Blog

  • Γεώργιος και Ευθυμία Μπερτσιά

     Γεώργιος και Ευθυμία Μπερτσιά

  • Στους κορυφαίους επιστήμονες του κόσμου ο Καθηγητής Χρήστος Φλώρος με καταγωγή από τον Κόκκινο

     

    Κατατάσσεται στους κορυφαίους 50 του κόσμου, σύμφωνα με το ScholarGPS

    Ο Καθηγητής του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου Χρήστος Φλώρος κατατάσσεται στους κορυφαίους επιστήμονες του κόσμου στην ειδικότητα της Χρηματοοικονομικής (Stock Market), σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση του ScholarGPS (https://scholargps.com/).

    Συγκεκριμένα, ο Καθηγητής Χρήστος Φλώρος βρίσκεται στη θέση 45 στον κόσμο και κατατάσσεται στο κορυφαίο 0,2% των ακαδημαϊκών και ερευνητών παγκοσμίως για το 2024. Το ScholarGPS αναγνωρίζει τους κορυφαίους επιστήμονες σε διάφορους επιστημονικούς κλάδους και ειδικότητες, και τους κατατάσσει με κριτήρια ακαδημαϊκής και ερευνητικής αριστείας όπως είναι το ιστορικό δημοσιεύσεων, ο αντίκτυπος του έργου τους και η ποιότητα των ακαδημαϊκών τους συνεισφορών.

    Αυτή είναι άλλη μια σημαντική διάκριση για τον Καθηγητή Χρήστο Φλώρο, που καταδεικνύει για άλλη μια φορά το υψηλής ποιότητας και αναγνώρισης ερευνητικό έργο του στο πεδίο της χρηματοοικονομικής επιστήμης. O Δρ. Χρήστος Φλώρος είναι Καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου (ΕΛΜΕΠΑ) στο Ηράκλειο και μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του Πανεπιστημίου. Είναι Διευθυντής του Ερευνητικού Εργαστηρίου στη Λογιστική και Χρηματοοικονομική Διοίκηση (LAFIM), και Διευθυντής των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων του Τμήματος (ΔΠΜΣ στη Λογιστική και Ελεγκτική/ΠΜΣ στη Χρηματοοικονομική Διοίκηση). Επίσης, είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου Οικονομικής Ανάλυσης, Επιχειρηματικότητας και Τουρισμού του Πανεπιστημιακού Κέντρου Έρευνας και Καινοτομίας του ΕΛΜΕΠΑ.

    Τα κύρια ερευνητικά ενδιαφέροντα του Καθηγητή Χρήστου Φλώρου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, θέματα χρηματοοικονομικής ανάλυσης αγορών και επιχειρήσεων και διαχείρισης χρηματοοικονομικών κινδύνων. Το ερευνητικό του έργο διακρίνεται από τον υψηλό αριθμό h-index (Google scholar h-index: 42) και των ετεροαναφορών (Google Scholar citations: 6600).

    Η νέα σπουδαία διάκριση του Καθηγητή κ. Χρήστου Φλώρου είναι μια ακόμα απόδειξη του υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης και έρευνας που παρέχει το Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, το οποίο έχει πιστοποιηθεί με Άριστα από την Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (https://accfin.hmu.gr/).

  •  

  •  

  • Αποχαιρετισμός ….

    ΕΥΘΥΜΙΑ  Γ. ΜΠΕΡΤΣΙΑ 1930-2025

    Η Ευθυμία γεννήθηκε το 1930, ο πατέρα της ήταν ο Νικόλαος Κοράκης και η μητέρα της η Βασιλική το γένος Καραδήμα. Οι γονείς της απέκτησαν 10 παιδιά και επέζησαν μόνο δύο ο Γεώργιος και η Ευθυμία. Η παιδική θνησιμότητα εκείνες  τις εποχές ήταν η μεγάλη μάστιγα… Η Ευθυμία, όπως άλλωστε όλα τα παιδιά της γενιάς της έζησε σε ταραχώδη χρόνια, κακουχίες, πόλεμοι, φτώχια ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά των χρόνων εκείνων…Η Ευθυμία πάλεψε σκληρά και κατάφερνε να ξεπερνά όλα τα εμπόδια. Παντρεύτηκε τον Γιώργο Μπερτσιά  και έφτιαξαν την οικογένεια τους στο σπιτικό τους που ήταν  στο κάμπο του Λουτσόβου στην θέαση Μαρμαράκι που σήμερα είναι θαμμένο στα νερά της λίμνης του Μόρνου. Η ζωή δύσκολη, οι αγροτικές και κτηνοτροφικές δουλειές πολλές και κοπιώδεις αλλά η Ευθυμία μαζί με τον σύζυγό της και τα πεθερικά της πάλεψε σκληρά και τα κατάφερε. Μεγάλωσε την οικογένεια της, σπούδασε τα παιδιά της και  κατάφερε με την δουλειά της και την συμπεριφορά της να θεωρείται από τις πιο προκομμένες γυναίκες του χωριού ..

    Η κατασκευή της λίμνης ανάγκασε την οικογένεια το 1972 να μεταναστεύσει στην Αθήνα όπου ένας καινούργιος αγώνας επιβίωσης ξαναξεκίνησε …Η Ευθυμία πάλι στις επάλξεις για να βοηθήσει να στηθεί το νέο σπιτικό της οικογένειας στην Πετρούπολη. Με πολύ δουλειά και με απέραντη αγάπη για την οικογένεια της, τα κατάφερε… Είχε την χαρά να δει τα παιδιά της ευτυχισμένα,  να γνωρίσει και να ζήσει αγαπημένα με τις νύφες, τους γαμπρούς, τα εγγόνια και δισέγγονα της!! 

    Σήμερα γαλήνια και γεμάτη από την ζωή αποφάσισε να πετάξει η ψυχή της στον Παραδείσι …

    Σε ευχαριστούμε Μάνα για όλα ..

    Καλό κατευόδιο..



    Στη μνήμη της το πιο κάτω διήγημα :

    15. Η κατάρα της μητρός μου
    Απόγευμα Παρασκευής, οχτώ μέρες πριν το τελείωμα του Σεπτέμβρη του 1972, ανήμερα της φθινοπωρινής ισημερίας, που η νύχτα και η μέρα ισομεριάζουν, και στο σπιτικό μας, στην κοιλάδα του Μόρνου, επικρατεί μεγάλη αναστάτωση.

