Blog

  • Πριν την λίμνη..

     

  • Χριστός Ανέστη!

     Χρόνια πολλά πατριώτες απανταχού της υφηλίου!

    Τα ευζωνάκια τα καλά!

  • Ανάρτηση του Δημήτρη Παπανώτα για τα Βαρδούσια και την Γκιώνα /Αθανάσιος Διάκος και Λιδωρίκι

     Το χωριό Αθανάσιος Διάκος Φωκίδας είναι ίσως από τα πιό όμορφα που έχω δει.  Όταν πάτε θα νιώσετε ότι είστε στις Άλπεις.  Η κορυφή των Βαρδουσίων κρέμεται πάνω από το χωριό.  

    Ο ποταμός Μόρνος πηγάζει λίγο πιό πάνω από τα σπίτια και διασχίζει το χωριό μέσα από έναν υπέροχο διαμορφωμένο χώρο όπου μπορείτε να χαθείτε στον ήχο του νερού και στη δροσιά από τα πλατάνια . Η πλατεία του χωριού πέτρινη με ένα γέρο πλάτανο στο κέντρο της.  Από τον κορμό του τρέχει νερό.  Το πίνεις και χωνεύεις ολόκληρο αρνί…😅

    😂🤣 Το φαγητό απλά δεν παίζεται.  Ο φίλος μου ο Κώστας Μαστροκωστόπουλος θα σας γνωρίσει γεύσεις ξεχωριστές από ντόπια προϊόντα,  στην ταβέρνα του,  το Μετερίζι.  Και θα σας φιλοξενήσει ζεστά στο ξενοδοχείο του,  λίγο πιο πάνω από την πλατεία.

      Πιο χαμηλά από το χωριό,  το οποίο βρίσκεται στα 1100 μέτρα υψόμετρο,  η λίμνη του Μόρνου και το πανέμορφο Λιδωρίκι.  Αξίζει να το δείτε κι αυτό.  Ο δρόμος που θα σας οδηγήσει εκεί βρίσκεται στην κοιλάδα του Μόρνου με τον ορεινό όγκο των Βαρδουσίων από τη μιά και την πανύψηλη Γκιώνα από την άλλη.  

    Στην πιο απότομη πλαγιά της Γκιώνας,  η Συκιά.  Άλλο πανέμορφο χωριό στο δρόμο προς Λιδωρίκι.  Πάνω από τη Συκιά,  η Γκιώνα ανεβαίνει σχεδόν κάθετα,  600 ολόκληρα μέτρα.  Σε αυτό το άγριο τοπίο υπάρχει έντονη δραστηριότητα ορειβασίας και αναρρίχησης. 

     Τον απογευματινό καφέ να τον πιείτε στην πλατεία του Λιδωρικίου.  Φυσικά πέτρινη,  φυσικά με πλάτανο και φυσικά με κρήνη,  επίσης πέτρινη,  που τρέχει συνεχώς.  Ένα καινούργιο καφέ πάνω στην πλατεία,  πανέμορφο,  θα σας ενθουσιάσει.  Όπως και τα τοπικά προϊόντα στα γύρω μαγαζιά.  Προτείνω τοπικό μέλι,  φέτα και κρέας.  Κατσίκι,  αρνί αλλά και βοδινό.

      Καλή διασκέδαση…

    Δημήτρης Παπανώτας 

  • Διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα: ο θείος από την Γκιώνα. ( από την Συκιά!)

     ΙΟΥ, 2025, 21:01

    Διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα: ο θείος από την Γκιώνα.

    Ο άλλος χαμογέλασε, ρίξαντας μια ντροπερή ματιά προς τα μένα.

    — Ο θείος μου, μου κάνει, απ’ την Γκιώνα. Είχ’ έρθει να μας δει και τώρα φεύγει. Τάχει με τον Δήμαρχο!

    Απομείναμε οι δυο μας… Αραιοί οι επιβάτες και διάσπαρτοι, ενώ και η «Ταχεία» ξεκινούσε. Αυτός σταυροκοπήθηκε: «Αϊλιά μ’»… τον άκουσα.

