 και έληξε με ήττα των Οθωμανικών δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη από τους Έλληνες επαναστάτες υπό τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

    Μετά την ήττα των Ελλήνων στην Αλαμάνα (23 Απριλίου 1821), άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για τους Τούρκους πασάδες Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ προς την Ανατολική Στερεά και την Πελοπόννησο. Ο μαρτυρικός θάνατος του Αθανάσιου Διάκου είχε αφήσει χωρίς ικανό αρχηγό τους εξεγερμένους ραγιάδες. Ο φόβος κυρίευσε τα ήδη επαναστατημένα κέντρα (Λιβαδιά, Σάλωνα και Αττική), όπου είχε χυθεί αίμα ντόπιων Τούρκων. Όλοι ανέμεναν να ξεσπάσει η χωρίς οίκτο οργή των δύο πασάδων. Η Επανάσταση κινδύνευε σοβαρά ένα μήνα μετά την εκδήλωσή της και σώθηκε χάρη στις στρατιωτικές ικανότητες του Οδυσσέα Ανδρούτσου και τους κακούς υπολογισμούς του Ομέρ Βρυώνη.

    Ο ελληνικής καταγωγής αλβανός πασάς, αντί να προελάσει προς τις καταπτοημένες περιοχές της Ανατολικής Στερεάς και να διεκπεραιωθεί το ταχύτερο δυνατό στην Πελοπόννησο, έκρινε ότι έπρεπε να ενισχύσει τις δυνάμεις του, προτού περάσει τον Ισθμό. Θεώρησε ότι με το να προσεταιριστεί του Έλληνες οπλαρχηγούς, τους οποίους γνώριζε από την Αυλή του Αλή Πασά, θα προκαλούσε την παράλυση των Πελοποννησίων ανταρτών. Με αυτή τη λογική είχε προτείνει και στον Αθανάσιο Διάκο να ενταχθεί στις δυνάμεις του, αλλά αυτός είχε αρνηθεί. Ο Ομέρ Βρυώνης δεν είχε αντιληφθεί την έκταση και την έννοια του ελληνικού ξεσηκωμού. Πίστευε ότι επρόκειτο για μια απλή ανταρσία, που θα ήταν εύκολο να κατασταλεί και όχι για τον ξεσηκωμό ενός ολοκλήρου έθνους, που διεκδικούσε την ελευθερία και την αυτοδιάθεσή του.

    Την εποχή εκείνη βρισκόταν στην Ανατολική Στερεά ο τρομερός και φοβερός Οδυσσέας Ανδρούτσος, παλιός αρματολός της περιοχής, ο οποίος είχε πέσει σε δυσμένεια του σουλτάνου, ως άνθρωπος του Αλή Πασά. Από το 1818 ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένθερμος υποστηρικτής του Αγώνα. Ο Ομέρ Βρυώνης βρήκε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να τον προσεταιρισθεί, επειδή γνώριζε πολύ καλά τις στρατιωτικές του ικανότητες. Του έγραψε μια επιστολή ως παλιός φίλος και του ζήτησε τη σύμπραξή του κατά των ελλήνων ανταρτών, με πλήθος υποσχέσεων και δόλωμα την οπλαρχηγία ολοκλήρου της Ανατολικής Στερεάς. Του πρότεινε, μάλιστα, να συναντηθούν στη Γραβιά και συγκεκριμένα σε ένα μικρό πλινθόκτιστο χάνι. Ο Ανδρούτσος απεδέχθη την πρόσκληση κι έσπευσε στην περιοχή με άλλο σκοπό κατά νου.

    Η διαφωνία στο πολεμικό συμβούλιο στο Χάνι της Γραβιάς

    Αμέσως συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο στο Χάνι της Γραβιάς, με τη συμμετοχή των οπλαρχηγών Δυοβουνιώτη και Πανουργιά. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο Ομέρ Βρυώνης θα κατήρχετο στην Πελοπόννησο, όχι δια του Ισθμού, αλλά δια του Γαλαξειδίου. Διαφώνησαν, όμως, ως προς το σχέδιο αντιμετώπισής του. Ο Ανδρούτσος πρότεινε να δώσουν τη μάχη στο Χάνι, ενώ οι Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς το έκριναν ακατάλληλο, επειδή ήταν πλινθόκτιστο και ευρίσκετο σε ανοικτό πεδίο. Εν τω μεταξύ, ο Ομέρ Βρυώνης με 9.000 άνδρες πλησίαζε στη Γραβιά και είχε πληροφορηθεί την παρουσία του Ανδρούτσου στο χάνι με μικρή δύναμη. Δεν ανησύχησε, όμως, πιστεύοντας ότι ο Ανδρούτσος θα έκανε αποδεκτή την πρότασή του.

