-
Βάτους κι αγκάθια πάτησα Βασίλω μου!
ΒΑΤΟΥΣ ΚΙ ΑΓΚΑΘΙΑ ΠΑΤΗΣΑ ΒΑΣΊΛΩ ΜΟΥ
«Κάλλιο να ιδώ το αίμα σου στη γη να κοκκινίζει, παρά να δω τα μάτια σου άλλος να τα φιλήσει»
Τα περισσότερα δημοτικά τραγούδια βασίζονται σε πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα. Ωστόσο, η ιστορία πίσω από το «Βάτους κι αγκάθια πάτησα Βασίλω» είναι μία από τις τραγικότερες.
Η Βασιλική Κων. Δημοπούλου καταγόταν από το Τρίκορφο Ναυπακτίας. Την ερωτεύτηκε ο Ιωάννης Πολύζος. Επειδή όμως ήταν φτωχή δεν την ήθελε ο πατέρας του Δημήτριος Πολύζος. Μετά από λίγο καιρό έγινε νέο συνοικέσιο για κάποιον Μιλτιάδη Μπούρο από τη Σταμνά Μεσολογγίου. Ο Μπούρος ως καλός και τίμιος άνθρωπος, ρώτησε τον Ιωάννη Πολύζο αν συνεχίζει να ενδιαφέρεται για τη συγκεκριμένη κοπέλα, πήρε όμως αρνητική απάντηση. Γι’ αυτό δέχτηκε το συνοικέσιο, έγιναν αρραβώνες και κανονίστηκε η προίκα. Μετά από λίγο άλλαξαν γνώμη οι γονείς της νύφης και ενημέρωσαν το Μπούρο ότι χαλάνε τον αρραβώνα χωρίς να του δώσουν καμία εξήγηση. Ο Μπούρος είχε αγαπήσει τη Βασιλική και αποφάσισε ή να την κλέψει ή να την σκοτώσει. Έτσι, κάποια μέρα που επέστρεφε μαζί με τη θεία της από τη Γυρβουλιά, τη σταμάτησε στην περιοχή Τρόχη στο Ξερόρεμα και της είπε “διάλεξε ή θα ‘ρθεις μαζί μου ή θα σε σκοτώσω”. Η Βασιλική ξεκίνησε να πάει μαζί του αλλά μετά από προτροπή της θείας της δείλιασε και δεν πήγε. Ο Μπούρος τότε έριξε και την σκότωσε. Την επόμενη μέρα πήγε και παραδόθηκε μόνος του στις αρχές.
Από το γεγονός αυτό που συνέβη την 1η Μαρτίου 1925 βγήκε το τραγούδι “Βάτους κι αγκάθια πάτησα Βασίλω μου”, το έγραψε ο Μπούρος μέσα στη φυλακή, ο οποίος μάλιστα μέχρι που πέθανε φορούσε μαύρο πουκάμισο.
Τραγούδι ερωτικό με προέλευση από το Τρίκορφο Ναυπακτίας.
Ο ρυθμός του κομματιού είναι 7/8 και χορεύεται ως συρτός Καλαματιανός
Εδώ το ακούμε σε μια παλιά ηχογράφηση από το 1926 με τον Σωτήρη Στασινόπουλο και στο κλαρίνο ο Θανάσης Βρούβας!
https://youtu.be/GT_YCXgPTJA?si=X4lkbbRj_O11_6Sr
Και εδω σε μια ηχογράφηση του 1985 από την Ελένη Λιάπη – Αναδιώτη και στο κλαρίνο ο Γιάννης Κούπας!
https://youtu.be/l9apNUN0oYQ?si=Z8k2qfcpmNUBtr6u
Εδώ όλοι οι στίχοι :
Βάτους κι αγκάθια πάτησα Βασίλω μου,
αμάν αμάν Βασίλω όσο να σ’ αγαπήσω.
Και τώρα που σ’ αγάπησα Βασίλω μου,
αμάν αμάν Βασίλω μου λένε να σ’ αφήσω,
μου λένε να σ’ αφήσω και να σε παρατήσω.
Φέτος τα στάρια χάλασαν Βασίλω μου,
αμάν αμάν Βασίλω και τι ψωμί θα φάμε,
αμάν αμάν Βασίλω στο δρόμο που θα πάμε.
Φέτος τ’ αμπέλια χάλασαν Βασίλω μου,
αμάν αμάν Βασίλω και τι κρασί θα πιούμε,
αμάν αμάν Βασίλω όταν στεφανωθούμε;
Κάλλιο να ιδώ το αίμα σου Βασίλω μου,
αμάν αμάν Βασίλω στη γη να κοκκινίζει,
παρά να δω τα μάτια σου άλλος να τα φιλήσει.