    Κοίταξα τον άνθρωπό μου καλύτερα. Στην κεφάλα του αψηλά – ίδια η υδρόγειος! – χρέη καπέλου του εξετέλαε μια σκούφια. Δεν ήταν μεγαλύτερη απόνα πιατέλο του τσαγιού. Μόνο ότι ήταν μέσ’ στη λίγδα… Στο κούτελό του, έως τα φρύδια του, μαυρόπυκνη έπεφτε των μαλλιών του η απλάδα. Και κάτω από τη μύτη του (τέλεια ρυθμού ελληνικού) έπεφτε – κατωφερώς στο πιγούνι του – η μουστάκα. Το «όλον» του σου ‘φερνε στην ιδέα σου μαντρόσκυλους, απ’ αυτούς που γυροφέρνουν και βαδίζουνε στις στρούγκες.

    Μα γι’ αυτόν αλλού έβρεχε. Στηρίχτηκε με τις φούχτες στην γκλίτσα του κι άρχισε να σιγοτραγουδάει ένα χαβά του:

    «… Κιτρουλεϊμουνιά, ορέ κιτρουλεϊμουνιά

    κιτρουλεϊμουνιά κι μαντζουράνα μου…»

    Για ιδές, λέω, κόσμος που ούδε τον υποπτευόμαστε καν. Τούτος ο άνθρωπος ζη τουλάχιστον στον αιώνα που πέρασε και ζη ευχαριστημένος. Ενώ εμείς…

    ***

    — Για πού με το καλό; τον αρωτάω.

    — Για του Μπράλλου.

    — Κατάγεσαι αποκεί;

    — Πιο ζερβά, απ’ την Γκιώνα. Θες να μάθ’ς; Απ’ τη Σ’κιά άιν τ’ν ξέρεις. Δωριέας είμι.

    — Κοντά στην Αμφισσα;

    — Πώς μου τ’ν είπες;

    — Μαθές απ’ τα Σάλωνα;

    — Ε, πιο πάν’ λ’γάκι. Σ’ είπα, απ’ την Γκιώνα.

    — Κι επαγγέλλεσαι;

    – Πώς μ’ τόπες;

    — Δηλαδή τι δουλειά κάνεις;

    — Δ’λειά; Να, τσοπάνος.

    — Είσαι τσέλιγκας;

    — Δεν έχου τόσα, μα με φτάν’ ν.

    — Είσαι παντρεμένος;

    — Ιέχου τη Γιουργούλα μ’.

    — Παιδιά έχεις;

    — Ιέχου ανηψούδια. Το π’δί που κατέβηκε ανηψούδι μ’ είνι.

    — Κι είχες έρθει να τον δεις;

    — Ιγώ τουν χάλεψα να με βάλ’ σε μια θέσ’.

    — Και δε σ’ έβαλε;

    — Αστα!, άστα!, μην τα μουλουγάς… Και μην τα κραίν’ς.

    Την ίδια στιγμή μπαίνει ο κοντρολέρ των εισιτηρίων με το «τρυπησιόν» του στο χέρι: «Παρακαλώ, τα εισιτήρια».

    Τρύπησε το δικό μου και μου τόδωσε. Πήρε και του φίλου… «Μα το εισιτήριό σας, του κάνει μετά γοργή παρατήρηση, είναι για την “τακτική” αμαξοστοιχία! Αυτή εδώ είναι η “Ταχεία”!. Θα πληρώστε τη διαφορά!».

    Ο άνθρωπός μου τον τήραξε. Ηταν κάτι τις το απερίμεντο. «Θαύμα ατραξιόν!»… συλλογίστηκα.

    — Θα πληρώστε τη διαφορά, ξαναλέει. Κι άνοιξε να το συμβουλευτεί ένα κιταπάκι.

    — Μαθές;… κάνει ο άμοιρος. Π’δής τρέχει αυτό θέλ’ς να μ’ πεις;

    — Φυσικά.

