ΟΖΟΛΕΣ ΛΟΚΡΟΙ
Του Γιώργου Ευθ. Καψάλη
Από το «Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο 1966»
Το μεγαλύτερο κομμάτι της χώρας που σήμερα λέμε Δωρίδα, αιώνες πριν την γέννηση του Χριστού, ήταν γνωστό σαν τόπος που μέναν οι Εσπέριοι ή Οζόλες Λοκροί. Τα όρια της Λοκρίδας, άρχιζαν απ’ την πεδιάδα τής Κρίσσας, γέρναν πίσω απ’ τις Καρούτες και συναντιώνταν στη Βελά με τα Αιτωλικά σύνορα, κι από κει, χαμηλά, κάτω απ’ τα βουνά της Καρδάρας και των Γκουμαίων, σβήναν λίγο πιο πέρα απ’ τη Ναύπακτο, κάπου κοντά στ’ Αντίρριο. Και όσο μεν για τους Εσπέριους Λοκρούς το πράγμα είναι ολοφάνερο. Είπαν έτσι τους Λοκρούς του Κορινθιακού, που βρίσκονταν προς τα δυτικά για να τους ξεχωρίσουν απ’ τους άλλους, όσους ζούσαν προς την Εὔβοια, ανατολικά, τους Επικνημίδιους.
Το Οζόλαι, όμως, είναι δύσκολο, να αιτιολογηθή. Όσοι καταπιάστηκαν στο να βρουν τη ρίζα, δεν κάναν τίποτ’ άλλο απ’ το να μπλέξουν την υπόθεση, χωρίς να φτάσουν σ’ αποτέλεσμα. Οι Ηρακλείδες – Δωριείς, τον καιρό που ζούσαν στην Ήπειρο, διωγμένοι απ’ τους Αχαιούς, δέχτηκαν πολλά Ιλλυρικά στοιχεία, κι όταν, αργότερα, πήραν το δρόμο της επιστροφής στην παλιά τους γη, στη λεγόμενη «κάθοδο», σπείραν απ’ όπου πέρναγαν τα καινούργια γλωσσικά τους κατασκευάσματα. Βάλαν και το Οζόλαι. Αναίτια; Τυχαία; Βέβαια, όχι. Το τι ακριβώς όμως σήμαινε στην ίσως και κακομεταδομένη βορειοηπειρώτικη διάλεχτο, δεν μπορούμε να μάθουμε. Μάλλον πρόκειται για ονομασία λαού – Δωρικού; – π’ όταν ήρθαν οι Λοκροί άποικοι, μπλέχτηκε μ’ αυτούς και γίνηκε ένα νέο κράμα, περνώντας στην ιστορία ζευγαρωμένος μαζί τους. Αυτή είναι η μάλλον λογική άποψη.
Άλλο η μυθολογία. Αλλοιώς τα βλέπει, τα λέει. Μπλέχτρα αλήθειας και φαντασίας, βάζει κι εδώ τα χαριτωμένα της κι έχει να μας πη πολλά, προσπαθώντας σ’ όλα να δικαιολογήση πράγματα ανεξήγητα, μεταπλασμένα σε χίλιες δυο ιδέες. Ο Παυσανίας στα «Φωκικά» του μας μεταφέρει τα κυριώτερα από κείνα που κυκλοφορούσαν στην εποχή του.
Σ’ αυτόν μαθαίνουμε πως, ο γιος ενός Δευκαλίωνα, σίγουρα όχι του γνωστού απ’ τον κατακλυσμό, λεγόταν Ορεσθέας και βασίλευε δω πέρα. Μεγάλος άρχοντας, με βιός, είχε και μια σκύλα που κάποτε ξεχώρισε απ’ τ’ άλλα όμοια τετράποδα, γιατί, σαν ήρθε η ώρα να γεννήση, αντί για κουταβάκια, του παρουσίασε ένα ξύλο. Ο άνθρωπος τάχασε και τ’ αλλόκοτο φκιασίδι, τόχωσε βαθειά στη γης, θαρρώντας το κακό οιωνό, σημάδι άσχημο. Ό,τι είναι γραφτό όμως…
Μετά από λίγο, σαν έφτασε ανθοφορεμένη η άνοιξη, απ’ τη θαμμένη βέργα, πετάχτηκε κληματαριά. Πάλι το πήρε για «κρυπτογραφημένο μήνυμα» των θεών που σώνει και καλά κάτι θέλαν να του πουν, έβαλε τη σοφία του κάτω και βρήκε πως, απ’ τους «Όζους», τους ρόζους, τους κόμπους, που βγήκαν τα φύλλα, έπρεπε να ονοματήση το λαό του και τόκανε. Έτσι, γίναν οι Οζόλαι.
