Blog

  • το αλιεύσαμε από το FB κείμενο του Βασ. Κανέλλου Ο Διάκος και η αγαπητικιά του Κ…

    το αλιεύσαμε από το FB 
     
    κείμενο του
    Βασ. Κανέλλου

    Ο Διάκος και η αγαπητικιά του Κατερίνη

       Μια όμορφη παράδοση σώζεται ακόμα στα Μάρμαρα, μα και στην ευρύτερη περιοχή. Έχει να κάνει με τον Εθνομάρτυρα Αθανάσιο Διάκο και την Κατερίνη από τη Σέλιανη. Ήταν λίγο πριν την Επανάσταση του 1821 και στα μέρη εκείνα λημέριαζαν με τ’ ασκέρι τους οι καπεταναίοι της περιοχής Σαφάκας, Σκαλτσοδήμος, Διάκος και άλλοι.
     Ο Διάκος αγάπησε μια αρχοντοπούλα του χωριού, ξακουστή για την ομορφιά της και το χαρακτήρα της, την 19χρονη Κατερίνη, το γένος Σπυρίδωνος ή Ξυστρή, την οποία και μνηστεύτηκε «δια λόγου».
     Ο λόγος μνηστείας τότε ήταν όρκος και συμβόλαιο. Ο Διάκος, λόγω των δύσκολων τότε καιρικών συνθηκών, είχε επιστήσει την προσοχή στην αρραβωνιαστικιά του ότι τίποτα δεν θα πιστεύει ότι προέρχεται απ’ αυτόν αν δεν της επιδείξουν το σημαδιακό του μαχαίρι με το φιλντισένιο μανίκι, που φορούσε πάντα στο σελάχι του..

       Κάποια μέρα που το ασκέρι λημέριαζε στο «Κούτσουρο», λίγο πιο πάνω από τα Μάρμαρα, ο Διάκος κουβέντα στην κουβέντα με το Γούλα, πρωτοπαλίκαρο του Σκαλτσοδήμου, ήρθαν και στο γυναικείο χαρακτήρα.
    Ο Γούλας είχε ζητήσει την Κατερίνη για γυναίκα του, αυτή του αρνήθηκε κι εκείνος φύλαγε την ευκαιρία να πάρει την εκδίκησή του.
     Ο Γούλας λοιπόν υποστήριζε πως όλες οι γυναίκες πλανεύονται. Ο Διάκος είχε αντίθετη γνώμη κι έφερε για παράδειγμα την αρραβωνιαστικιά του.
    -Κι αυτή είναι σαν τις άλλες. Αν θες μπορώ να στ’ αποδείξω και να στη φέρω εδώ στο λημέρι μας, του απάντησε ο Γούλας.
    Έχοντας πίστη στην Κατερίνη ο Διάκος δέχτηκε τη δοκιμή. Ο Γούλας του ζήτησε να του δώσει το σημαδιακό του μαχαίρι και να στείλει ένα παλικάρι να τη φέρει. Όπως κι έγινε.
    (Τάκη Λάππα: Θανάσης Διάκος, σ. 33).
     Ο συμπατριώτης μας λαογράφος Ζάχος Ξηροτύρης (περιοδικό «Στερεά Ελλάς», τ. 51), στηριζόμενος στη μαρτυρία συγγένισσας της Κατερίνης, περιγράφει το γεγονός λίγο διαφορετικά.
    Αναφέρει λοιπόν ότι οι άλλοι καπεταναίοι, Σαφάκας, Σκαλτσάς, Σπανός, γνωρίζοντας το μυστικό του Διάκου, θέλησαν γι’ αστείο να τον διαψεύσουν για την τυφλή του εμπιστοσύνη στην Κατερίνη. Με τρόπο τράβηξαν το σημαδιακό μαχαίρι από το σελάχι του την ώρα που κοιμόταν κι έστειλαν ένα παλικάρι να τη φωνάξει, δείχνοντάς το, ν’ ανέβει τάχα στο βουνό, που την ήθελε ο Θανάσης. Η κοπέλα πείσθηκε πράγματι βλέποντας το μαχαίρι του αρραβωνιαστικού της και συνεπής στη μυστική «ρήτρα», ξεγελάστηκε κι ανύποπτη ανέβηκε στο βουνό. Σαν την είδε ο Διάκος, χωρίς άλλη κουβέντα και παρά τις μάταιες δικαιολογίες του κοριτσιού, με το ίδιο μαχαίρι της έκοψε τα μαλλιά  και σκίζοντας τα ρούχα της την έδιωξε για πάντα. Αυτή η ατιμωτική προσβολή την έκανε να χάσει τα λογικά της και να γυρίζει η δύστυχη στα βουνά και στα χωριά τρελή και σε άθλια κατάσταση. Οι συντοπίτες της την αποκαλούσαν από τότε και ύστερα «Παλιοκατερίνη» κι έτσι έμεινε στην ιστορία. Στα 1828 η άλλοτε όμορφη αλλά άτυχη Κατερίνη πέθανε. Πλήρωσε τη ραδιουργία και τη ζήλια των άσπονδων φίλων του εθνομάρτυρα.