    — Ορέ π’δί μ’ ποιος του βιάζ’; Θέλ’ κι τρέχει. “Ας πααίνει αγαλιώτερα… τι ευκή, πααίνει σαν να του βάλαν νέφτ’ στουν κώλου;

    — Τι λες, ρε μπάρμπα! του κάνει ο υπάλληλος. Δε βιάζεσαι συ, βιάζονται οι άλλοι.

    — Ας πλερώσουν αυτοίνοι!. τι με φουρτών’ς ιμένα;

    Τελοσπάντων τα κανόνισα εγώ. Πλήρωσα εγώ τη διαφορά. Κι ο υπάλληλος έφυγε. Ο συνταξιδιώτης μου βόλεψε ήσυχα – ήσυχα το στο πλάι του τράστο του κι απέ, ως νάχε βρει εκειδά το δίκιο του: «Αμ δι σφάξανε! μου κάνει. Για κορόιδο μι πέρασε;»

    ***

    –(…)Μα τι απόγινε για τη θέση σου δε μου πες.

    — Αφ’ σι να φάω ψμι και σ’ λέω.

    Κι άρχισε να ματσουλάει κάμποση ώρα…

    …– «Θ’νά τ’ γάμαγα τ’ μάνα!, κάνει ως απόφαγε, αλλά ας έχει χατήρ’ τ’ ανηψουδιού μου. Τη “θέσ’” ιγώ τη διάλεξα, αλλά το ανηψούδι μ’ το θ’ κο του: “Δε σ’ κάνει αυτήνη η δ’λειά, θείγιε μ’”, επίμενε. “Ουόχι, τ’ λέου. Είσι ή δεν είσι ανηψούδι μ’; Ιγώ αυτήνη θέλου!.”. Μίλησε του κυρ – Δήμαρχου κι του προυί πάω μπονώρα. Στέκουμαι στη σιδερένια ανέμη κι όποιους έμπαινε μέσα – χαρτάκι: ένα κομμάτ’ ιγώ ιφημερίδα – μια δραχμούλα αυτός στο χέρι μ’. Σ’ λέου δ’λειά κιλεπούρ’!…».

    Η περιέργειά μου ήταν άφταστη!. «… Δεν είχα παράπονο, τον ακώ να συνεχίζει, ούλ’ πλέρωναν. Ούλοι ιβγινείς, ούλ’ κύριοι, κάναν τι κάναν κι απέ φεύγανι».

    — Δε μου χαρίζεις τ’ όνομά σου; του λέω, μπάρμπα…

    — Γιώργους! μου κάνει.

    — Μπαρμπαγιώργο, του λέω, αυτή η δουλειά, αυτό το μαγαζί, πού ακριβώς βρίσκεται;

    — Ξέρω να σ’ πω; σε μια πλατέα όμως είνι. Ιέχει κάτι σκαλάκια και κατιβαίνεις ‘σακάτου. Ούλο καθρέφτες κι πορτούλες είνι τ’ άτιμου. Σ’ λέου κιλεπούρ’!…

    ***

    «Ας καθόσουν, του λέω, ας μην έφευγες. Η δουλειά καλή ‘ταν» του κάνω.

    — Ιγώ έφυγα για μι σκόλασαν; Και θ’ να τ’ γάμαγα τη μάνα, αλλά για χατήρ’…

    — Τι συνέβηκε, ρε μπάρμπα;

    — Ακ’ ν’ ακούεις.

    Κι ήμουν όλος αφτιά. Η «ιστορία» έγιν’ έτσι:

    Σε κάνα δυο ώρες – λέει – η περιέργεια δεν τον άφηνε. Δεν κύτταε να δει το μαγαζί; Δεν άνοιγε μια πορτούλα να δει μέσα; «Ανοίγου ένα καμαρίνι – λέει – Και τι να ιδώ; Εναν θεουκιρατά μισοκαθιστόν να κάνει εκεί το… χοντρό του!»

    Η καταπλαή του – λέει – δε λέγονταν. «Τι κάν’ς αυτού ρε;» τ’ λέου. Λέει. «Τ’ν ανάγκη μ’!».