    Είμαστε στις τελευταίες ώρες πριν την οριστική φυγή. Τα περισσότερα πράγματα έχουν μαζευτεί, έχουν χωριστεί σε δυο ομάδες, αυτά που θα πέρναμε μαζί μας στην Αθήνα και τα υπόλοιπα, που θα μεταφέραμε πάνω στο χωριό. Είμαστε όλοι εκεί και βοηθάμε, ξαφνικά ακούγεται μια φωνή από το δρόμο να καλεί τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν ανεβασμένος στο πατάρι για να κατεβάσει κάποια πράγματα και βγήκα εγώ να δω ποιος είναι. Βγαίνοντας στην αυλή αντικρίζω ένα άγνωστο άνδρα που με ρωτά:

    «Είναι εδώ ο πατέρας σου;»

    Πριν προλάβω να απαντήσω εμφανίστηκε ο πατέρας μου και τον καλωσόρισε.

    Ήταν ο Γιάννης ο Πεντεορίτης, από ένα χωριό κοντά στο Γαλαξίδι, που είχε συνεννοηθεί με τον πατέρα μου να αγοράσει το άλογο, την αγαπημένη μας φοράδα, την Κούλα. Την Κούλα την είχαν αγοράσει από το επαχτίτικο παζάρι πριν 18 χρόνια, την χρονιά που γεννήθηκα κι εγώ, και μάλιστα σχεδόν την ίδια ημερομηνία, είμαστε δηλαδή συνομήλικοι. Η Κούλα εκείνη την στιγμή έβοσκε στις σιτοκαλαμιές ακριβώς κάτω από την αυλή. Με το άκουσμα ότι τη φοράδα θα την πάρει ο ξένος, όλη η οικογένεια συγκεντρωθήκαμε στην αυλή. Η μάνα μου πήγε και της φόρεσε το σαμάρι και τραβώντας από το καπίστρι την έφερε μπροστά μας. Λες και ήταν άνθρωπος, τη σύστησε με επισημότητα στο νέο της αφεντικό και άρχισε να λέει στο κύριο Γιάννη τα προσόντα της Κούλας. Πόσο εργατική ήταν, πόσο συνεργάσιμη με το ταίρι της στα οργώματα, με πόση άνεση μετέφερε τα φορτία, πόσο γρήγορο ζώο είναι και άλλες αρετές της που δεν θυμάμαι. Τελειώνοντας με τα καλά συμβούλεψε τον κύριο Γιάννη να την προσέχει, ειδικά όταν υπάρχουν μικρά παιδιά, γιατί σαν θηλυκό είναι και λίγο ζηλιάρα και μπορεί να τα δαγκώσει.

    Μετά της χάιδεψε το κεφάλι της και με δάκρυα την αποχαιρέτησε λέγοντας πως δεν φταίει αυτή, αλλά η κακιά η λίμνη που σε λίγο θα τους διώξει όλους και θα σκεπάσει τα πάντα. Η μάνα είχε την πιο στενή συνεργασία όλα αυτά τα χρόνια με το ζώο και το ένιωθε σαν παιδί της. Τα τελευταία δέκα χρόνια, που ο πατέρας μου δούλευε σε διαφορά δημόσια τεχνικά έργα, αυτή είχε την φροντίδα των χωραφιών, από το δύσκολο έργο του οργώματος και της σποράς μέχρι τον θερισμό και το αλώνισμα. Σε αυτό το επίπονο έργο που συνήθως ήταν δουλειά των ανδρών είχε την άμεση βοήθεια της Κούλας και ενός μεγαλόσωμου μουλαριού, που ήταν δωρεά της Αμερικής στο πλαίσιο του σχεδίου Μάρσαλ. Αυ- τό το σκληροτράχηλο μουλάρι, –δεν θυμάμαι πως το φωνάζαμε–, είχε ψοφήσει πριν ένα χρόνο από γερατειά, αφού είχε οργώσει μαζί με την Κούλα με σιδερένιο άροτρο ή με ξύλινο αλέτρι δεκάδες στρέμματα πάνω από είκοσι χρόνια. Το κουφάρι του το είχαμε μεταφέρει στην ποταμιά, όπου αυτά τα κακάσχημα και μεγαλόσωμα όρνια που όρμησαν από τις κορφές των Βαρδουσίων το αποτελείωσαν.

    Η αγροτική δουλειά εκείνα τα χρόνια με τα παραδοσιακά μέσα ήταν πολύ σκληρή και για τους ανθρώπους και για τα ζώα. Απαιτούσε, εκτός του μεγάλου κόπου, ιδιαίτερη επιμονή και μαεστρία για τον άριστο συντονισμό και την υπακοή των ζώων στα κελεύσματα του αγρότη ώστε να παραχθεί το ζητούμενο έργο.

    Αυτή τη δουλειά για πολλά χρόνια την έκανε η κυρία Ευθυμία, η μάνα μου, μόνη της. Πόσες φορές δεν την είχα ακούσει, όταν είχε υπερβεί τα όριά της, να καταριέται αγανακτισμένη τα χωράφια που όργωνε με την φράση:

    «Κακή λίμνη δεν θα γίνει… να τα πάρει να ησυχάσουμε…»

    Και αυτά τα έλεγε πριν από πολλά χρόνια και πριν ακόμη να έχει ακουστεί κάτι για κατασκευή λίμνης.

    Τέτοιες φράσεις εκστόμιζαν και άλλες γυναίκες που δούλευαν σκληρά στα χωράφια τους και οι απολαβές των κόπων τους ήσαν τόσο μικρές, που τις έφερνε σε κατάσταση απελπισίας, ειδικά σε χρονιές με κακές καιρικές συνθήκες.

    Να που η κατάρα της μάνας έπιασε, σκεφτόμουν, άλλο αν η ίδια ήθελε μάλλον να το ξεχάσει…

    Ήμασταν όλοι σε κακή ψυχολογική κατάσταση γιατί είχαμε δεθεί με το ζώο. Ο κύριος Γιάννης προσπάθησε να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα μιλώντας στην Κούλα για τον εαυτό του και πόσο πολύ αγαπά τα ζώα κι ότι θα περνά καλύτερα μαζί του μιας και έχει πολύ λίγα αγροκτήματα και μάλιστα φυτεμένα με ελιές, που δεν απαιτούν κουραστικές δουλειές για το άλογο. Γυρνώντας προς την μεριά μας, λέει:

    «Σας καταλαβαίνω, κι εγώ στενοχωριέμαι όταν αποχωρίζουμε τα ζώα μου, τα έχω σαν τα παιδιά μου, όποτε θέλετε να έρχεστε στο χωριό μου να τη βλέπετε τη φο- ράδα.»

    «Κάποια στιγμή θα έρθουμε, είναι στο χωριό σου παντρεμένη και η θειά μου η Όλγα με το χωριανό σου το μπάρμπα Δήμο», του απαντά η μάνα μου.