  • γύρω στο 1950

    γύρω στο 1950 

  • και στα δικά μας τα μέρη η όπως έλεγε ο αείμνηστος Κώστας Καψάλης στην δική μας …

    και στα δικά μας τα μέρη η όπως έλεγε ο αείμνηστος Κώστας Καψάλης στην δική μας την γούρνα 

    το κυνήγι ήταν για τα παιδιά μια από τις πιο συχνές ενασχολήσεις τους, αναρτώ το πιο κάτω κείμενο του του Γεράσιμου Γρηγόρη σε διασκευή του Τάκη Ευθυμίου.

    Κ Μ



     

    Παγίδες για πουλιά

    Παγίδες για πουλιά
    [Λαογραφικά από τη ζωή των παιδιών της υπαίθρου]
    (του Γεράσιμου Γρηγόρη σε διασκευή του Τάκη Ευθυμίου)
    Οι παγίδες των πουλιών, σε παλιότερες εποχές, για τα παιδιά της υπαίθρου δεν ήταν απλά ένα  παιχνίδι που περνούσαν τις ώρες τους, τα καλοκαίρια, αλλά έπαιζαν και το ρόλο της ωφελιμότητας του κυνηγιού για βιοποριστικούς λόγους.
    Τρία ήταν τα είδη των παγίδων που χρησιμοποιούσαν παλιά τα παιδιά της επαρχίας για να πιάνουν τα πουλιά: Η πετροπαγίδα, η ξυλοπαγίδα και το τενέλι.