Δεύτερος μύθος, κι ο πιο ωραίος, είναι ο σχετικός με το Νέσσο. Ο Νέσσος, ήταν ένας από τους Κένταυρους, μισός άλογο μισός άνθρωπος, πούχαν φύγει απ’ το Πήλιο. Όταν ο μακελλάρης Ηρακλής ξεπάστρεψε τους ομοφύλους του στο άντρο του Φόλου, αυτός κατώρθωσε να γλυτώση. Ταλαιπωρημένος, ήρθε στις όχθες του Εύηνου, έφκιαξε μια καλύβα και ζούσε. Βοηθώντας τους ταξιδιώτες να περνάν το ποτάμι με σχεδία, έβγαζε το ψωμάκι του. Κάποτε – βουνό με βουνό δε σμίγει – σ’ αυτόν κατέφυγε κι ο Ηρακλής για να διαβή αντίπερα με τη σύζυγό του, την Αιτωλή Δηιάνειρα. Μ’ όλο το παλιό μίσος, ο πονηρός Κένταυρος δεν τ’ αρνήθηκε. Αυτός με την γυναίκα, πάνω στο πλεούμενο κι ο Ηρακλής κολυμπώντας, ξεκίνησαν.
Σαν έφτασε, όμως, στη μέση στο ποτάμι, ο βαρκάρης το βρήκε ευκολο να επιτεθή στο ταίρι του ημίθεου. Κείνη, έβαλε τις φωνές, κι ο Ηρακλής, ακούγοντάς την απ’ τη στεριά, πούχε κιόλας φτάσει, σημάδεψε με το τόξο και κάρφωσε το βέλος στην καρδιά του Νέσσου. Παρ’ όλο το σοβαρό τραύμα, ο αλογάνθρωπος δεν πέθανε αμέσως· τόβαλε στα πόδια και, βάφοντας το δρόμο κόκκινο απ’ το αίμα, προσπάθησε να γλυτώση.
Ο Ήρωας τον κυνήγησε για λίγο, αλλά ύστερα, τον άφησε, μια κι όπως κατάλαβε, οι ώρες του λαβωμένου μετριόντουσαν στα δάχτυλα. Ο Νέσσος έφτασε στον Ταφιασσό λόφο, τον στολισμένο με τάφους κι άλλων δικών του, έβαλε ό,τι βοτάνια γνώριζε στην πληγή, αλλά το κακό ήταν μεγάλο κι αγιάτρευτο, κι έτσι ολομόναχος, χωρίς συντροφιά, χωρίς βοήθεια, παράδωσε την ψυχή στον πατέρα των θεών και ανθρώπων, το Δία. Το κουφάρι του, έμεινε εκτεθημένο και «… από της σηπεδόνος φασί το υπό τη ρίζη του λόφου προερχόμενον δυσώδες και θρόμβους έχων ύδωρ ρειν δια δε τούτο, και Οζόλας καλείσθαι το έθνος», όπως μας λέει ο Στράβωνας. Τόσο ο Παυσανίας όσο και οι άλλοι λένε πως το ποτάμι βρώμαγε κι έβγαζε θρόμβους (αίμα). Τούτο, το αποδίδουν, με τη φαντασία την ποιητική, στο Νέσσο, πούμεινε και σάπισε. Γεννιέται όμως η απορία μήπως όλα αυτά γίναν για να ερμηνευτή το αιμάτινο χρώμα, λόγω του είδους του εδάφους, πούχουν τα νερά του Κόκκινου, όταν «κατεβάζη» και σέρνει ό,τι βρεθή στο δρόμο του. Τούτο, το ενισχύει κι ο λόγος του παλιού Έπαρχου Δωρίδας, Καλαμίδα, ο οποίος στα 1835, πήγε στην Αρτοτίνα και κει, κοντά στη Γονυκλισσιά, βρήκε αρχαία, σε καλή κατάσταση, που μοιάζαν με τις περιγραφές για το μνήμα του Κένταυρου. Είναι, ασφαλώς, μια σκέψη που παρουσιάζει πολλά κενά, πάντως, μοιάζει τουλάχιστον αληθοφανής γιατί καλύπτει δυο-τρία πράματα εκτός απ’ την οσμή που βέβαια δε θα υπήρχε, αλλά τη βάλαν σα συνέχεια στο χρώμα των νερών και στις βρωμιές που κατέβαζε, για να δικαιολογήσουν τ’ όνομα Οζόλαι.