    «Ναι, ναι, το είχα ξεχάσει πως η κυρά Όλγα είναι από το Λούτσοβο.»

    «Είναι αδελφή του πατέρα μου.»

    «Αγαπημένο ζευγάρι, καλοί άνθρωποι, τους αγαπά όλο το χωριό. Αν τους είχε δώσει κι ο θεός ένα παιδάκι… τέλος πάντων, αυτά είναι τυχερά πράγματα.»

    Ο παππούς, που δεν είχε μιλήσει μέχρι τώρα, πλησίασε το ζώο, του χάιδεψε την χαίτη και κοιτώντας προς εμάς λέει: «Τυχερή είναι η Κούλα, σε καλά χέρια θα πέσει, ο Γιάννης φαίνεται πολύ καλός άνθρωπος.» Και συνεχίζει: «Θυμάσαι Γιώργο, τότε στην Ναύπακτο, στο παζάρι, ήταν μια βδομάδα μετά την γέννηση του Κώστα, που εσύ διάλεξες αυτό το ζώο, εγώ ήθελα να πάρουμε αρσενικό αλλά εσύ επέμενες και φαίνεται πως έπραξες άριστα, πολύ καλή φοράδα. Γιάννη, θα μείνεις πολύ ευχαριστημένος, με την καρδιά μας σου την δίνουμε… καλορίζικη!».

    «Καλορίζικη, καλορίζικη!!!» ακούστηκε μια φωνή από όλους μας.

    Οι παλιοί άνθρωποι, όταν πωλούσαν κάτι έπρεπε να το δώσουν με την καρδιά τους, διαφορετικά πίστευαν ότι τη συναλλαγή θα συνόδευε η γρουσουζιά. Γι αυτό οι αγοραστές, αν διαισθάνονταν ότι δεν υπήρχε καλή διάθεση συνήθως χάλαγαν την συμφωνία.

    Η παρέμβαση του παππού ήταν καταλυτική προς άπαντας.

    Ο Γιάννης ο Πεντεορίτης καβάλησε τη φοράδα, αφού πρώτα μας ευχαρίστησε και μας υπενθύμισε να μην ξεχάσουμε τη θεία μας τη Όλγα και την Κούλα και να επισκεφτούμε το χωριό του, όπου με χαρά θα μας φιλοξενήσει.

    Παρακολουθούσαμε αμίλητοι τον Γιάννη με την φοράδα να απομακρύνονται προς την πλευρά του Στενού. Δεν είχαν διανύσει ούτε διακόσια μέτρα όταν το άλογο κάνει απότομα στροφή 180 μοίρες, σηκώνει τα μπροστινά του πόδια και, κοιτάζοντας προς την δική μας πλευρά, άρχισε να χλιμιντρίζει έντονα ενώ ο Γιάννης με δυσκολία προσπαθούσε να το επαναφέρει στην πορεία του.

    Αυτό το χλιμίντρισμα ήταν το τελευταίο ακουστικό αποτύπωμα της Κούλας, που έμεινε άσβεστο στην μνήμη μου παρόλο που έχουν περάσει τόσες δεκαετίες…

    Η κόρνα του φορτηγού που είχε σταματήσει στον δημόσιο δρόμο μας επανέφερε στην πραγματικότητα. «Ο Θύμιος είναι», λέει ο πατέρας μου, «πάω να συνεννοηθούμε τι ώρα θα έλθει το πρωί να φορτώσουμε.» Ο Θύμιος ο Καραγιάννης, φίλος του πατέρα μου και ξάδελφος της μάνας μου, είχε φορτηγό και προσφέρθηκε να μας μεταφέρει στην Αθήνα…

    Απόσπασμα από το βιβλίο του Κ ΜΠΕΡΤΣΙΑ : θαμμένα όνειρα, ζωντανές, αναμνήσεις


  • Εκλεκτοί Λουτσοβιώτες!

     

    Εκλεκτοί Λουτσοβιώτες!

  • ΟΖΟΛΕΣ ΛΟΚΡΟΙ: Ανάμεσα στην ιστορία και το θρύλο

    ΟΖΟΛΕΣ ΛΟΚΡΟΙ

    Του Γιώργου Ευθ. Καψάλη

    Από το «Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο 1966»

     

    Το μεγαλύτερο κομμάτι της χώρας που σήμερα λέμε Δωρίδα, αιώνες πριν την γέννηση του Χριστού, ήταν γνωστό σαν τόπος που μέναν οι Εσπέριοι ή Οζόλες Λοκροί. Τα όρια της Λοκρίδας, άρχιζαν απ’ την πεδιάδα τής Κρίσσας, γέρναν πίσω απ’ τις Καρούτες και συναντιώνταν στη Βελά με τα Αιτωλικά σύνορα, κι από κει, χαμηλά, κάτω απ’ τα βουνά της Καρδάρας και των Γκουμαίων, σβήναν λίγο πιο πέρα απ’ τη Ναύπακτο, κάπου κοντά στ’ Αντίρριο. Και όσο μεν για τους Εσπέριους Λοκρούς το πράγμα είναι ολοφάνερο. Είπαν έτσι τους Λοκρούς του Κορινθιακού, που βρίσκονταν προς τα δυτικά για να τους ξεχωρίσουν απ’ τους άλλους, όσους ζούσαν προς την Εὔβοια, ανατολικά, τους Επικνημίδιους.

    Το Οζόλαι, όμως, είναι δύσκολο, να αιτιολογηθή. Όσοι καταπιάστηκαν στο να βρουν τη ρίζα, δεν κάναν τίποτ’ άλλο απ’ το να μπλέξουν την υπόθεση, χωρίς να φτάσουν σ’ αποτέλεσμα. Οι Ηρακλείδες – Δωριείς, τον καιρό που ζούσαν στην Ήπειρο, διωγμένοι απ’ τους Αχαιούς, δέχτηκαν πολλά Ιλλυρικά στοιχεία, κι όταν, αργότερα, πήραν το δρόμο της επιστροφής στην παλιά τους γη, στη λεγόμενη «κάθοδο», σπείραν απ’ όπου πέρναγαν τα καινούργια γλωσσικά τους κατασκευάσματα. Βάλαν και το Οζόλαι. Αναίτια; Τυχαία; Βέβαια, όχι. Το τι ακριβώς όμως σήμαινε στην ίσως και κακομεταδομένη βορειοηπειρώτικη διάλεχτο, δεν μπορούμε να μάθουμε. Μάλλον πρόκειται για ονομασία λαού – Δωρικού; – π’ όταν ήρθαν οι Λοκροί άποικοι, μπλέχτηκε μ’ αυτούς και γίνηκε ένα νέο κράμα, περνώντας στην ιστορία ζευγαρωμένος μαζί τους. Αυτή είναι η μάλλον λογική άποψη.