    Σε μια δεύτερη σύσκεψη των ελλήνων οπλαρχηγών, που δεν είχαν στη διάθεσή τους πάνω από 1200 άνδρες, λύθηκε η διαφωνία τους. Αποφάσισαν ο μεν Δυοβουνιώτης με τον Πανουργιά να πιάσουν τις γύρω περιοχές, ο δε Ανδρούτσος να χτυπήσει τον εχθρό από το χάνι σε μια οπωσδήποτε παράτολμη ενέργεια. Μαζί του βρέθηκαν 117 άνδρες, που μετέτρεψαν το πλινθόκτιστο κτίριο σε οχυρό με πρόχειρα έργα.

    Το πρωί της 8ης Μαΐου 1821, ο Ομέρ Βρυώνης με τον στρατό του πλησίασε σε απόσταση βολής από το χάνι και αμέσως δέχτηκε καταιγισμό πυρών. Κατάλαβε ότι ο παλιός του φίλος δεν πήγε εκεί με φιλικούς σκοπούς, αλλά για να τον πολεμήσει. Πρώτα διέταξε να γίνει επίθεση κατά των ανδρών του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά, τους οποίους διασκόρπισε στα γύρω βουνά, όπως και στη Μάχη της Αλαμάνας. Στη συνέχεια, επικεντρώθηκε στο Χάνι και τον Ανδρούτσο.

    Έκανε μια απόπειρα να τον μεταπείσει, στέλνοντας ένα δερβίση ως αγγελιοφόρο. Η αποστολή του ιερωμένου είχε τον λόγο της. Ο Ομέρ Βρυώνης γνώριζε ότι ο Ανδρούτσος ήταν Μουσουλμάνος Μπεκταξής. Ο δερβίσης προχώρησε έφιππος προς το Χάνι, αλλά ξαφνικά δέχθηκε μια σφαίρα στο μέτωπο κι έπεσε άπνους. Οι Οθωμανοί επιτέθηκαν κατά κύματα στο Χάνι. Ο Ανδρούτσος και οι άνδρες του κρατούσαν γερά. Ο Ομέρ Βρυώνης εξεμάνη με την ανικανότητα των αξιωματικών του και διέταξε και νέα επίθεση κατά το μεσημέρι. Και αυτή απέτυχε.

    Τις πρώτες ώρες του δειλινού διέταξε κατάπαυση του πυρός, συνειδητοποιώντας ότι είχε διαπράξει ένα ακόμη λάθος. Από υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και υποτιμώντας την ανδρεία των Ελλήνων είχε εκστρατεύσει χωρίς πυροβολικό. Αποφάσισε να αποσύρει προσωρινά τις δυνάμεις του και να διατάξει να του φέρουν κανόνια από τη Λαμία. Ήταν αποφασισμένος το πρωί της επόμενης ημέρας να ισοπεδώσει το Χάνι, με τους αυθάδεις υπερασπιστές του. Την κίνηση αυτή του Ομέρ Βρυώνη μάντεψε ο Ανδρούτσος και γύρω στις δύο τα ξημερώματα της 9ης Μαΐου επεχείρησε με τους 110 άνδρες του ηρωική έξοδο. Οι έξι είχαν σκοτωθεί κατά τη διάρκεια της ολοήμερης μάχης. Αιφνιδίασαν τις τουρκικές φρουρές που είχαν περικυκλώσει το Χάνι και χάθηκαν μέσα στα σπαρτά.

    Η Μάχη στο Χάνι της Γραβιάς στοίχισε στον Ομέρ Βρυώνη πάνω από 300 νεκρούς και 200 τραυματίες Κυρίως, όμως, προκάλεσε κλονισμό στο ηθικό του στρατού του και τον δικό του δισταγμό για το αν έπρεπε να συνεχίσει την εκστρατεία του. Για λίγο καιρό, τουλάχιστον, ένας σοβαρός κίνδυνος για την Πελοπόννησο εξέλιπε. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος αναγνωρίσθηκε απ’ όλους ως αναμφισβήτητος ηγέτης της Ανατολικής Στερεάς.