    Η πετροπαγίδα ή τσάκα αποτελούνταν από δυο πέτρες, μια πλακουδερή, την πλάκα, και μια τετράγωνη, το αντιστύλι, από τρία ίσια ξυλαράκια και από ένα πιο κοντό, πελεκημένο ή καμωμένο από σχισμένο καλάμι. Αυτό το τελευταίο το λένε σοφιλιαστάρι επειδή μ’ αυτό σοφιλιάζεται, δηλαδή στήνεται η παγίδα και πάνω σ’ αυτό ακουμπούσαν τα άλλα τρία ξυλαράκια. Αφού διάλεγαν το μέρος που θα έστηναν την τσάκα, έστρωναν στην κατάλληλη θέση τις δυο πέτρες και ανασήκωναν την πλάκα σε λοξή θέση.  Ακουμπούσαν στην κόψη της τετράγωνης πέτρας, με μικρή κλίση, το σοφιλιαστάρι και στην κορυφή του τοποθετούσαν το πρώτο ξυλαράκι, έτσι που να κρατούσε ανασηκωμένη την πλάκα. Δεν άφηναν το χέρι τους από το σοφιλιαστάρι αν δεν έβαζαν και στην κάτω άκρη του και τα δυο άλλα ξυλαράκια ακτινωτά, ώστε να ακουμπούν αντίστοιχα στα πλάγια της πλάκας, προς τη βάση της. Έτσι στήνονταν  η παγίδα. 
    Για δόλωμα σκορπούσαν σπειριά δημητριακών κάτω από την πλάκα. Μερικές φορές έσκαβαν από κάτω μια λακούβα για να πιάσουν ζωντανό το πουλί. Συμπληρωματικά, κρεμούσαν κι από πάνω μια ακρίδα, με ανοιγμένα φτερά, ή ένα σκουλήκι για ζωντανό δόλωμα. Δίπλα στην παγίδα έστηναν και το πόστο που ήταν μια μακρουλή πέτρα ή ένα ξύλο μπηγμένο στο έδαφος, για να καθίσει το ανυποψίαστο πουλί. Απ’ αυτή τη θέση το πουλί μόλις έβλεπε το δόλωμα χυμούσε για να χορτάσει την πείνα του. Τρώγοντας όμως λαίμαργα, όλο και κάποιο από τα ξυλαράκια θα σκουντούσε απρόσεχτα με αποτέλεσμα να πέσει η πλάκα και να πιαστεί.
    Η ξυλοπαγίδα είχε άλλη κατασκευή και άλλο μηχανισμό. Αποτελούνταν από τη βέργα, τα αδραξούλια (ίσια ξυλάκια), το σκουληκαντήρι, την κολόνα και το σουβλί. Μια γερή βέργα λυγαριάς ή αγριελιάς λυγίζονταν και κρατιόνταν σε σχήμα τόξου, δεμένη με δυο παράλληλα δεσίματα διπλού σπάγκου. Τα αδραξούλια περνούσαν κάθετα, σε κανονικές αποστάσεις, με χιασμό των διπλών σπάγκων και ξαναδένονταν στην καμπύλη του τόξου, αφήνοντας στο κέντρο του να κρεμόταν η θηλιά. Το σκουληκαντήρι γίνεται από χοντρή φρέσκια κληματόβεργα. Την έκοβαν με τον κόμπο της και την πελεκούσαν και την ξεμύτιζαν, τη γύριζαν και έχωναν τη μύτη της στην ψύχα προς τον κόμπο. Κάτω από τον κόμπο κάρφωναν με αγκάθι γκορτσιάς ή παλιουριού το σκουλήκι. Το σκουληκαντήρι το περνούσαν σαν σκουλαρίκι στο μεσιανό αδραξούλι.
    Έστηναν την ξυλοπαγίδα περνώντας την κολόνα ανάμεσα από τ’ αδραξούλια της, στο επάνω μέρος, αφού τη στέριωναν στη γη. Στη διχάλα της κολόνας ακουμπούσαν το σουβλί, που η μια άκρη του κρατιόνταν στη θηλιά και η άλλη, η μυτερή, στο σκουλκαντήρι, αλλά ίσα-ίσα να στέκονταν. Φόρτωναν με λίγες αμάδες την παγίδα για να ‘χει βάρος και λίγο πιο πέρα έστηναν το πόστο. Έτσι όλα ήταν έτοιμα. Το σκουλήκι έπρεπε να ήταν ζωντανό για να κουνιόταν. Όταν έβλεπε τέτοιο δόλωμα το πουλί ήταν αδύνατο να μην πέσει στον πειρασμό και να μην ριχτεί. Έτσι, συνήθως, πιανόταν ζωντανό.

    Το Τενέλι βασιζόταν στην ευλυγισία χλωρού κλαδιού και στη θηλιά. Υπήρχαν δυο τύποι, ο ένας ήταν με κολόνα (ίσιο ξύλο σε μέγεθος μπαστουνιού) που μπήχνονταν γερά στη γη. Η κορυφή του ήταν πελεκημένη και τρυπημένη για να έμπαινε το ποδόξυλο ή καθίστρα (ένα μικρό ξυλαράκι ξεμυτισμένο σαν μολύβι).
     Είχαν κι ένα γερό σπάγκο διπλό, που την αναδιπλωμένη άκρη του την κομπόθιαζαν, αφήνοντας μια μικρή θηλιά. Η άλλη άκρη του δένονταν χαμηλότερα σε κάποιο κοντινό λυγερό κλαδί ή σε βαθειά μπηγμένο ελαστικό κλαδί. Λύγιζαν το κλαδί προς το μέρος της κολόνας, τεζάροντας τον σπάγκο και πέρναγαν τη θηλιά και τον κόμπο από την τρύπα. Με το ποδόξυλο οριζόντιο βούλωναν την τρύπα για να μην περνάει ο κόμπος και τη στέριωναν τόσο, ίσα-ίσα για να στέκονταν. Άνοιγαν τη θηλιά κύκλο και την ακουμπούσαν με προσοχή πάνω στο ξυλαράκι. Το τενέλι ήταν πια στημένο. Μόλις καθόταν εκεί το πουλί με το βάρος του ενεργοποιούσε την παγίδα και πιανόταν με τη θηλιά από τα πόδια ζωντανό.
    Άλλος τύπος τενελιού ήταν μια γερή βέργα λυγισμένη σε σχήμα τόξου, αλλά ανάποδα στημένη, με τις άκρες προς τα πάνω και την καμπύλη προς τα κάτω στερεωμένη στη γη ή πάνω σε κλωνάρι δένδρου. Το ένα άκρο ήταν πελεκημένο και με τρύπα και στο άλλο δεμένος ο διπλός σπάγκος με τη θηλιά. Το πουλί πιάνονταν όπως και στον προηγούμενο τύπο τενελιού.