Στη Πάτρα πάω κι έρχομαι Βασίλω μου,
αμάν αμάν Βασίλω τι θέλεις να σου στείλω;
Στείλε μου χτένι και γυαλί Βασίλω μου,
αμάν αμάν Βασίλω και μια πυκνή τσατσάρα.
Το χτένι να χτενίζεσαι Βασίλω μου,
αμάν αμάν Βασίλω και το γυαλί να βλέπεις,
Κι αυτήν την πυκνοτσάτσαρα Βασίλω μου,
αμάν αμάν Βασίλω να στρώνεις τα μαλλιά σου.
Πηγή: Διάδοση της δημοτικής μουσικής
-
Η κοιλάδα που έγινε βυθός της λίμνης
Η κοιλάδα απλωνόταν σαν ζωγραφιά ανάμεσα στα βουνά, εκεί που ο Μόρνος κι ο Κοκκινοπόταμος ενώνονταν και, σα δυο αδέρφια που δεν χώρισαν ποτέ, κύλαγαν μαζί για τη θάλασσα του Λεπάντου. Στον κάμπο, τα αγροτόσπιτα δεκαπέντε όλα κι όλα, σκόρπια σαν πουλιά που βρήκαν το καθένα το κλαρί του. Ήταν φτωχικά, με τις σκεπές χαμηλές, αλλά από μέσα τους ανέβαινε καπνός που μύριζε ψωμί στον φούρνο, τραχανά και κουβέντες βραδινές γύρω από τη λάμπα του πετρελαίου.
Στο βάθος, στον μικρό λόφο, το μοναστήρι της Παναγίας. Δεν είχε καμπάνες, ούτε καθημερινές λειτουργίες. Μονάχα μια φορά τον χρόνο, στις 23 του Αυγούστου, άνοιγαν οι πόρτες του κι έπαιρνε ζωή ο τόπος. Τότε γινόταν το μεγάλο πανηγύρι: έρχονταν συγγενείς κι απόμακροι χωριανοί, άναβαν οι φωτιές, στήνονταν τα τραπέζια και ο τόπος γέμιζε τραγούδια, γέλια και καπνό από τα ψητά. Για μια μέρα ολόκληρη η κοιλάδα ανέπνεε αλλιώς, λες και η Παναγία κρατούσε ευλογία για όλο τον χρόνο.
Εκεί, σε τούτον τον τόπο, ήταν και το δικό μου σπίτι. Το σπίτι που με είδε να γεννιέμαι, να παλεύω στα χωράφια, να μαθαίνω τα γράμματα κάτω από το φως της λάμπας, να ονειρεύομαι πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από την κοιλάδα. Ως τα δεκαοχτώ μου χρόνια, όλα μου τα βήματα πατούσαν σ’ αυτή τη γη· κι ύστερα ο δρόμος με πήρε μακριά, να γνωρίσω άλλα μέρη, άλλους ανθρώπους.
Κι όμως, κάθε φορά που ο νους μου γυρίζει πίσω, βλέπω την κοιλάδα όπως ήταν. Την ακούω να σφύζει από τζιτζίκια το καλοκαίρι, να μυρίζει χώμα υγρό το φθινόπωρο, να ντύνεται λευκό το χειμώνα. Και πιο πολύ απ’ όλα, θυμάμαι το πανηγύρι του Αυγούστου: την ξεχωριστή μέρα που η σιωπή του μοναστηριού γινόταν φωνή και χαρά. Γιατί κι ας σκεπάστηκαν όλα από τα νερά της λίμνης, ο τόπος αυτός δεν χάθηκε· έμεινε ζωντανός, βυθισμένος στη μνήμη μου, σαν το πιο ακριβό καταπίστευμα που μου χάρισε η ζωή.
creator.ai -
Αποχαιρετισμός αναχωρησάντων (Ευθυμία Λουτσόβου)
Απεβίωσε στην Αθήνα η Ευθυμία Λουτσόβου του Νικολάου και την Πέμπτη 21/8, 11η πρωινή θα τελεστεί η εξόδιος ακολουθία στην γενέτειρα της στον Κόκκινο.
Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια της και ιδιαίτερα στην κόρη της Βάσω. Να είναι όλοι καλοί και να την θυμούνται.
Η κυρία Ευθυμία ήταν μια προσωπικότητα πολύ αγαπητή στο χωριό μας, ένας καλός άνθρωπος που μόνο καλές αναμνήσεις μας έχει αφήσει. Θα την θυμόμαστε πάντα με αγάπη, καλό κατευόδιο
Blog
Συνολικές προβολές σελίδας
258.461