    — Κι ήρθις ιδώ να βγάλ’ς το σβέρκου σ’; του κραίνω. «Αμ’ πού να πάω;» μ’ αποκρίνιτι.

    — Χάθ’καν όρε, του λέου, τα γρασίδια;

    Και τον αρπάζει απ’ τον σβέρκο. «Οξου όρε θεουκιρατά… παλιοτόμαρου!».

    Και τον αρχινάει στις κλωτσιές. Ξεκουμπίστηκε αυτός, φοβερίζοντας ότι θα διαμαρτυρηθεί του Δημάρχου.

    — Πού θα μ’ πας; του λέου. στον κυρ-Δήμαρχου; Αμ’ ιμένα ποιος μ’ έβαλι ορέ όρνιου εδωδά; Ο κυρ – Δήμαρχος δε μ’ έβαλι; Χάι-Χάι ορέ χαϊβάνι!.

    «… Αχ!- Αχ!.. Αχ!.. Και κοντά;» Θα τρελαίνομαν…

    Μα αυτός αλλού βρέχει. Είχε εξαγριωθεί τώρα κι άστραφταν μαύρες στράψες τα μάτια του, ενώ και τη μουστάκα του – στρίβοντας – την είχε κάμει ως τσιγκέλι!.

    … «Στο παρακάτω, λέει, καμαρίνι πάλ’ τα ίδια!». Αλλον φουκαρά εκεί άρπαξε σαν «κισέμ’» από τον σβέρκο!. «Μάιδε τα σουρέλα του, λέει, δεν πρόφτασε να συμμάσει ο θεοτούμπης!»… τον έσυρε ως πάνω στο πεζοδρόμιο, σαν – προς σφαγή – κάνα κριάρι!.. Εκεί στο ρείθρο τον προυμούτισε!.

    — Τι του πέρασις ιδώ ορέ… (του «φούγιαζε»). Για χισαριό ορέ γ’ρούν’; Στραβουμάρα είχες να ιδείς τι γράφει πάνω;

    — Τι γράφει; κάνει (ανάσκελα) ο άλλος.

    – Τι γράφ’; τρομάρα σ’… Αποχωρητήρια!.. γράφ’ ορέ αγράμματι… Καθρέφτις γυροβουλιά ‘χει μέσα και βρυσούλες!.

    Τι θες, τι γυρεύεις… Κόσμος μαζεύτηκε, χάζι γύρω οι μάγκες. Και νάσου ένας πόλισμαν: «τι συμβαίνει; τι έγινε;».

    –Μα…

    — Μπρος, στο Τμήμα.

    — Θα…

    — Σκασμός!

    Να μη μου τα «πουλυλουγάει» τον απέλυσαν. Δυόμισι ώρες ήταν η «υπερεσία» του όλη-όλη. Ο κυρ – Δήμαρχος… και θ’ να τ’ γάμαε τη μάνα!..

    Η επόμενη στάσις το Μπράλλο… ακούστηκε η φωνή απ’ το μεγάφωνο: οι εκ των κυρίων κυρίων επιβατών…

    Στο άκουσμα ο Μπαρμπαγιώργος βρέθ’κε όρθιος κι άρπαξε το ταγάρι του απ’ τον γάντζο. «Μη βιάζεσαι, του κάνω, έχουμ’ ώρα».

    — «Αν’τρο δε θα τ’ς μείν’ τση Γιουργούλας μου, π’ να τση μουλουγάω για του τραίνου… Τραίνου ιμάς ικεί είν’ τα π’δάρια μας!»

    — Και πώς θα της το περιγράψεις, ρε Γιώργο;

    – Αντίσκαστου όπως είν’ και του γλέπ’ς: «Μιαν αράδα κ’τάκια, κ’τάκια, κ’τάκια κι μπρουστά ένα μαγερειό πού τα πααίνει!».

