Το τελευταίο πανηγύρι ή Απολείπειν ο θεός Αντώνιον..

 Η Αγία Μονή, μια παμπάλαια εκκλησία, αλειτούργητη εδώ και σαράντα πέντε χρόνια, στο βυθό της τεχνητής λίμνης του Μόρνου στον κάμπο του χωριού Κόκκινος (Λούτσοβος), δίπλα στις όχθες του ποταμού ακριβώς απέναντι από το Αβορόρεμα. Γιόρταζε κάθε χρόνο στις είκοσι τρεις Αυγούστου.-

Απόσπασμα από το προς έκδοση βιβλίο: “θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις “.

 Προσκύνημα στην Αγία Μονή.

 

Η Αγία Μονή είναι ακριβώς μπροστά μας  σε απόσταση εξακοσίων περίπου  μέτρων. Δεν φαίνεται από το πτηνοτροφείο του Μήτσου γιατί κρύβεται πίσω από την απόληξη ενός μικρού πυκνόφυτου γεώλοφου που ξεκινά λίγο ψηλότερα, στα βορειοανατολικά, παράλληλα σχεδόν με τον αμαξιτό δρόμο Λιδωρικίου – Ναυπάκτου.

Αυτός ο λόφος φέρει το όνομα Λίθος γιατί, ενώ όλη η έκτασή του είναι χωμάτινη, στο κέντρο του και λίγο πιο ψηλά υπάρχει ένας μεγάλος βράχος που φαίνεται από όλη σχεδόν την κοιλάδα. Άγνωστο ποιος φύτεψε αυτό το λιθάρι.  Είναι από τα περίεργα της φύσης που οι άνθρωποι αδυνατούν να εξηγήσουν και προσφεύγουν στους μύθους. Μπορεί να είναι κάποιο απομεινάρι της μεγάλης Τιτανομαχίας, της μάχης δηλαδή, όπως λέει η ελληνική μυθολογία, μεταξύ των Τιτάνων και των Ολύμπιων θεών, ποιος να ξέρει; Ίσως να είναι κάποια λοξοδρομημένη πέτρινη ρουκέτα που οι Τιτάνες έστειλαν ενάντια στον Δία… Συμβαίνει και στις μέρες μας με τα πυραυλοκίνητα βλήματα…

 

Κοντά στον λίθο υπήρχε ένα μεγαλούτσικο ξέφωτο όπου ο Χαράλαμπος είχε λιγοστά χωράφια και μια καλύβα με ένα στάβλο-μαντρί για τις ανάγκες ενός μικρού κοπαδιού αιγοπροβάτων.  Ο Χαράλαμπος είχε καταγωγή από το απέναντι χωριό, τον Άβορο και ήταν σώγαμπρος εδώ. Πολυφαμελίτης και πολύ καλός άνθρωπος, με μια υπέροχη οικογένεια, λογιζόταν, παρόλο που ήταν στις παρυφές του κάμπου, μέλος της μικρής κοινότητας της κοιλάδας. 

Με τον παππού μου είχαν άριστες σχέσεις και πολλές φορές τα έλεγαν όταν συναντιόντουσαν με τα κοπάδια τους. Σε κάποιες συζητήσεις ήμουν παρών και τις θυμάμαι με νοσταλγία. Και τι δεν κουβέντιαζαν! ιστορίες του πολέμου, ιστορίες της Αμερικής, ιστορίες από την κατοχή, για την ζωή ανθρώπων που δεν ζούσαν αλλά είχαν αφήσει έντονο το αποτύπωμα τους. 

Άκουγα και δεν χόρταινε τις ωραίες αφηγήσεις και η φαντασία με ταξίδευε σε χρόνους αλλοτινούς και σε μέρη μακρινά…

«Φτάσαμε», ακούγεται η φωνή του Ματσόλα,  που διέκοψε τη αναπόλησή μου στου Χαράλαμπου τα χρόνια και τα μέρη.