    Πηγή: https://www.sansimera.

  • Τυροκομείο Λακαφώση

    Τυροκομείο Λακαφώση
    Ένα από τα πρώτα τυροκομεία που έμαθα από μικρή ήταν αυτό τουΛακαφώση. Η οικογένεια ξεκίνησε το ταξίδι της από το βουνό της Γκιώνας, για να έρθει στη Σταμάτα τη δεκαετία του ’50 με τα κοπάδια της και να μοιράζει το πολύτιμο γάλα και το γιαούρτι που έφτιαχναν στις γειτονιές. Τότε ο γαλατάς ήταν πολύτιμος σε κάθε περιοχή και πολλοί ήταν αυτοί που εγκατέλειπαν τις δύσκολες συνθήκες ζωής της επαρχίας για να έρθουν πιο κοντά στην πόλη και να δοκιμάσουν την τύχη τους σε αυτήν. Έτσι, σιγά-σιγά, δημιουργήθηκε το πρώτο γαλακτοπωλείο της οικογένειας στον Άγιο Στέφανο και σήμερα, τρίτη γενιά τυροκόμοι, συνεχίζουν να μας προσφέρουν αυθεντικές, παραδοσιακές γεύσεις στα προϊόντα τους, που φτιάχνονται αποκλειστικά με γάλα της Αττικής.

    Το κατάστημά τους στη Σταμάτα είναι ένα κόσμημα και μια πολύ καλή ευκαιρία για να βγούμε λίγο εκτός πόλης και να γυρίσουμε σπίτι με απίστευτα νόστιμο και θρεπτικό αγελαδινό γάλα, γιαούρτι πρόβειο, λευκό, αιγοπρόβειο τυρί μακράς ωρίμανσης, ρυζόγαλο και τα πιο νόστιμα παγωτά που θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Φτιαγμένα και αυτά με αιγοπρόβειο γάλα, χωρίς αυγά, με καραμελωμένους ξηρούς καρπούς και φρέσκα φρούτα, τα παγωτά του Λακαφώση είναι αγνά και απολαυστικά, κάτι σαν ταξίδι σε άλλη εποχή.
    Γαλακτοπωλείο Λακαφώση, Λεωφόρος Σταμάτας 47, 210 6217810

    Πηγή: lifo.gr/Δώρα Μάστορα.

  • Θανασης Βώττας! Αθάνατος!!

  • Αλμπάνης: επάγγελμα που χάθηκε …

    αλμπανης η πεταλωτης.

    Το επάγγελμα είναι ξεχασμένο σήμερα, αλλά σε μια εποχή πριν από το αυτοκίνητο, όπου τα υποζύγια έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην καθημερινή ζωή, η κοινωνική ανάγκη για πεταλωτήδες ήταν πολύ μεγάλη. Ο αλμπάνης πετάλωνε τα μεγάλα ζώα, αλλά πολλοί αλμπάνηδες ασκούσαν παράλληλα και την τέχνη του σιδερά, κάτι λογικό, ενώ άλλοι έπαιζαν και ρόλο πρακτικού κτηνίατρου.

    Θα παραθέσω αποσπάσματα από μια συνέντευξη που έδωσε το 1997 ο Στέλιος Δούκας από το Μανταμάδο. Γεννημένος το 1916, ήταν τότε ένας από τους τελευταίους αλμπάνηδες της Λέσβου. Είχε μάθει ως έφηβος την τέχνη πλάι σε έναν θείο του, σιδερά, μετά υπηρέτησε στον στρατό στο ιππικό με ειδικότητα (φυσικά) πεταλωτής και, όπως είπε, έκανε και τη δουλειά του σιδερά (θεωρούσε άλλωστε ότι ο όρος «αλμπάνης» καλύπτει και το πετάλωμα και τη σιδηρουργική εργασία) κατασκευάζοντας γεωργικά εργαλεία στο χωριό. Και συνεχίζει:

    Η βασική δουλειά μας ήταν τα πεταλώματα, και βόδια πεταλώναμε και γαϊδούρια πεταλώναμε, και άλογα πεταλώναμε. […] Όλες οι δουλειές είναι επικίνδυνες, και σ’ αυτή μπορούσες να την πάθεις την ζημιά, να πετάξει κανένα σίδερο, ήταν και τα ζώα τα οποία έχει πολλά που είναι άγρια.