    «Φτάνει, για το θεό!.» κάνω κι έπιασα σφιχτά την κοιλιά μου. Χιουμοριστικώτερη, σε δέκα λέξεις, παράσταση δε θα μπορούσε να υπάρξει – του τραίνου. Η διαφορά ήταν ότι δεν έκανε χιούμορ ο άνθρωπος, αλλά ανήξερα, σαν του Μολλιέρου τον χωριάτη, έκανε πρόζα. Επεσα χάμω και …κλώτσαγα. Θα μ’ έπαιρνε στον λαιμό του ο θεοτούμπης!.

    Βιογραφικό Του Γιάννη ΣΚΑΡΙΜΠΑ

    Γεννήθηκε το 1897 στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδας. Ξεκίνησε να σπουδάζει φιλοσοφία στην Αθήνα, αλλά εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έζησε στη Χαλκίδα όπου εργάστηκε ως εκτελωνιστής. Αρχισε να δημοσιεύει διηγήματα σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής και σε ένα διαγωνισμό που διοργάνωσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» κέρδισε το πρώτο βραβείο για το διήγημά του «Ο Καπτάν Σουρμελής και ο Στουραΐτης». Υπήρξε πολυγραφότατος και εκκεντρικός. Μέσα από τη γραφή του καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα και τα πνευματικά ήθη της εποχής του. Εγραψε διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια και θέατρο. Τα πιο αντιπροσωπευτικά του έργα είναι: «Μαριάμπας», «Εαυτούληδες», «Το σόλο του Φιγκαρό», «Το Βατερλώ δύο γελοίων», «Το θείο τραγί», «Το 1821 και η αλήθεια». Τα θεατρικά: «Η Γυναίκα του Καίσαρος», Τα καγκουρώ», «Η κυρία του τραίνου» κ.ά. Πέθανε στη Χαλκίδα το 1985.

  • ΜΠΕΡΤΣΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΜΑΡΙΑ

     ΜΠΕΡΤΣΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΜΑΡΙΑ

  • Buried dreams, vivid memories: Από σήμερα στο Amazon!

     

    Buried dreams, vivid memories: Από σήμερα στο Amazon!

    «Θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις» από σήμερα στον διεθνή στίβο της παγκοσμοποιημένης αγοράς. Προλάβετε πριν ο πρόεδρος αυξήσει τους δασμούς!!

    Παραγγελίες:

    https://amzn.eu/d/7ay8lKt

    https://a.co/d/6ucZ5yM

  •  

  •  

  • Ο αείμνηστος Θύμιος Καραμπέτσος

     

    Ο αείμνηστος Θύμιος Καραμπέτσος 

  • Από την ορεινή Δωρίδα [ ΠΕΝΤΑΓΙΟΙ] ο σπουδαίος τραπεζικός και οικονομολόγος Ιωάννης Δροσόπουλος!

    Η ζωή και η σταδιοδρομία ενός από τους πιο εμβληματικούς 

    διοικητές της Τράπεζας της Ελλάδος.

    Σε μια μικρή όαση στην Φιλοθέη, στην Πλατεία Δροσοπούλου βρίσκεται η προτομή του σπουδαίου τραπεζικού και οικονομολόγου Ιωάννη Α. Δροσόπουλου ( 1870- 1939). Σταδιοδρόμησε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία διορίστηκε το 1888 στο υποκατάστημα της Λαμίας με τον κατώτερο υπαλληλικό βαθμό. Υπηρέτησε διαδοχικά σε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχικής κλίμακας και αναδείχτηκε υποδιοικητής (1914), συνδιοικητής (1918) και διοικητήςτο 1928. Διετέλεσε υπουργός Επισιτισμού (1916) και για μικρό διάστημα Οικονομικών (1926) και διοικητής στην Τράπεζα της Ελλάδος.

    Το φαινόμενο Δροσόπουλος, όπως ανέφερε σε εκτενή άρθρο στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ το 2000 ο Γιώργος Μίρκος επίτιμος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας «δεν περιγράφεται εύκολα. Φτωχός και άσημος, αλλά γεμάτος θέληση, ξεκίνησε από την αφάνεια του ελληνικού χωριού, πέρασε ολόκληρη την υπαλληλική τραπεζική ιεραρχία χωρίς να «υπαλληλοποιηθεί» και στο τέρμα της, στο τέρμα της δραστηριότητας των πολλών, αυτός απογειώθηκε σε στόχους για τους οποίους ήταν γεννημένος».