    Οι παγίδες αυτές στήνονταν στα αλώνια, όταν άδειαζαν από τις θημωνιές, στα χωράφια, σε κήπους και σε μέρη που περνούσαν συχνά τα πουλιά. Περιστερουδιές, δαγκανιώροι και συκοφαγάδες ήταν συνήθως τα θηράματα.  Τα σπουργίτια σπάνια πιάνονταν με τις παγίδες επειδή είναι πονηρά πουλιά.
    Μ’ αυτόν τον τρόπο τα παιδιά περνούσαν τα καλοκαίρια τους. Τα πουλιά που έπιανε η παρέα τα θεωρούσε τρόπαια και αποτελούσαν γι’ αυτά μια διαφορετική λιχουδιά όταν τα τηγάνιζαν με κάνα δυο αυγά χτυπημένα. Έτσι αρταίνονταν τα ξελιγωμένα από τη χορτοφαγία και την οσπριοφαγία παιδιά της επαρχίας εκείνους τους στερημένους καιρούς!

    Πηγή: «Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο»
  • στο αγροτόσπιτο της οικογένειας Καραγιάννη στο λουτσοβιώτικο κάμπο, θέση Τσαμπάδ…

    στο αγροτόσπιτο της οικογένειας Καραγιάννη  στο λουτσοβιώτικο  κάμπο, θέση Τσαμπάδες, βυθισμένο σήμερα στα νερά της λίμνης του Μόρνου, ο μικρός (τότε)  Κώστας Καραγιάννης.

  • μερική άποψη του χωριού στην φωτο ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΡΑΝΙΑΣ

    μερική άποψη του χωριού στην φωτο ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΡΑΝΙΑΣ

  • Ομοσπονδία Συλλόγων Β.Δ. Δωρίδας 22 Απριλίου 1827, ο θάνατος του Καραϊσκάκη Post…

    Ομοσπονδία Συλλόγων Β.Δ. Δωρίδας


    Posted: 21 Apr 2018 07:00 PM PDT
    Σαν σήμερα, στις 22 Απριλίου του 1827, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης τραυματίζεται σοβαρά και λίγες ώρες μετά πεθαίνει. Ποτέ δεν απαντήθηκε με βεβαιότητα εάν το φονικό βόλι προήλθε από τις Τουρκικές γραμμές τιυ Κιουταχή ή από “αδελφικό” χέρι όπως εντόνως πιθανολογείται. 

    Ο Κοκκινιώτης ζωγράφος Χαράλαμπος Στέφος αποθανάτισε τη σκηνή μεταφοράς του λαβωμένου ήρωα με ξυλοκρέβατο σε έναν πολύ ωραίο πίνακα.

  • Στο βυθό της λίμνης , ερείπια παλιού μοναστηριού δίπλα είχε κτιστει η εκκλησία τ…

    Στο βυθό της λίμνης , ερείπια παλιού μοναστηριού δίπλα είχε κτιστει η εκκλησία της Παναγίας που γιόρταζε στις 23 Αυγούστου 

  • στο βυθό της λίμνης

    στο βυθό της λίμνης

  • τοπίο στο βυθό της λίμνης

    τοπίο στο βυθό της λίμνης

  • εκλεκτοί ΚΟΚΚΙΝΙΏΤΕΣ!!!!

    εκλεκτοί  ΚΟΚΚΙΝΙΏΤΕΣ!!!!

Συνολικές προβολές σελίδας
258.461