    Άλλο η μυθολογία.  Αλλοιώς τα βλέπει, τα λέει. Μπλέχτρα αλήθειας και φαντασίας, βάζει κι εδώ τα χαριτωμένα της κι έχει να μας πη πολλά, προσπαθώντας σ’ όλα να δικαιολογήση πράγματα ανεξήγητα, μεταπλασμένα σε χίλιες δυο ιδέες. Ο Παυσανίας στα «Φωκικά» του μας μεταφέρει τα κυριώτερα από κείνα που κυκλοφορούσαν στην εποχή του.

    Σ’ αυτόν μαθαίνουμε πως, ο γιος ενός Δευκαλίωνα, σίγουρα όχι του γνωστού απ’ τον κατακλυσμό, λεγόταν Ορεσθέας και βασίλευε δω πέρα. Μεγάλος άρχοντας, με βιός, είχε και μια σκύλα που κάποτε ξεχώρισε απ’ τ’ άλλα όμοια τετράποδα, γιατί, σαν ήρθε η ώρα να γεννήση, αντί για κουταβάκια, του παρουσίασε ένα ξύλο. Ο άνθρωπος τάχασε και τ’ αλλόκοτο φκιασίδι, τόχωσε βαθειά στη γης, θαρρώντας το κακό οιωνό, σημάδι άσχημο. Ό,τι είναι γραφτό όμως…

    Μετά από λίγο, σαν έφτασε ανθοφορεμένη η άνοιξη, απ’ τη θαμμένη βέργα, πετάχτηκε κληματαριά. Πάλι το πήρε για «κρυπτογραφημένο μήνυμα» των θεών που σώνει και καλά κάτι θέλαν να του πουν, έβαλε τη σοφία του κάτω και βρήκε πως, απ’ τους «Όζους», τους ρόζους, τους κόμπους, που βγήκαν τα φύλλα, έπρεπε να ονοματήση το λαό του και τόκανε. Έτσι, γίναν οι Οζόλαι.

    Δεύτερος μύθος, κι ο πιο ωραίος, είναι ο σχετικός με το Νέσσο. Ο Νέσσος, ήταν ένας από τους Κένταυρους, μισός άλογο μισός άνθρωπος, πούχαν φύγει απ’ το Πήλιο. Όταν ο μακελλάρης Ηρακλής ξεπάστρεψε τους ομοφύλους του στο άντρο του Φόλου, αυτός κατώρθωσε να γλυτώση. Ταλαιπωρημένος, ήρθε στις όχθες του Εύηνου, έφκιαξε μια καλύβα και ζούσε. Βοηθώντας τους ταξιδιώτες να περνάν το ποτάμι με σχεδία, έβγαζε το ψωμάκι του. Κάποτε – βουνό με βουνό δε σμίγει – σ’ αυτόν κατέφυγε κι ο Ηρακλής για να διαβή αντίπερα με τη σύζυγό του, την Αιτωλή Δηιάνειρα. Μ’ όλο το παλιό μίσος, ο πονηρός Κένταυρος δεν τ’ αρνήθηκε. Αυτός με την γυναίκα, πάνω στο πλεούμενο κι ο Ηρακλής κολυμπώντας, ξεκίνησαν.

    Σαν έφτασε, όμως, στη μέση στο ποτάμι, ο βαρκάρης το βρήκε ευκολο να επιτεθή στο ταίρι του ημίθεου. Κείνη, έβαλε τις φωνές, κι ο Ηρακλής, ακούγοντάς την απ’ τη στεριά, πούχε κιόλας φτάσει, σημάδεψε με το τόξο και κάρφωσε το βέλος στην καρδιά του Νέσσου. Παρ’  όλο το σοβαρό τραύμα, ο αλογάνθρωπος δεν πέθανε αμέσως· τόβαλε στα πόδια και, βάφοντας το δρόμο κόκκινο απ’ το αίμα, προσπάθησε να γλυτώση.

    Ο Ήρωας τον κυνήγησε για λίγο, αλλά ύστερα, τον άφησε, μια κι όπως κατάλαβε, οι ώρες του λαβωμένου μετριόντουσαν στα δάχτυλα. Ο Νέσσος έφτασε στον Ταφιασσό λόφο, τον στολισμένο με τάφους κι άλλων δικών του, έβαλε ό,τι βοτάνια γνώριζε στην πληγή, αλλά το κακό ήταν μεγάλο κι αγιάτρευτο, κι έτσι ολομόναχος, χωρίς συντροφιά, χωρίς βοήθεια, παράδωσε την ψυχή στον πατέρα των θεών και ανθρώπων, το Δία. Το κουφάρι του, έμεινε εκτεθημένο και «… από της σηπεδόνος φασί το υπό τη ρίζη του λόφου προερχόμενον δυσώδες και θρόμβους έχων ύδωρ ρειν δια δε τούτο, και Οζόλας καλείσθαι το έθνος», όπως μας λέει ο Στράβωνας. Τόσο ο Παυσανίας όσο και οι άλλοι λένε πως το ποτάμι βρώμαγε κι έβγαζε θρόμβους (αίμα). Τούτο, το αποδίδουν, με τη φαντασία την ποιητική, στο Νέσσο, πούμεινε και σάπισε. Γεννιέται όμως η απορία μήπως όλα αυτά γίναν για να ερμηνευτή το αιμάτινο χρώμα, λόγω του είδους του εδάφους, πούχουν τα νερά του Κόκκινου, όταν «κατεβάζη» και σέρνει ό,τι βρεθή στο δρόμο του. Τούτο, το ενισχύει κι ο λόγος του παλιού Έπαρχου Δωρίδας, Καλαμίδα, ο οποίος στα 1835, πήγε στην Αρτοτίνα και κει, κοντά στη Γονυκλισσιά, βρήκε αρχαία, σε καλή κατάσταση, που μοιάζαν με τις περιγραφές για το μνήμα του Κένταυρου. Είναι, ασφαλώς, μια σκέψη που παρουσιάζει πολλά κενά, πάντως, μοιάζει τουλάχιστον αληθοφανής γιατί καλύπτει δυο-τρία πράματα εκτός απ’ την οσμή που βέβαια δε θα υπήρχε, αλλά τη βάλαν σα συνέχεια στο χρώμα των νερών και στις βρωμιές που κατέβαζε, για να δικαιολογήσουν τ’ όνομα Οζόλαι.