Μπροστά μας και δεξιά, στο πλάτωμα ενός μικρού λόφου, ξεχωρίζει η σκεπή της εκκλησίας και παραδίπλα,  πίσω από δυο τρεις βελανιδιές κάποιοι ρημαγμένοι τοίχοι.

 

Βγαίνουμε από τον δρόμο και παίρνουμε το ανηφορικό μονοπάτι.  Σε πέντε λεπτά φτάνουμε στο πλάτωμα και το πρώτο που αντικρίζουμε είναι κάποιες παλιές κολόνες και δυο μισογκρεμισμένους τοίχους. 

Στο βάθος, προς τα βόρεια, είναι χτισμένη μια μικρή εκκλησία. Σε όλο το χώρο βρίσκονται διάσπαρτες παλιές πελεκημένες πέτρες και σπασμένες μαρμάρινες και λίθινες κολόνες. Ανοίξαμε την πόρτα της εκκλησίας. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο και λίγο χαμηλότερα, σχεδόν ένα σκαλί, από την βάση της πόρτας. Οι τοίχοι με πέτρες και άλλα υλικά, κυρίως κεραμικά, προερχόμενα μάλλον από παλιότερα οικοδομήματα, χαμηλοτάβανη και με ένα λιτό τέμπλο με λίγες παμπάλαιες εικόνες. Παρά  την έλλειψη πλούσιου διακόσμου και φανταχτερών εκκλησιαστικών κειμηλίων, ο χώρος εκπέμπει μια γαλήνη που ηρεμεί την ψυχή των προσκυνητών. Αυτή την ηρεμία και την γαλήνη την αισθάνεσαι και στον εξωτερικό περίβολο.

 

Προσκυνήσαμε τις παμπάλαιες εικόνες και θελήσαμε να ανάψουμε ένα κερί και τα δυο καντήλια που κρέμονταν  αριστερά και δεξιά του τέμπλου, αλλά δυστυχώς δεν είχαμε φωτιά, το κουτί με τα σπίρτα ήταν άδειο. Αφήσαμε οφειλόμενα από το τελευταίο προσκύνημα, το κεράκι ακόμη το χρωστάμε στην Παναγιά μας, την προστάτιδα της Κοιλάδας. Τα νερά της λίμνης δεν επιτρέπουν τη διαγραφή της οφειλής.

 

Βγήκαμε έξω και καθίσαμε στις αρχαίες πέτρες, κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά. Από εδώ βλέπαμε όλη σχεδόν την κοιλάδα. Αγναντεύαμε την κοίτη του ποταμιού, που αυτή την εποχή είχε λιγοστό νερό, από το Στενό και το Κάστρο του Βελούχοβου στα ψηλά μέχρι την συμβολή του με το Αβορόρεμα.

 

«Ελάτε εδώ», μας φωνάζει ο Κώστας, «αυτή η μαρμάρινη πλάκα έχει κάποια επιγραφή στα λατινικά».

Πήγαμε κοντά και είδαμε πράγματι την λατινική επιγραφή.

«Να, και αυτή εδώ η κολόνα έχει λατινικά», ακούμε τον Νίκο, που έψαχνε μέσα σε κάποια ερείπια που έμοιαζαν με ιερό εκκλησίας.

«Τόσα χρόνια ερχόμασταν εδώ στο πανηγύρι, στις 23 Αυγούστου, και ποτέ δεν είχαμε προσέξει τις λατινικές επιγραφές», μας λέει ο Ματσόλα.