    Λοιπόν, παίρνεις τα μέτρα, γιατί υπάρχουν μεγέθη, διάφορα μεγέθη. Μα τα ξέρεις πια τα χορταίνεις, τα χορταίνεις. Τα κόβαμε εμείς τα κόβαμε τα πέταλα, αλλά τώρα έχει και έτοιμα πέταλα. Τότε από λαμαρίνα κόβαμε εμείς τα πέταλα και ξέραμε, κόβεις μικρά, μεγάλα, μέτρια και μεγάλα και τα ταιριάζεις πάνω στα ζώα. Δεν είναι χοντρό, πρέπει να είναι τρία χιλιοστά-δυό χιλιοστά λαμαρίνα για να κάνεις το πέταλο, που κάναμε τότε. Μετά το σάζεις (φτιάχνεις) εκεί και το τρυπάς, κάνεις τις τρύπες κι είναι έτοιμα να τα πεταλώσεις. Τα βόδια είναι δίχαλα τα οποία μπορείς να τα καλουπώσεις κιόλας. Τα βόδια που οργώναν τότε, γι’ αυτό και τα πεταλώναν. Το άλογο δεν είναι δίχαλο, ενώ το βόδι είναι δίχαλο. Εμείς τα κάναμε και τα πέταλα τα βοδίσια, στο εμπόριο δεν υπήρχε.

    Στα άλογα καρφώνουμε το πέταλο στο περιόπλιο να πούμε, δηλαδή στην οπλή από κάτω, άμα κόψεις και καθαρίσεις, φαίνετα ένα γαϊτανάκι γύρω, μέχρι εκεί επιτρέπεται να βάλεις καρφί. Και δεν βάζεις ένα, άμα στα μεγάλα τα ζώα τώρα βάζουμε τέσσερα από την μιά και τέσσερα από την άλλη οχτώ, άμα είναι πιο μικρά άλογα βάζουμε από τρία, δηλαδή έξι στο κάθε πέταλο.

    Από δυό χρονών τα πεταλώνουμε, πιο μικρό δεν είχε ανάγκη από πετάλωμα, διότι δεν εργαζόταν. Από δυό χρονών όμως που τα βάζαν σαμάρι και τα λοιπά αρχίζαν και τα πεταλώναν, το πετάλωμα τα βοηθούσε τα ζώα, δεν τα εμπόδιζε. Και στο χώμα και στο λιθόστρωτο, το οποίο ήταν πέτρα-πετραδίτσα και τα λοιπά, γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε να σηκώνει βάρη και να ανεβαίνει βουνά, και πετρώδη και τα λοιπά. Δουλεύαν τα ζώα τότε, δουλεύαν συνέχεια, η κύρια δύναμη ήταν τα ζώα. Τότε στο μήνα έπρεπε να πεταλώσεις, κανονικά για τα ζώα που δουλεύαν έπρεπε να πεταλώσεις γιατί παλιώναν. Η ίδια διαδικασία πάλι.

    Ο Μανταμάδος είχε πολλά ζώα και μετά το 1940 και πριν το 1940 είχε πολλά. Από τότε όμως που βγήκε το αυτοκίνητο, αλλά κανονικά από το 1950 και μετά, μετά τον εμφύλιο πόλεμο και τα λοιπά και την μετανάστευση, άρχισε να λιγοστεύει να πούμε, έφυγε ο κόσμος. Βέβαια και όσοι μείνανε κοιτάζανε να προμηθευτούνε, όσοι είχαν την δυνατότητα, αυτοκίνητο. Σιγά-σιγά λοιπόν το 1965-1970 τα αυτοκίνητα πληθύναν και τα ζώα λιγοστεύαν. Και φτάσαμε σήμερα όπου δεν είναι μηδέν αλλά είναι σχεδόν μηδέν. Για να προσφέρει υπηρεσία σημερα ζώο στο χωριό, είναι πολύ λίγα. Κυκλοφορούν σήμερα στο χωριό μέσα καμιά δεκαριά ζά και οι πιο πολλοί είναι γέροι να πούμε, που δεν ταίριαξε να πάρουν αυτοκίνητο. Για ώρα ανάγκης έχει όμως άλλα ζώα, τον καιρό της συγκομιδής της ελιάς να πούμε, από ορεινό μέρος άμα θέλουν να κατεβάσουν στον δημόσιο ή σε αγροτικό δρόμο, έχει κάποια ζώα. Αλλά αυτά είναι για πρόχειρα, αυτά που κινούνται κάθε μέρα δέκα δεν είναι, στο χωριό μέσα. Έχει και κάμποσα που τα συντηρούν αποκλειστικά για τα πανηγύρια. Ήταν εποχή που πεταλώναμε και πενήντα ζώα την εβδομάδα και περισσότερα πολλές φορές, τώρα να σου πω πως είναι πέντε-έξι το μήνα!»

