Blog

  • 1971

    1971

  • ΛΙΔΩΡΙΚΙ 1957, στο ραφείο του δασκάλου μου Χαρ. Κολοκύθα (όρθιος από αριστερά), …

    ΛΙΔΩΡΙΚΙ 1957, στο ραφείο του δασκάλου μου Χαρ. Κολοκύθα  (όρθιος από αριστερά), επάνω δεξιά είμαι εγώ, καθιστός από αριστερά ο Μιλτ. Κολοκύθας από το χωριό Αγλαβίστα και δίπλα του, (δεν θυμάμαι το όνομά του), είναι από το χωριό Σκαλούλα.

    ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΤΕΦΟΣ

  • Πρόσκοποι στις όχθες του Μόρνου κοντά στο Στενό

    Πρόσκοποι στις όχθες του Μόρνου κοντά στο Στενό 

  • οι γέφυρες στο ΣΤΕΝΌ

  • ντοπολαλιά …. ΒβΒάβισμα (το) = γαύγισμα « – το σκυλί βαβίζει) (από το αρχαίο β…

    ντοπολαλιά ….


    Ββ
    Βάβισμα (το) = γαύγισμα « – το σκυλί βαβίζει) (από το αρχαίο βοώ)
    Βαγένι (το) = το κρασοβάρελο, μεγάλο δρύινο  βαρέλι για αποθήκευση κρασιού
    Βάγια = η δάφνη
    Βάνω = Βάζω.
    Βάρδα = απομακρύνσου, φύγε μακρυά    (βάρδα φουρνέλο !! )
    Βαρέλα = (η) ξύλινο μικρό βαρέλι για νερό
    Βαρικό, βαρκό (το) = βάλτος, βούρκος, χωράφι με νερό
    Βγάζω = κηδεύω «τον έβγαλαν»
    Βελάνι = ο καρπός της βελανιδιάς
    Βέμπελη = Αφόρητη ζέστη «έβγαλα τη βέμπελη»Η και μπέμπελη
    Βερβερίζω = κλαίω- σκούζω από τον πόνο
    Βερεσέ, (επίρ.) = με πίστωση, από το τούρκικο veresiye
    Βετούλι (το) = κατσίκι ενός χρόνου
    Bιτσίνα (η) = εμβόλιο
    Βλάμης = αδελφοποιτός
    Βλάχος = ο τσέλιγκας, ο φουστανελάς, ο ακοινώνητος
    Βλοημένο (το) = ευλογημένο «το βούλιαξε το βλοημένο» (ασταμάτητη βροχή)
    Βολά ( η) = φορά (πρώτη βολά)
    Βούζα (η) = βατράχι μεγάλο
    Βούτα = 1) αρπαγή 2)ξύλινο δοχείο για τα τσίπουρα  3) το βούτηγμα της μπουκιάς
    Βουτσί = 1) κρασοβάρελο – ξιδοβάρελο,  σκεύος για μεταφορά υγρών  2) «είναι βουτσί στο μεθύσι » (έχει πιει ένα κρασοβάρελο)
    Βρακοζώνι (το) = η ζώνη (αυτή τον άνδρα της τον έχει βάλει στο βρακοζώνη της)
    Βραστογαλιά (η) = βραστό γάλα  