Άλλος μύθος, ξανά με το υγρό στοιχείο κι αυτός, μας υποχρεώνει να επιμείνουμε στα παραπάνω. Λέει πως εκεί το ποτάμι έμοιαζε αλλόκοτο, μ’ αναθυμιάσεις και χρώματα μυστήρια. Εκείνος πάλι που πιθανόν να φτάνη στην αλήθεια, με επιφύλαξη ωστόσο στο ότι οι Οζόλαι έχουν σχέση με τη βρώμα, είναι κείνος που μιλάει για τους πρώτους κατοίκους τής περιφερείας.
Οι αυτόχθονες αυτοί κάτοικοι ζούσαν σχεδόν σε άγρια κατάσταση, χωμένοι μέσα σε σπηλιές. Ήσαν κυνηγοί με πρωτόγονα όπλα και τρώγαν ό,τι έπιανε το χέρι τους εύκολα, δίχως να καλλιεργούν ή να κάνουν άλλες δουλειές που φανερώνουν πολιτισμό. τα τομάρια απ’ τ’ αγρίμια που σκότωναν, χωρίς να τα επεξεργαστούν, καθόλου, τα φόραγαν για ρούχα, μια και δεν ξέραν και να υφαίνουν. Κι από δω, λέει, πήραν τ’ όνομα.
Απ’ τα φορέματα αυτά, τ’ άπλυτα, τ’ ακατέργαστα, με τα λίπη και τα σαπισμένα κομμάτια κρέας πάνω τους, έβγαινε βρώμα δυνατή την οποία συνήθιζαν. Πολλοί βγάζαν το μαλλιαρό μέρος του τομαριού απ’ έξω κι έτσι κόλλαγαν πάνω άχρηστα και βρώμικα πράματα και το κακό γινόταν μεγαλύτερο.
Από τούτη την αβάσταγη οσμή, οι άσπονδοι φίλοι τους, οι Φωκείς, τους είπαν, ειρωνικά, Οζολούς.
Άλλοι, επίσης, λένε πως τ’ όνομα το χρωστάνε στ’ άφθονο σπερδούκλι, που φυτρώνει στην περιοχή και που, όταν είναι ανθισμένο, μυρίζει πολύ. Αλλά, τόσο πολύ βρώμαγε ο τόπος; Το σπερδούκλι (ασφόδελος) κι η μολόχα, ωστόσο ήταν φαΐ σπουδαίο στους φτωχούς κι άπορους λαούς. «Τη Ελλάδι πενίη μεν αείποτε σύντροφος εστί», λέει ο Ηρόδοτος, ενώ το σπερδούκλι και τη μολόχα ο Ησίοδος τα θεωρεί «μεγ ̓ όνειαρ».
Μήπως λοιπόν οι Φωκείς τους βγάλαν έτσι, υποδηλώνοντας, με τη μυρουδιά, τη φτώχεια τους, τον άγονο τόπο; Άλλοι ωστόσο ισχυρίζονται ότι η ονομασία προέρχεται από τις θειούχες πηγές που υπήρχαν κοντά στο Αντίρριο.
Πάντως μ’ όλους αυτούς τους μύθους, τις διηγήσεις και τις απόψεις δε βγαίνει τίποτα σχεδόν το ουσιαστικό, μια και είναι σίγουρο, πως το βάφτισμα έγινε στα βάθη των αιώνων, κι έχει ιστορία πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια. Για να φτάσουμε επομένως στην πραγματική ερμηνεία χρειάζεται μια επισταμένη και πλατειά έρευνα όλων των μυθολογικών, ιστορικών και γλωσσολογικών στοιχείων που αναφέρονται στη Λοκρίδα. Μέσα από την έρευνα αυτή είναι σίγουρο πως θα βγει κάτι το πολύπλευρα διαφωτιστικό για τους Οζόλες Λοκρούς.