  • το μάθατε τι έγινε μέσα στο Λιδωρίκι!

  • Τα Χάνια του Στενού

     Από την ιστοσελίδα:πολιτισικος Σύλλογος Λιδωρικίου

    Τα Χάνια του Στενού

    Η μικρή όαση που χάθηκε

    Συνοπτική αναδρομή στο χρόνο: Γύρισμα πίσω στη δεκαετία του ’50 και πριν. Τότε που το Λιδωρίκι προσπαθούσενα σβήσει τα κάρβουνα που άφησε το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς.

    Για να γίνει κατανοητό το θέμα, θα πρέπει να κάνουμε αναδρομή στο χρόνο. Για όσους γεννήθηκαν μετά – το λιγότερο – από τα μέσα του ’60, η τοπωνυμία «Χάνια Στενού» δεν τους θυμίζει τίποτα, γιατί από τις αρχές του ’70, όλη η φυσιογνωμία του χώρου που κάλυψε η Λίμνη του Μόρνου, αλλοιώθηκε, ώσπου το 1978 σκεπάστηκε οριστικά και η λίμνη έγινε ο υγρός τάφος της περιοχής. 

    Επομένως βιωματικά τα Χάνια είναι για όσους γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έζησαν, τουλάχιστον, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα.

    Να δούμε τα αντικειμενικά στοιχεία που συγκροτούσαν τον μικρό Οικισμό των 10 κατοικιών και 60 ψυχών που γεννήθηκαν και εκεί έζησαν, άλλος πολύ, άλλος λιγότερο, μέχρι που χάθηκε ο Οικισμός οριστικά κάτω από τον υγρό τάφο της.

    Ο Οικισμός δεν υπήρξε ολοκληρωμένος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κεντρικός πυρήνας ήταν το Χάνι του «Μαλλιάτσου», που η αρχή του χάνεται σε βάθος χρόνου. Θα λέγαμε ότι ο Οικισμός άρχισενα συγκροτείται όταν έχασε το Χάνι τον πρωταρχικό του σκοπό.

      

    Μνήμες και βιώματα – αποσπασματικά.

    Τα νερά λιγοστά, γιατί η Γκιώνα τα κρατεί στα έγκατα της και τα διώχνει στον Κορινθιακό ή «τις οίδε που αλλού». Το καλοκαίρι δύσκολο. Νεροδότριες περιφερειακές βρύσες, όπως ο «Αντώνης», ο «Σερεντέλης», ο «Κούστης» και του «Χουσάδα το Περιβόλι». Οι άλλες βρύσες φτωχές σε νερό. Το πράσινο λίγο, εκτός από αμυγδαλιές. 

    Γενικά η περιοχή που κλείνεται στα όρια της Κοινότητας Λιδωρικίου θα λέγαμε ότι είναι άνυδρη. Το λίγο πράσινο το συναντήσαμε στις παραποτάμιες περιοχές «Φτελιά», «Κώστεβο» και «Μπλάβλακα».

    Όλα αυτά γράφτηκαν για να δοθεί έμφαση στην επικεφαλίδα του θέματος. Γιατί η μικρή λωρίδα πρασίνου, όλο το χρόνο,  ήταν η περιοχή «Χανίων του Στενού». Η ευρύτερη περιοχή έχει χωριά καταπράσινα με πολλά νερά και τοπία «Ελβετικά». 