    Άλλος μύθος, ξανά με το υγρό στοιχείο κι αυτός, μας υποχρεώνει να επιμείνουμε στα παραπάνω. Λέει πως εκεί το ποτάμι έμοιαζε αλλόκοτο, μ’ αναθυμιάσεις και χρώματα μυστήρια. Εκείνος πάλι που πιθανόν να φτάνη στην αλήθεια, με επιφύλαξη ωστόσο στο ότι οι Οζόλαι έχουν σχέση με τη βρώμα, είναι κείνος που μιλάει για τους πρώτους κατοίκους τής περιφερείας.

    Οι αυτόχθονες αυτοί κάτοικοι ζούσαν σχεδόν σε άγρια κατάσταση, χωμένοι μέσα σε σπηλιές. Ήσαν κυνηγοί με πρωτόγονα όπλα και τρώγαν ό,τι έπιανε το χέρι τους εύκολα, δίχως να καλλιεργούν ή να κάνουν άλλες δουλειές που φανερώνουν πολιτισμό. τα τομάρια απ’ τ’ αγρίμια που σκότωναν, χωρίς να τα επεξεργαστούν, καθόλου, τα φόραγαν για ρούχα, μια και δεν ξέραν και να υφαίνουν. Κι από δω, λέει, πήραν τ’ όνομα.

    Απ’ τα φορέματα αυτά, τ’ άπλυτα, τ’ ακατέργαστα, με τα λίπη και τα σαπισμένα κομμάτια κρέας πάνω τους, έβγαινε βρώμα δυνατή την οποία συνήθιζαν. Πολλοί βγάζαν το μαλλιαρό μέρος του τομαριού απ’ έξω κι έτσι κόλλαγαν πάνω άχρηστα και βρώμικα πράματα και το κακό γινόταν μεγαλύτερο.

     Από τούτη την αβάσταγη οσμή, οι άσπονδοι φίλοι τους, οι Φωκείς, τους είπαν, ειρωνικά, Οζολούς.

    Άλλοι, επίσης, λένε πως τ’ όνομα το χρωστάνε στ’ άφθονο σπερδούκλι, που φυτρώνει στην περιοχή και που, όταν είναι ανθισμένο, μυρίζει πολύ. Αλλά, τόσο πολύ βρώμαγε ο τόπος; Το σπερδούκλι (ασφόδελος) κι η μολόχα, ωστόσο ήταν φαΐ σπουδαίο στους φτωχούς κι άπορους λαούς. «Τη Ελλάδι πενίη μεν αείποτε σύντροφος εστί», λέει ο Ηρόδοτος, ενώ το σπερδούκλι και τη μολόχα ο Ησίοδος τα θεωρεί «μεγ ̓ όνειαρ».

    Μήπως λοιπόν οι Φωκείς τους βγάλαν έτσι, υποδηλώνοντας, με τη μυρουδιά, τη φτώχεια τους, τον άγονο τόπο; Άλλοι ωστόσο ισχυρίζονται ότι η ονομασία προέρχεται από τις θειούχες πηγές που υπήρχαν κοντά στο Αντίρριο.

    Πάντως μ’ όλους αυτούς τους μύθους, τις διηγήσεις και τις απόψεις δε βγαίνει τίποτα σχεδόν το ουσιαστικό, μια και είναι σίγουρο, πως το βάφτισμα έγινε στα βάθη των αιώνων, κι έχει ιστορία πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια. Για να φτάσουμε επομένως στην πραγματική ερμηνεία χρειάζεται μια επισταμένη και πλατειά έρευνα όλων των μυθολογικών, ιστορικών και γλωσσολογικών στοιχείων που αναφέρονται στη Λοκρίδα. Μέσα από την έρευνα αυτή είναι σίγουρο πως θα βγει κάτι το πολύπλευρα διαφωτιστικό για τους Οζόλες Λοκρούς.

  • ο Αριστείδης Κολοκυθάς με την σύζυγο του στου Μπαιρακτάρη

     

    ο Αριστείδης Κολοκυθάς με την σύζυγο του στου Μπαιρακτάρη

  • ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ στο Λιδωρίκι

    AΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΚΑΙ «ΑΓΡΙΜΙΑ» ΜΑΘΗΤΕΣ

    ΤΑ ΑΛΩΝΙΑ ΤΟΥ ΨΑΛΛΑ ΦΡΑΓΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΟΔΟ!

    Του Αλέκου Κωστάκη

    Από την Εφημερίδα «Λιδωρίκι» – τεύχη 6-7-8 – Μάιος-Ιούνιος-Ιούλιος 1982

    (Αντιγραφή από το fb ανάρτηση του Θύμιου Καψάλη)



    Η σκέψη στρέφεται πάντα με σεβασμό στους προπολεμικούς δάσκαλους του χωριού μας. Τους απλούς εκείνους ανθρώπους, που έπαιρναν «αγρίμια» και σωστά λυκόπουλα, ξυπόλητα και πεινασμένα, και τα ’φτιάναν «ανθρώπους».

    Δεν είχαν βγάλει Ακαδημίες και Ανώτερες Σχολές. Ήξεραν όμως να διαπλάθουν ανθρώπους σωστούς και το απόδειξαν στην πράξη.

    Το ήθος τους; ανεπίληπτο. Οι κοινωνικές τους σχέσεις; Άριστες. Και σ’ αυτούς και στις οικογένειές τους δεν θα βρεις πουθενά ψεγάδι. Το μόνο που μπορείς να τους καταλογίσεις, είναι μια κάποια σκληρότητα, αλλά κι αυτή, αν λάβουμε υπόψη μας τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στο χωριό μας και το έμψυχο υλικό, που ήταν βαθειά επηρεασμένο από το ηρωικό και μαχητικό πνεύμα των νικηφόρων πολέμων του 12-13, των οποίων ο απόηχος δεν είχε σβήσει ακόμα στην ορεινή μας περιοχή, τότε θα τη δικαιολογήσεις πολύ.

    Στρατιές ολόκληρες επιστημόνων έβγαλαν οι άνθρωποι αυτοί κι απέδωσαν και ο Κάγκαλος και ο Σφέτσος και ο Μίχος με την Κοντολάτου, έργο σημαντικό. Λίγος τότε ο μισθός, ανύπαρκτα τα μέσα (καλά που βρέθηκε κι ο Συγγρός και βόλεψε, εν μέρει, τις στεγαστικές ανάγκες του σχολειού μας) και δουλειά από το πρωί ως το μεσημέρι κι από τ’ απόγευμα ως το βράδυ. Και ούτε πενθήμερα, ούτε δέκατοι τρίτοι μισθοί και τα «κρυφά της μάνας».