    Γγ 
    Γαϊδουράγκαθο (το) = αγαπημένο φυτό των γαϊδάρων
    Γαλάρια (τα) =οι προβατίνες ή κατσίκες που κρατούν  γάλα, το αντίθετο από τα στέρφα που δεν έχουν
    Γδυτός = γυμνός
    Γέννημα (το) = το σιτάρι
    Γέρνω = (μετ.) κοιμάμαι – πάω να γείρω 2) παρακμάζω
    Γιδοξούρι (το) = σκωπτικά ο κουρεμένος σαν γίδι, ο άξεστος
    Γιούκος (ο) = στοίβα  ρούχων που τοποθετούνται με σειρά (τούρκικη λέξη yk)
    Γιοματάρι (το) = το βαγένι με το νέο κρασί
    Γιούρτι (το) =  χωράφι κοντά στο σπίτι
    Γκαβαλίνες (οι) = περιττώματα γαϊδάρων
    Γκαβός (ο) = αλλήθωρος   (Γκαβίζω =  αλληθωρίζω)
    Γκανιάζω = 1.διψάω πολύ ,2.κάνω κάτι υπερβολικά «-Το παιδί γκάνιαξε στο κλάμα»
    Γκαρίζω = τραγουδάω φάλτσα (σαν τον γάιδαρο).
    Γκεσέμι (το) = οδηγός του κοπαδιού με το μεγαλύτερο τροκάνι ή κουδούνι.
    Γκιόσα (η) = μαύρη γίδα με δυο άσπρες ρίγες στο πρόσωπο ή άσπρη κοιλιά.
    Γκούσια (η) = το στομάχι των πουλερικών (σλάβικη λέξη=gusa)
    Γκλάβα (η) = χοντροκέφαλο, «δεν κατεβάζει (ιδέες) η γκλάβα του»
    Γκορτσιά (η) = αγριοαχλαδιά ( αρβανίτικη λέξη= goritse )
    Γλάρα (η) = 1.νύστα, 2.καθαρός καιρός «-απόψε έχει γλάρα»
    Γλέπω ή γλιέπω = βλέπω
    Γλήγορα = γρήγορα
    Γκλίτσα (η) =  Ποιμενική κυρτή σκαλιστή λαβή με περίτεχνη ξύλινη διακόσμηση που εφαρμόζει σε ραβδί.
    Γκράς (ο) = 1)  είδος όπλου 2)  «είσαι γκράς» δεν παίρνεις μπρος  με τίποτα.3)  Ο σταθερός και ευθύς χαρακτήρας
    Γκρατζουνάω = γδέρνω με τα νύχια
    Γνέμα (το) = το νήμα
    Γκαρδαμώνω = δυναμώνω – ανάρρωση
    Γνέθω = φτιάχνω νήμα (γνέμα) για ύφανση στη ρόκα (γνέσιμο)
    Γούπατο (το) = τόπος που βουλιάζει
    Γούρνα (η) = λακκούβα με βρόμικο στάσιμο νερό (αρχαία λέξη= γρώνη)
    Γουρνοτσάρουχα = παπούτσια από δέρμα γουρουνιού
    Γουρουνίτσα (η) = παλιό ομαδικό παιχνίδι
    Γράνα (η) =  η στενή λωρίδα που χωρίζει τα χωράφια
    Γρουμπούλι (το) = στρογγυλός ακανόνιστος όγκος, « μεγάλα γρουμπούλια έχει ο χυλός»
    Γωνιά (η) = το σημείο γύρω από την εστία του τζακιού.  


  • η Δωρίδα στα 1851 Ο ΛΟΥΤΣΟΒΟΣ Μιάμιση ώρα μακρυά απ’ το Λοιδωρίκι , δυτικά , είν…

    η Δωρίδα στα 1851



    Ο ΛΟΥΤΣΟΒΟΣ

     
    Μιάμιση ώρα μακρυά απ’ το Λοιδωρίκι , δυτικά , είναι ο Λούτσοβος , χωμένος σε δάσος μ’ ένα ποτάμι . Με 16 οικογένειες και 96 νομάτους – όσους και επί Τουρκοκρατίας σχεδόν – βγάζει στάρι , καλαμπόκι , κρασί και κάστανα .
    Γνωστοί Λουτσοβιώτες είναι οι :
    Α ν ά σ τ ο ς η Ανέστος η Νάστος Γιώργος , κτηματίας . ( Αγωνιστής ) .
    Κ α ρ α μ π έ τ σ ο ς Τριαντάφυλλος , κτηματίας , 75 χρονών . ( Αγωνιστής ) .
    Κ ο ρά κ η ς Μήτρος , κτηματίας . ( Αγωνιστής ) .
    Λ ο ύ τ σ ο β ο ς Δημήτρης , κτηματίας , 59 χρονών .( Αγωνιστής ) . 

    πηγή lidoriki.gr
Συνολικές προβολές σελίδας
258.461