    Ο Ι. Δροσόπουλος, όπως αναφέρει έζησε και έδρασε στην πρώτη περίοδο του αστικού μετασχηματισμού της οικονομίας μας – ταυτόχρονα και περίοδο μεγάλων πολιτικών αναταραχών στη χώρα μας – υπήρξε ο υπεύθυνος κεντρικός τραπεζίτης της Ελλάδας στην πρώτη περίοδο της – προσπάθειας – εκβιομηχάνισής της και τέλος υπήρξε ο τελευταίος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας του Γ. Σταύρου.

    Μεταφέρουμε μερικά σημεία από την περιγραφή του Γ. Μίρκου για τον Ιωάννη Δροσόπουλος. Γεννήθηκε (1870) από Ρουμελιώτες γονείς, σ’ ένα φτωχόσπιτο πάνω στα τότε σύνορα της χώρας (στο μικρό χωριό Σούρπη της τότε Φθιώτιδας που ήταν τοποθετημένος ο πατέρας του ως τελωνειακός υπάλληλος στον εκεί συνοριακό σταθμό). Οι ανάγκες της ζωής που εβάρυναν την με περιορισμένα μέσα οικογένειά του, οδήγησαν τον τελευταίο σε ηλικία 18 ετών στα γκισέ του υποκ/τος της Εθνικής Τράπεζας της Λαμίας με μηνιαίο μισθό  90 δρχ.

    Άρχισε την τραπεζική καριέρα του με μια βασική για την εποχή του μόρφωση(δημοτικό στο χωριό, γυμνάσιο κυρίως στην επαρχία, Νομική παράλληλα με τη δουλειά του και γαλλικά μόνος του) με πολλά, πάρα πολλά φυσικά προσόντα και με σχετική… τύχη! Με υπερβολική θέληση και ισχυρή κρίση και εργατικότηταάρχισε γρήγορα να διεισδύει στα μυστικά της τραπεζικής τέχνης. Σε λίγο ξεχώρισε μέσα στους συναδέλφους του σαν ένας υπάλληλος με «μέλλον». Ύστερα από έξι χρόνια (1894) όταν μετατέθηκε στο υποκατάστημα της Τρίπολης η τύχη τού έδωσε την ευκαιρία να αποτινάξει… τα δεσμά της «ταπεινής καταγωγής του» και να εισέλθει «άνευ όρων» στον κύκλο της «άρχουσας τάξης». Ο γάμος του (1897) με την Ερασμία Γεωργιάδη, κόρη άριστης και παλαιάς τριπολιτσιώτικης οικογένειας, διέρρηξε τους κοινωνικούς φραγμούς και ελευθέρωσε τη δίοδο για υψηλότερους στόχους.

    Μέσα σε 40 χρόνια διέτρεξε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας, για να γίνει στα 48του συνδιοικητής και στα 58 του διοικητής. Μέχρι το 1939 υπήρξε ο υπ’ αριθμόν ένα τραπεζίτης της χώρας, απέθανε δε (1939) όταν οι συνθήκες δημιούργησαν «κατάσταση αποχώρησής» του από την Εθνική με πρόσχημα την ανάληψη της Διοίκησης της Τράπεζας της Ελλάδος.