    Και να παιδεύεσαι όχι να εκπαιδεύσεις, αλλά να ημερώσεις, να καθυποτάξεις τους ανυπόταχτους, να «στρώσεις στο ζυγό» παιδιά, σα μερικά Βαρσιωτάκια, που λιγάκι αν έκανες πως τα «τσίγκλαγες», τράβαγαν τον Κολοκοτρωνέικο σουγιά – σαν τον Αντρέα, το φίλο μου το Νιανιάρα, με την κακομοίρα τη Φακίτσα – ή τον αδελφό μου το Γιώργο με την Κοντολάτου, που τη δάγκωσε στο χέρι και πήδησε τρία μέτρα από το μπαλκόνι στον κήπο της Κοράκαινας!!!

    Που να ’βρισκες άκρη με τους Βαρσιώτες, Αυτοί, όταν κατηφόριζαν για το Σχολείο, ήταν συμφορά. Έρχονταν ομαδικά, έχοντας για «γκεσέμι» τους τον Κοραή (Θύμιο Πέτρου) οι παλιότεροι, και τον Ταλτόγιαννο οι νεώτεροι. Με τις βλαχόκαλτσές του και το κοντοβράκι του ο Γιάννης, ξυπόλυτος ολοχρονίς, μάζευε γύρω του, σαν την κλώσσα, όλα τα παιδιά του Βαρουσιού και τα ’κανε όπως ήθελε, πλην του Κοντοκρά.

    Όταν κατέβαινε αλαλάζοντας το Βαρουσιώτικο λεφούσι, έκλαιγαν κήποι κήποι και «γιούρτια».

    Τότε το κράτος ήταν φτωχό και δεν περίσσευαν κονδύλια για τη σχολική θέρμανση. Το πολύ ν’ αγόραζε καμιά σόμπα ξύλων. Που ξέρανε τότε καλοριφέρ, πετρέλαια και τέτοια. Σόμπα ξύλου υπήρχε μονάχα και τα ξύλα τα φέρναμε εμείς τα παιδιά, καθένα κι από ’να ξύλο την ημέρα. Τα κάπως ημερότερα παιδιά, κόβαμε ένα ξύλο, ίσια που να χωράει στη σόμπα, ή παίρναμε ένα αμπελίσιο κουρβούλι κι ήμασταν εντάξει. Μερικοί πατεράδες (της… πλουτοκρατίας να πούμε) για να μη κουράζονται οι «κανακάρηδές» τους, κουβαλώντας κάθε μέρα ξύλο, αγόραζαν, με δέκα ή δεκαπέντε δραχμές, ένα φόρτωμα ξύλα από τους Σωταινιώτες και το ’στελναν στο Σχολείο και βγάζανε την υποχρέωση, δημιουργώντας όμως έτσι – άθελά τους – έναν ψυχολογικό διαχωρισμό ανάμεσα στα παιδιά τους και στ’ άλλα παιδιά, που τα ’βλεπαν με περιφρόνηση.

    Οι Βαρσιώτες, όμως, το ’χαν λύσει κάπως διαφορετικά. Δεν είχαν αφήσει παλούκι για παλούκι ελάτινο στα γιούρια τα ξένα. Τα ’βαζαν ανάμεσα σε δυο λιθάρια και τα ’σπαγαν με μια βαριά πέτρα και το μοιράζονταν στα τρία ή στα τέσσερα. Τα γιούρτια της Κρυστάλλως, της Φανιώς και της Σούλιαινας είχαν «βογγήξει».

    Κι ερχόταν ένα τέτοιο παιδί στο μάθημα. Κι από πάνω θεονήστικο και ψειριασμένο. Που δεν είχε τετράδιο, δεν είχε μολύβι, δεν είχε πλάκα και κοντύλι. Εκείνη η μαγκούφα η πλάκα, με το παραμικρό έσπαγε κι οι πατεράδες δεν μας αγόραζαν άλλη. Μια κλωτσιά να ’τρωγε η «μαρούδα» από κάποιον στο παιχνίδι και η πλάκα γινόταν χίλια κομμάτια. Ή, όπως η μαρούδα ήταν αφημένη καταγής, κάποιος περνούσε από πάνω της κι έσπαγε την πλάκα. Πως ν’ αντιμετωπίσεις, λοιπόν, ένα τέτοιο παιδί; Όταν ξέρεις, είσαι συγχωριανός, πατέρας και συ; Με το καλό ή με το άγριο;

    Χίλια δυο εμπόδια είχαν οι ήρωες εκείνοι ν’ αντιμετωπίσουν. Ακόμα και τ’ αλώνια, (όπως του Ζώη, του Ψαλλά και του Τάλτα) πήγαιναν κόντρα στο έργο τους. Μη σας φανεί παράξενο αν πω ότι του Τάλτα τ’ Αλώνι στάθηκε ανασταλτικός παράγοντας στη μόρφωση του Βαρουσιού. Να το πιστέψετε, γιατί είναι αλήθεια.

    Τα Βαρσιωτάκια, μόλις σκόλαγε το μάθημα, με τον Ταλτόγιαννο μπροστά, ξεπέζευαν στ’ αλώνι του. Εκεί άφηναν κάτω τις μαρούδες τους, ξέχειλες από… μόρφωση, κι άρχιζαν την «τσιλίκα» και τη «γουρούνα», ώσπου να βγουν τ’ αστέρια. Να πήγαιναν στα σπίτια και να γράψουν ή να διαβάσουν; Αφού στα σπίτια δεν ήταν κανένας. Ο πατέρας στα πρόβατα, η μάνα στο χωράφι όλη μέρα. Και καλά που ο προοδευτικός (όχι μόνο για την εποχή εκείνη, αλλά και για σήμερα ακόμη) «Δασκαλάκης» (Ιω. Σφέτσος) είχε διοργανώσει άριστα συσσίτια, όπου τα παιδιά έτρωγαν ένα θαυμάσιο μεσημεριανό φαγητό, που δεν το ’χαν στο σπίτι τους. Πρέπει να τονιστεί αυτό ιδιαίτερα για τον άξιο εκείνο δάσκαλο, καθώς και για τους έμπορους του χωριού, που τον βοηθούσαν με τρόφιμα στο θεάρεστο έργο του και ποτέ δεν του αρνήθηκαν τη βοήθειά τους.

    Έμεναν έτσι τα παιδιά αναγκαστικά στ’ αλώνι παίζοντας και τράβαγαν για το σπίτι το βράδυ, όταν γύριζαν απ’ το χωράφι ή τα πρόβατα οι γονείς τους. Πότε να διαβάσουν και πότε να γράψουν; Κι αν μερικοί Βαρσιώτες ξέκοψαν και σπούδασαν, όπως τα Πετρογιαννάκια, Κοκκαλιάδες, Πανάγος, Καραστάθηδες και μερικοί άλλοι, αυτό έγινε γιατί οι γονείς τους δεν ήσαν τσοπάνηδες. Τα τσοπανόπουλα, τα πιο πολλά, κόλλαγαν στο δημοτικό, αλλά, όπως είδαμε, δεν έφταιγαν αυτά. Δεν υστερούσαν διανοητικά από τ’ άλλα παιδιά.