Στο πανηγύρι μόνο επιγραφές δεν κοιτάζαμε, είχε τόσα αλλά ενδιαφέροντα…

«Εγώ θυμάμαι κάποιον, πριν πέντε έξι χρόνια, που ήρθε στο Χάνι και μας είπε πως είναι αρχαιολόγος ή κάτι τέτοιο και ζήτησε να του ετοιμάσουμε κάτι για φαγητό. Πιάσανε την κουβέντα με τον πατέρα μου και έλεγε πως καταγράφει παλιά μοναστήρια και  έτσι είχε έρθει κι εδώ στην Αγία Μονή. Επίσης, είπε πως όταν η περιοχή είχε κατακτηθεί από τους Ενετούς ή τους Φράγκους, εδώ λειτουργούσε καθολικό μοναστήρι.»

 

«Έτσι εξηγείται, Κώστα, γιατί υπάρχουν οι λατινικές επιγραφές», του απαντώ. «Όμως βλέπεις αυτές τις κολόνες; Δεν μοιάζουν με κολόνες δωρικού ρυθμού; Κοίταξε πόσο λιτό είναι το κιονόκρανο. Ο δωρικός ρυθμός διακρίνεται για την αυστηρή γραμμή και την έλλειψη περίτεχνων διακοσμήσεων, αυτά δεν μάθαμε στο Γυμνάσιο;»

«Πράγματι, μοιάζουν», συμφώνησαν και οι υπόλοιποι.

«Ποιος να ξέρει; μπορεί να προϋπήρχε και αρχαίος ναός…»

«Γεια σας, ρε παιδιά, τι κάνατε εδώ;» Ήταν ο Θεμιστοκλής, που όλοι τον ξέραμε ως Μούστο. Ο Μούστος ήταν ο ακρίτας της κοιλάδας.  Διέθετε ένα μεγάλο κοπάδι αιγοπροβάτων και είχε την βάση του στο τέλος της κοιλάδας, στη θέση Μαυρονέρι, εκεί που θα ανυψωνόταν το φράγμα για να γίνει η λίμνη.

«Φεύγουμε μεθαύριο για την Αθήνα και ήρθαμε να προσκυνήσουμε για τελευταία φορά», του απαντώ.

«Ναι, το ξέρω. Ακόμα δεν ξεκίνησαν τα έργα και άρχισαν οι αποχωρήσεις. Κι εγώ πρέπει να φύγω. Χθες έφτασαν κάποια μηχανήματα στο Μαυρονέρι , πολύ κοντά στην ταράτσα που έχω το μαντρί. Ήταν μεσημέρι και είχα ξαπλώσει στη μεγάλη αριά όταν με ξύπνησαν κάτι περίεργοι θόρυβοι και τα γαυγίσματα των σκυλιών. Ήταν δυο μεγάλοι γερανοί και μια μπουλντόζα. Σταμάτησαν κοντά στην γέφυρα, εκεί που είναι η πηγή.  Φαίνεται σ’ αυτό το μέρος θα φτιαχτεί το φράγμα».

«Να δω που θα πάω με τα ζωντανά μέχρι να τα πουλήσω. Τελείωσε το Μαυρονέρι για μένα…»

 

Το κοπάδι του μπάρμπα Μούστου κατηφόρισε προς την πλευρά του ποταμιού με τα σκυλιά να γαβγίζουν σε κάποια ξεκομμένα ζωντανά, για να πάνε μαζί με τα άλλα.

«Άντε, παιδιά, να σας χαιρετίσω και να πείτε στην Ευθυμία να μην μας ξεχάσει τώρα που θα γίνει πρωτευουσιάνα». Η Ευθυμία, η μητέρα μου, ήταν πρώτη ξαδέλφη του Θεμιστοκλή.

«Παιδιά, εγώ πείνασα και θέλω και μια ώρα μέχρι να φτάσω στο Χάνι, δεν είναι καιρός να γυρίσουμε;»

Αμέσως συμφώνησαν και οι υπόλοιποι. Εγώ ήθελα να μείνω λίγο ακόμη και δεν τους ακολούθησα. Παρέμεινα μόνος, καθισμένος σε μια πεσμένη κολόνα στο άκρο του πλατώματος, απολαμβάνοντας την όμορφη θέα.