    Είναι πράγματι εντυπωσιακή και συγκινητική αυτή η πλευρά, η ανθρώπινη, του ανδρός Ιω. Δροσόπουλου. Δεν είναι εύκολος αυτός ο φρενήρης δρόμος (και μάλιστα την εποχή εκείνη) από την αφετηρία του φτωχόσπιτου της Σούρπης στο τέρμα της καρέκλας του πρώτου τραπεζίτη της χώρας! Υπήρξε ο τελευταίος τραπεζίτης της μεγάλης γενιάς των διοικητών της Εθνικής που η μοίρα του ήταν να οδηγήσει την Εθνική Τράπεζα από το τέλος της «ηρωικής» περιόδου της στον πρώτο βηματισμότης για μια νέα τραπεζική αναγέννηση. Αυτός ο ρόλος, αυτή η δραστηριότητα που εκφράζεται με ψυχρά δεδομένα, δίνει τις διαστάσεις της αξίας του τραπεζίτη Δροσόπουλου και το μέτρο της επιτυχίας του στην προσπάθεια ανάπτυξης της χώρας […] Ο Ιω. Δροσόπουλος προέβαλε την ιδιότητα του «τεχνοκράτη» που υπηρετούσε την Τράπεζα και μέσω αυτής την Πατρίδα όλων των πολιτικών παρατάξεων. Τότε ήταν που ο Ιω. Δροσόπουλος υπουργοποιήθηκε (1917) για λίγο διάστημα για να αναλάβει έναν δύσκολο τομέα, τον τομέα του επισιτισμού της χώρας στην περίοδο του αποκλεισμού της από τους Συμμάχους. Αλλά και αργότερα (1926) σε μια ανώμαλη περίοδο(Κυβέρνηση Κονδύλη) έγινε για ένα 3μηνο υπουργός Οικονομικών. Οι υπουργοποιήσεις του είχαν πάντοτε τη μορφή υπηρεσιακήςεθνικής ανάγκης».

    Η ιδέα της δημιουργίας της Κεφαλαιαγοράς

    Ο Ιω. Δροσόπουλος από το 1928 ως διοικητής της Εθνικής πρώτος συνέλαβε την ιδέα της δημιουργίας κεφαλαιαγοράς. Με τον αγγλικό οίκο του Hambrosεδημιούργησε (με αγγλικά κεφάλαια και συμμετοχή της Εθνικής) την Hellenic Corporation Ltd, έναν νέο οργανισμό συγκρότησης και ενίσχυσης της κεφαλαιαγοράς. Τον ρόλο της βιομηχανικής πίστης και την ανάγκη δημιουργίας ισχυρών επιτελείων και ικανών μηχανισμών εξυπηρετήσεών της διείδε ταχέως και με επαναστατικό για τις τότε τραπεζικές συνήθειες τρόπο έθεσε τις βάσεις μιας νέας οργάνωσης. Πρωτοετής της Νομικής, ενώ ήδη εργαζόταν στην Εθνική της Λαμίας Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Ενώ μέσα στη δεκαετία 1930-40 η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 80%, οι βιομηχανικές χορηγήσεις της Εθνικής αυξήθηκαν κατά 336% του συνόλου των δανείων του 1928 και τελικά ανήλθαν στο 62% των συνολικών δανείων του 1940. Η κεφαλαιαγορά και η βιομηχανική πίστη δεν ανέκοψαν τις προσπάθειές του και προς τους παλιούς τομείς δραστηριότητας της Τράπεζας. Η γενικότερη προσπάθεια της χώρας για ανάπτυξη της οικονομίας της βοηθήθηκε αποφασιστικά από την τραπεζική πολιτική του Ιω. Δροσοπούλου. Η νέα Εθνική με τεράστια κεφάλαια και κύρος, απαλλαγμένη από τον ρόλο του χρηματοδότη του κράτους, και τις μακροχρόνιες χρηματοδοτήσεις του αγροτικού και του κτηματικού τομέα, επιδόθηκε σε μια μεγάλη προσπάθεια και έγινε τελικά ο μοναδικός ρυθμιστής της αναπτυσσόμενης ελληνικής χρηματαγοράς και κεφαλαιαγοράς. Έτσι η Εθνική με διοικητή τον Ιω. Δροσόπουλο ήλεγχε το 1939 το πλείστον της ελληνικής χρηματαγοράς (στις καταθέσεις το 74% του συνόλου και στις χορηγήσεις το 70% του συνόλου).

     

    Πηγή:bussiness voice 

Συνολικές προβολές σελίδας
258.461