    Αγωνίζονταν κι αυτά τα κακόμοιρα. Το μολύβι κοβόταν στα τρία, να το πάρουν και να το μοιραστούν όλα τ’ αδέρφια. Πίσω του κάνανε «κόκα» κι έδεναν με μια κλωστή την «κομπολάστιχα» (γομολάστιχα) να μη τη χάσουν. Λιγοστά τα τετράδια, ανύπαρκτα τα βιβλία. Εχθρός γι’ αυτά το Σχολείο και ζυγός αφόρητος.

    Αυτό το υλικό, λοιπόν, το πρωτόγονο, το αντάρτικο, τ’ ανυπόταχτο και το κακότροπο, έπρεπε να το πάρουν οι δάσκαλοι κι οι δασκάλες εκείνου του καιρού στα χέρια τους και να το πλάσουν και να το βγάλουν έντιμους και χρηστούς πολίτες, οικογενειάρχες, επιστήμονες, στρατιώτες για την πατρίδα. Και τα κατάφερναν πάντα και μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο.

    Μπορεί η παιδαγωγική τους, κρινόμενη με τα σημερινά δεδομένα, να φαίνεται πρωτόγονη και να ξενίζει. Κάπως σκληρή και βάρβαρη. Εμείς, όμως που την υποστήκαμε, νομίζουμε πως ήταν πέρα για πέρα σωστή. Είναι γεγονός πως έπεφτε και λίγο ξύλο. Ε, και μ’ αυτό τί; Έπεσε η ζάχαρη στο νερό! ΟΛΟΙ ΜΑΣ, ποιος λίγο, ποιος πολύ, φάγαμε ξύλο από τους δασκάλους μας. Δεν είμασταν δα κι αγγελούδια. Σωστοί βεελζεβούληδες και «μαγάρες του κέρατα» είμασταν κι όπου μας έπιανες λερωνόσουν. Όχι όσο φάγαμε αλλά κι άλλο τόσο να μας έδιναν, πάλι λίγο θα ’τανε. Γίναμε μήπως κομπλεξικοί ή με μειωμένη προσωπικότητα, λόγω ξύλου, όπως ισχυρίζονται μερικοί βαθυστόχαστοι παιδαγωγοί; Πήγαμε εμείς ποτέ στον πατέρα μας να διαμαρτυρηθούμε γιατί μας έδειρε ο δάσκαλος, όπως κάνουν σήμερα; Αν του λέγαμε κάτι τέτοιο θα τρώγαμε άλλο τόσο ή και περισσότερο από κείνον. Ήξερε ο πατέρας μας ποιος ήταν ο Κάρας, ο Μίχος, ο Δασκαλάκης, η Κοντολάτου και πως για να μας χειροτονήσουν κάτι θα ’χαμε κάνει. Δεν είχαν προηγούμενα μαζί μας οι δάσκαλοί μας και δεν τίς τρώγαμε άδικα.

    Θυμάμαι κάτι σαν σήμερα. Ήταν καλοκαίρι. Διακοπές. Πήγαινα πια στη δευτέρα Γυμνασίου. Το μακαρίτη το Δασκαλάκη δεν τον είχα πιά «καμιά ανάγκη». Τότε οι Ταμπακαίοι είχαν φέρει στο καφενείο τους στη Βαθειά το πρώτο μπιλιάρδο. Για όλο το χωριό τότε ήταν το μοναδικό θέμα στις συζητήσεις κι όλοι πήγαιναν να δουν το μηχάνημα, πού έστελνε… η Ευρώπη! Παιδάκος κι εγώ, πήγα και χάζευα. Κάποια στιγμή όμως βλέπω το Δασκαλάκη να μπαίνει στο καφενείο. Ίσια πού με κοίταξε κι αμέσως εγώ, χαμηλώνοντας το κεφάλι, βγήκα από το καφενείο. Κι ας μη τον είχα πια δάσκαλο.

    Θέλω να πω, πως τότε υπήρχε μεγάλος σεβασμός του παιδιού απέναντι στο δάσκαλο. Κι όχι μόνο του παιδιού, αλλά και των γονέων μας. Όμως κι οι δάσκαλοί μας φρόντιζαν να ’ναι στο ύψος τους. Μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει για έλλειψη μεγάλης μόρφωσης και πολλών γνώσεων. Ποτέ όμως για έλλειψη συνείδησης επαγγελματικής. Το λειτούργημα του δάσκαλου το ’βλεπαν σαν ιεραποστολή, με πολλαπλές κοινωνικές και εθνικές προεκτάσεις.

    Θυμάμαι το μακαρίτη το Μίχο, όταν μας μιλούσε για το Λιδωρικιώτη Κλίμακα, για το Γκούρα, που πρήστηκε το χέρι του στα Βασιλικά, κόβοντας τούρκικα κεφάλια και δεν έβγαινε μετά από τη λαβή του γιαταγανιού του, το Διάκο, το Μακρυγιάννη, τον Αντρούτσο, τον Ταγματάρχη των Ευζώνων Βελισσαρίου. Άστραφτε το βλέμμα του παράξενα, αλλοπαρμένα. Μεταμορφωνόταν απόκοσμα, γινόταν έφηβος και πολεμούσε μαζί τους. Κι ύστερα μας έβαζε και τραγουδούσαμε το τραγούδι του Ζαχαρία Παπαντωνίου: «Στην Αγια-Σοφιά αγνάντια στέκουν τα ευζωνάκια…» Και μας μιλούσε για το 21, για την Ελλάδα, για το «πάλι με χρόνια με καιρούς». Έπαιρνε η φωνή του τόνους μυστηριακούς και μας συντάραζε. Μα σαν μιλούσε για τις θλιβερές σελίδες της ιστορίας, σελίδες μίσους και διχόνοιας, χαμήλωνε τον τόνο πικραμένος κι έλεγε πως έκλαιγε. Κι ύστερα πήγαινε δίπλα στη σόμπα, έβγαζε την από κερασόξυλο πίπα του, έβαζε κι άναβε ένα «μισαδάκι» Καραβασίλη (εφτά στόματα είχε να θρέψει και το τσιγάρο κοβόταν στη μέση), γέμιζε το στόμα του καπνό κι ονειροπολούσε με μισόκλειστα μάτια, δίπλα στη θαλπωρή της σόμπας, ενώ εμείς ήσυχα-ήσυχα γράφαμε καμιά έκθεση, για το κυνήγι, που τόσο του άρεσε, γιατί στα νιάτα του ήταν φοβερός κυνηγός.