 

Έβλεπα κάποιες εικόνες, που θαρρείς αντίκριζα για πρώτη φορά.  Μπορεί να ήταν και η σκέψη μου που μου έλεγε: τελευταία σου ευκαιρία, παρατήρησε καλύτερα και κατάγραψε τα πάντα, αύριο δεν θα υπάρχουν…  Παλιότερα δεν υπήρχε τέτοια απειλή, τα μάτια έβλεπαν αλλά το μυαλό δεν κατέγραφε, το ανέβαλλε για αργότερα, «και αύριο εδώ θα είναι, έχουμε καιρό να εμβαθύνουμε και να αποτυπώσουμε…» Τώρα όμως άλλαξαν τα πράγματα, δεν υπάρχει αύριο…

 

Έβλεπα με έκπληξη την ομορφιά του μικρού κάμπου ακριβώς απέναντί μου, στολισμένου με αναβαθμίδες και περιτριγυρισμένου με μια πλούσια συστάδα πλάτανων στην συμβολή του Αβορορέματος με τον Μόρνο.

 

«Α, να και το άλλο, τι ομορφιά εκπέμπει! Πώς δεν το είχα προσέξει τόσο καιρό;» μονολογούσα. Αυτός ο μικρός ο γήλοφος σε σχήμα αβγού ακριβώς κάτω από το Σεβεδίκο, και το μεγάλο ρέμα που έρχεται από ψηλά από τον Πύρνο να τρέχει περιμετρικά, να το κυκλώνει στην βάση του και να φεύγει μετά προς το ποτάμι, δίνοντας την αίσθηση ενός μικρονησιού…

Πρέπει να είχε περάσει κανένα μισάωρο, που στεκόμουν σαν εκστασιασμένος, εκεί στην αρχαία κολόνα, και κατέγραφα εικόνες οικείες αλλά και εικόνες πρωτοφανέρωτες, όταν ο θόρυβος του λεωφορείου του ΚΤΕΛ με επανέφερε στην πραγματικότητα.

 

Σε αυτό το μισάωρο μου φάνηκε πως άκουσα την απόλυση της Λειτουργίας και το δι΄ευχών από τον παπά Δημήτρη και αμέσως μετά ένα ανθρώπινο βουητό από ευχές για την μεγάλη γιορτή της Παναγίας. Άκουσα καθαρά το να ήταν τα νιάτα δυο φορές, τραγούδι πρόκριμα για να ξεκινήσει ο χορός από τους μεγαλύτερους και, τελευταίο, ο ήλιος βασιλεύει και η μέρα σώνεται, με τον γλυκύτατο ήχο του κλαρίνου και του νταουλιού τον ξεσηκωτικό ρυθμό. Κατόπιν απόλυτη σιγή κι έπειτα  μια εξαίσια μουσική συνοδευόμενη από ανθρώπινη οχλοβοή με θύμισες από θίασο δαιμονικής συνέργιας που οι κάτοικοι του κάμπου πίστευαν, παραδόξως δεν μου προκάλεσε φόβο αλλά ήρθε στο νου μου το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον, το καλύτερο για μένα ποίημα του Καβάφη:

Σαν έξαφνα, ακουσθεί

αόρατος θίασος να περνά

με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -….

μη ανωφέλετα θρηνήσεις.

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,

αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια πού φεύγει.

 

Ναι, και εφάνη έξαφνα ο αόρατος για μας θίασος να περνά και συνάμα ακούστηκαν οι αποκρουστικοί θόρυβοι από τις μπουλντόζες, τους γερανούς και τα γυποειδή φορτηγά. Ναι, αποχαιρετούμε την κοιλάδα των ανέμελων χρόνων και της απέραντης ελευθερίας και φεύγουμε, χωρίς όμως να την ξεχνούμε.

