Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Ανέστου*
«Σκέψεις και κουβέντες από ένα καραούλι των Βαρδουσίων»
Αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή (1941–1944)
Μέρος τρίτο.
……Ύστερα από όλα αυτά, αξίζει να πω λίγα λόγια και για το σχολείο μας.
Κανονικά έπρεπε να φοιτήσω στην Α΄ Δημοτικού τον Σεπτέμβριο του 1943. Όμως, εξαιτίας της Κατοχής, ο δάσκαλος δεν ήρθε ποτέ.
Τον Οκτώβριο εμφανίστηκε ο Κωστόπουλος, από το Αλποχώρι, ο οποίος υπηρέτησε στο χωριό μας για αρκετά χρόνια. Πρόλαβα να παρακολουθήσω μαθήματα μόλις έναν μήνα. Στη συνέχεια έφυγε κι εκείνος και το σχολείο έκλεισε ξανά.
Περιμέναμε καινούργιο δάσκαλο, αλλά μάταια.
Τον Οκτώβριο του 1944 ήρθε ο Λύτρας, από την Αγία Ευθυμία. Φοίτησα μέχρι τον Φεβρουάριο του 1945. Αφού με εξέτασε στην ανάγνωση, με προήγαγε στη Β΄ τάξη. Λίγο αργότερα, όμως, έφυγε και αυτός.
Την άνοιξη του 1945 οι χωριανοί ανέθεσαν στον Δημήτριο Μετάνια —τον μετέπειτα ιερέα του χωριού, που είχε κάποιες γυμνασιακές σπουδές— να μας κάνει μάθημα. Έτσι φοίτησα για περίπου δύο μήνες στην Γ΄ τάξη.
Αργότερα με έστειλαν στη θεία μου, τη Μαριγώ, στο Κλήμα, επειδή εκεί υπήρχε δάσκαλος. Δεν πρόλαβα, όμως, να μείνω περισσότερο από δέκα ή δεκαπέντε ημέρες, καθώς έφυγε κι εκείνος.
Το ίδιο συνέβη και στο Κάλλιο (Βελούχοβο), στο σπίτι της θείας μου Πολυξένης, όπου φοίτησα επίσης για λίγες μόνο ημέρες.
Τελικά, τις κανονικές τάξεις της Γ΄ και της Δ΄ Δημοτικού τις ολοκλήρωσα στο Λιδωρίκι, μέσα στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου, ενώ την Ε΄ και τη Στ΄ τάξη τις τελείωσα στο χωριό μου, με δασκάλους τον Φυλακτό και τον Καραγκούνη.
Έτσι ήταν τότε η εκπαίδευση.
Τα παιδιά μάθαιναν γράμματα όπου και όσο μπορούσαν. Ο πόλεμος δεν επέτρεπε ούτε στα σχολεία να λειτουργήσουν κανονικά.
Καθώς κλείνω τις αναμνήσεις μου από τη γερμανική Κατοχή, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο κάψιμο του Λιδωρικίου, τον Αύγουστο του 1944.
Η είδηση προκάλεσε πανικό σε ολόκληρη την περιοχή.
Οι κάτοικοι του χωριού μας μετέφεραν τα υπάρχοντά τους στο γύρω δάσος, έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους με το πρώτο προειδοποιητικό σήμα.
Ο φόβος είχε κυριεύσει τους πάντες.
Από το καραούλι του χωριού παρακολουθούσα, μέσα στη νύχτα, τις φλόγες που τύλιγαν τα σπίτια του Λιδωρικίου.
Η εικόνα εκείνη δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη μου.
Ευτυχώς, οι Γερμανοί δεν έφτασαν μέχρι τον Κόκκινο.
Όταν τελείωσε η Κατοχή και οι κατακτητές αποχώρησαν, οι άνθρωποι άρχισαν σιγά σιγά να ξαναβρίσκουν την ελπίδα.
Το δημοτικό σχολείο μετατράπηκε σε εργαστήριο παρασκευής μακαρονιών. Οι οργανώσεις της Αντίστασης έφεραν τις απαραίτητες μηχανές και οι χωριανοί έφερναν το σιτάρι και το αλεύρι τους για να το μετατρέψουν σε μακαρόνια.
Ύστερα από τέσσερα χρόνια πείνας, φόβου και στερήσεων, μπορούσαν και πάλι να απολαμβάνουν τροφές που είχαν σχεδόν ξεχάσει.
Ήταν μικρές στιγμές χαράς μέσα σε έναν τόπο που προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια του.
Οι αναμνήσεις αυτές δεν αποτελούν απλώς προσωπικά βιώματα.
Είναι η μαρτυρία μιας ολόκληρης γενιάς που γνώρισε τον πόλεμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού· μιας γενιάς που έζησε την πείνα, τον φόβο, την απώλεια, αλλά και την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά και την ελπίδα.
Αυτές οι μνήμες αξίζει να διατηρηθούν ζωντανές. Όχι για να αναμοχλεύουν το μίσος, αλλά για να θυμίζουν στις νεότερες γενιές πόσο εύθραυστη είναι η ειρήνη και πόσο πολύτιμη η ανθρώπινη ζωή.
Αθήνα, 6 Φεβρουαρίου 2022
Γ. Δ. Ανέστος
• Ο Γιώργος Ανέστος, επίτιμος σχολικός σύμβουλος, γεννήθηκε στο Κόκκινο Δωρίδας το 1937.
Σπούδασε στη Μαράσλειο ακαδημία, στη φιλοσοφική και νομική σχολή, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Πάντειο.
Υπηρέτησε ως δάσκαλος σε πολλά σχολεία στην Ελλάδα και στην Γερμανία.