    Τα μαθήματα τότε ήσαν πιο απλά. Το προπολεμικό σύστημα ήταν τελείως διαφορετικό από το σημερινό. Τώρα το ποιο είναι καλύτερο θα το δείξει ο χρόνος. Εμείς λέμε το παλιό, οι νέοι το δικό τους, το σημερινό. Εμείς κάναμε διαίρεση στις μεγάλες τάξεις. Τώρα την κάνουν στην πρώτη. Αριθμητική μαθαίναμε με σπιρτόξυλα και φασόλια, αλλά δε νομίζω να υστερούμε από τους σημερινούς μαθητές. Αλλά ας είναι.

    Εκείνο όμως που θα μού μείνει αξέχαστο ήταν το μάθημα της Ωδικής και γελάω σαν το θυμάμαι. Ζήτημα αν κάναμε 5-6 μαθήματα το χρόνο. Κι αυτά όχι για να μάθουμε νότες, όργανα, κλπ., αλλά για να τραγουδήσουμε όλοι μαζί τρία με τέσσερα τραγουδάκια, που τα ξέραμε όλοι καλά. Κι αυτά ήσαν τα: «Μηλίτσα, που ’σαι στο γκρεμό», που το έλεγε η Θυμία του Μπέη πρώτη, που το ‘ξερε καλά κι εμείς επαναλαμβάναμε τη στροφή, το «Δε λαλείς, καημένο αηδόνι» το «Στην Αγια-Σοφιά, αγνάντια, στέκουν τα ευζωνάκια», το «Σαν πεθάνω μες στη μάχη» και το «Την ελληνική σημαία, μάνα μου, την αγαπώ»… Η μόνη παρεμβολή του Μίχου ήταν στο τραγούδι που μας είχε μάθει, – το μοναδικό –  «Τι ωραία που σημαίνει η καμπάνα του χωριού μας». Το λέγαμε όλα τα παιδιά κι ο Μίχος συμπλήρωνε με τη βαθιά του φωνή τον ήχο τής καμπάνας… μπημ, μπαμ-μπημ, μπαμ-μπημ, μπαμ!. Αυτό ήταν, όλο κι όλο, το μάθημα της Ωδικής.

    Το μεγάλο όμως αναστάτωμα κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς ήταν η 25η Μαρτίου και οι προετοιμασίες της, πού άρχιζαν από τις 15 του Φλεβάρη. Τα παιδιά όλα διάλεγαν ένα ποίημα για τη γιορτή και το έλεγαν στην τάξη σαν πρόκριση. Αν το ’λεγαν καλά, ο δάσκαλος τους έλεγε πως «εγκρίνεται» και να το μάθουν καλά να το πουν στή γιορτή.  Από τα 50 ποιήματα – ας πούμε – εγκρίνονταν 5-6, αυτά που οι επιλογείς τους τα έλεγαν καλά, αλλά και ταίριαζαν καλύτερα στο ηρωικό πνεύμα της ημέρας.

    «Λεβέντης εροβόλαγε από τα κορφοβούνια», «Η Γκιώνα λέει της Λιάκουρας», «Ανέβα, Μήτρο, στου βουνού», και κάνα δυο άλλα. Μέχρι ξύλο έπεφτε ποιος να τα πρωτοπάρει.

    Ύστερα είχαμε και τα χάρτινα φαναράκια, που τα φτιάχναμε μόνοι μας, γιατί δεν είχαμε λεφτά να τ’ αγοράσουμε έτοιμα από το Μπήλιο ή τον Καραμήτσο. Κοιτάζαμε μάλιστα «να ’ναι ψιλ’ες οι ζάρες», αλλά λίγοι τα κατάφεραν. Εγώ, για παράδειγμα, ποτέ μου δεν τα κατάφερα να φτιάσω και τ’ αγόραζα από το Γιώργο της Αραποκστάλλως, πού ήταν μάστορας σέ τέτοια.

    Μα τ’ αποκορύφωμα της γιορτής ήσαν οι πανηγυρικοί στην εκκλησία. Μόνιμος ομιλητής ήταν ο μακαρίτης ο Κυριαζόγιαννος, πού επανελάμβανε στερεότυπα κάθε χρόνο το «δαυλό του Καψάλη», εννοώντας τον ηρωικό Μεσολογγίτη μπουρλοτιέρη. Εμείς όμως απορούσαμε, νομίζοντας ότι λέει για το γέρο-Καψάλη, τον παππού του σημερινού. Διευθυντή τής εφημερίδας μας!! Κατόπιν όταν έγινε Πρόεδρος ο μακαρίτης Κ. Πανάγος, τα πράγματα απλοποιήθηκαν. Ο Μπαρμπακώστας, μη ξέροντας πολλά γράμματα και μη θέλοντας να κουράσει το εκκλησίασμα με χιλιοειπωμένα λόγια, ανέβαινε στον άμβωνα και φώναζε: «Ζήτω η 25η Μαρτίου». «Ζήτω το Έθνος» και το πανηγύρι σχόλαγε, με ζητωκραυγές από τα ενθουσιασμένα μαθητούδια.

    Όλα αυτά, όλη αυτή η ατμόσφαιρα, που σε συνέπαιρνε και σ’ έκανε να νιώθεις Έλληνας, ήταν αποτέλεσμα της συνεχούς διεργασίας των απλών εκείνων Γραμματοδασκάλων. Πού τον εθνικό τους παλμό, το οικογενειακό τους ήθος, το κοινωνικό και ηθικό τους «πιστεύω» κι ό,τι άλλο καλό, υψηλό και ωραίο είχε η θαυμάσια ρουμελιώτικη πατριδολάτρισσα ψυχή τους, το μεταλαμπάδευαν στις παιδικές και τρυφερές ψυχές των μαθητών τους.

    Κι εμείς όλοι, που περάσαμε από τα χέρια τους, δεν το παραγνωρίζουμε ποτέ αυτό και στεκόμαστε πάντα ευλαβικά και μ’ ευγνωμοσύνη μπροστά στη μνήμη τους.

  • Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων ( Δημητηρης Γ.Κολοκυθάς)

     Από τον σύλλογο Κοκκινιωτών :

    Χθές έφυγε από κοντά μας ο χωριανός μας Κολοκυθάς Δημήτριος του Γεωργίου ( του Αγροφύλακα).Η κηδεία θα γίνει αύριο Δευτέρα στον Άγιο Δημήτριο Μπραχάμι ώρα 10 πμ.Τα θερμά μας  συλλυπητήρια στην οικογένεια του.

Συνολικές προβολές σελίδας
258.461