    Η σύγκριση γίνεται με τον υπόλοιπο χώρο της περιοχής Λιδωρικίου.

    Άς έρθουμε στα «Χάνια του Στενού». Εκτείνονται στα ριζά της «Πλέσιβας» γύρω στα 250-300 μέτρα από το στενότατο σημείο του Μόρνου, όπου σε μια κοίτη των 30 μ., μαζεύονται τα νερά του ποταμιού και ξεχύνονται δυτικά για να σμίξουν σε 200 μ., μετον ορμητικό «Κόκκινο» Παραπόταμο.

    Τα Χάνια βρίσκονται σε κομβικό πέρασμα που ενώνει τη Βορειοδυτική Δωρίδα μετο Λιδωρίκι. Εκεί σμίγουν τα νερά του Μόρνου με τα νερά του χείμαρρου «Μπελεσίτσα» και απέναντι μετα νερά της κύριας πηγής των Βαρδουσίων.

    Οι κατοικίες στα Χάνια 11. Οι ψυχές 60. 200 μ. από το Στενό, όπου οι γέφυρες, η παλιά πέτρινη που στέκεται ακλόνητη πάνω από 200 χρόνια και η νέα που ένωνετο δρόμο Λιδωρίκι – Ναύπακτος, αριστούργημα αρχιτεκτονικής με ζωή σχεδόν 5 χρόνων [1938 – 1943]. Μετά την ανατίναξη της, συνδέθηκε το Στενό στα 1944 με τη στρατιωτική γέφυρα τύπου «Μπέλευ».

    Το φυσικό περιβάλλον μαγευτικό. Είχε ποικιλία βλάστησης από αυτοφυή άγρια φυτά, πλατάνια, φτελιές, μοσχοϊτιές και λεύκες. Αλλά και καναπίτσιες. Και βεβαίως ποικιλία οπωροφόρων. Κάθε σπίτι είχε και το περιβόλι του (τα γιούρτια, όπως τα λέγαμε).

    Για κάποιους μπορεί να ήταν ένα απλό πέραμα. Για όσους έζησαν έστω και περιοδικά, τα βιώματά τους ήταν έντονα συναισθηματικά. Γιατί στα αυτιά τους εναλλάσσοντας ήχοι αρμονικοί. Το καλοκαίριν’ ακούς το γουργούρισμα της νεροχελώνας, τα κοάσματα των βατράχων, το θρόϊσμα από τα φύλλα της λεύκας, τα ουρλιαχτά των σκυλιών και των τσακαλιών, το μουρμούρισμα και το κελάρισμα της «Μπελεσίτσας» όταν δεν ήταν «κατεβασμένη», το τροχάνισμα από τις «μυλόπετρες» του Ανδριτσαίϊκου Μύλου, το βουητό από την κατεβασιά του Μόρνου, το αχόρταγο άρωμα από τις μοσχοϊτιές, να τρέξεις να ψάξεις τις καλαμωτές για καμιά τηγανιά ψάρια, το πέρασμα του Μόρνου, όταν χαμήλωναν τα νερά του, μετα ξυλοπόδαρα, που βεβαίως ήθελε αισιοδοξία.

    Τα σπίτια από δυτικά προς ανατολικά ήταν: Πρώτα οι πρόγονοι των Γουραίων, με τον Κώστα Γούρα, μετά του Γεωργούτζου, Γιάννη Γούρα, Παπανικόλα, Ανεσταίων (Ζορμπαίων), Γεροδήμου, Σίδερη, Νάκου, και τέλος των Αρβανιταίων. Πολυμελείς φαμίλιες. Με ρίζες οι οικογένειες (με τη σειρά των  σπιτιών) :

    1. Γούρα από Θεσσαλία.

    2. Γεωργούτζου από Γρανίτσα [Διακόπι].

    3. Παπανικόλα [Παπανικολάου] από Άβορο.

    4. Ανέστου από Λούτσοβο [Κόκκινο].

    5. Γεροδήμου από Τριβίδι.

    6. Σίδερη από Βελούχι [Κάλλιο].

    7. Νάκου από Κράβαρα και σε βάθος χρόνου από Βόρειο Ήπειρο.

    8. Αρβανίτη από Δωρικό και σε βάθος χρόνου από Ήπειρο.

Συνολικές προβολές σελίδας
258.461