Θαμμένη θα είναι πάντα στο μυαλό μας και στα όνειρα μας θα ξαναζωντανεύει συχνά, πυκνά στου ύπνου μας την σχόλη…

 

Κωνσταντίνος Γ. Μπερτσιάς

Πόνημα δημιουργικής γραφής

Αύγουστος 2020

Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος

Χρόνια πολλά πατριώτες , καλή Παναγιά!
Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος σήμερα και έρχονται στην θύμιση μας γλυκές αναμνήσεις από το πανηγύρι μας. 
Σήμερα γιορτάζει το μικρό ξωκλήσι, που είναι κτισμένο στην πανέμορφη θέση Καστανιές με θέα τα Βαρδούσια και  σε έναν από τους μαγευτικούς κολπίσκους της λίμνης. Η σημερινή εκκλησία είναι η ‘’συνέχεια’’ της θαμμένης πλέον μαζί με τις  βιωματικές αναμνήσεις μας στα  βαθειά νερά της λίμνης . Ήταν κτισμένη δίπλα στην όχθη του Κόκκινου, ακριβώς απέναντι από τα Χάνια του Καραπιστόλη , στο βυθό της λίμνης και αυτά .
Όλοι, μικροί μεγάλοι, περιμέναμε την μέρα αυτή με ιδιαίτερη προσμονή. Από  νωρίς το πρωί παρέες, παρέες μαζευόμασταν και πιάναμε τις θέσεις μας γύρω από την εκκλησία . 
Η κάθε οικογένεια ή μάλλον το κάθε σόι είχε “αγκαζάρει ” από πάππου  προς πάππου την θέση του . Μάλιστα  κάποιοι μερακλήδες για να ενισχύσουν  τον ίσκιο των μεγάλων πλατάνων που αφθονούσαν στην περιοχή ,  έκαναν και τα περίτεχνα τσαρδάκια σκεπασμένα  με δεματσούλες. 
Η φήμη του πανηγυριού ξεπερνούσε τα όρια της κοινότητας μας και είχαμε πολλούς  προσκυνητές από την διπλανή κοινότητα την Γρανίτσα ( Διακόπι) και μπορώ να πω, πως και λόγω της στενής γειτνίασης οι γρανιτσιώτες το θεωρούσαν και σαν δικό τους πανηγύρι . 
Πολλοί προσκυνητές ερχόντουσαν από το Βελούχι, την Αγλαβίστα, την Πενταγιού, το Κλήμα, το Σεβεδίκο, τον Αβορο,  από τα διπλανά  Χανιά και από τα Χάνια του Στενού . Δεν απουσίαζαν και οι προσκυνητές από την πρωτεύουσα της επαρχίας μας, το Λιδωρίκι . 
Οι νοικοκυρές είχαν ετοιμάσει και είχαν φέρει μαζί  τους τα λιτά αλλά πεντανόστιμα φαγητά τους και οπωσδήποτε τις περίφημες κολοκυθόπιτες  και τηγανησμένα ψάρια από τον ποτάμι μας τον Μόρνο .
Μια μικρή παρένθεση για να αναφερθώ στην παράδοση που είχε το χωριό μας  στο ψάρεμα και στο κυνήγι (για το κυνήγι θα γράψουμε άλλη φορά και να μην ξεχνάμε και το προσωνύμιο, κουναβολόγοι, που οι καλοί γείτονες μας, (από ζήλεια μάλλον ;), μας είχαν  προσάψει .
Είχαμε το προνόμιο ο κάμπος μας να ακουμπά στις όχθες του μεγάλου ποταμιού, του Μόρνου και του παραπόταμου, του Κόκκινου .  
Ο Κόκκινος στέρευε τους καλοκαιρινούς μήνες, συνήθως από τα μέσα Ιουλίου και από την μεγάλη τσιμεντένια γεφυρα και προς τα κάτω δεν είχε νερό.  Όσο προχωρούσε το καλοκαίρι  η κοίτη του έμενε στεγνή μέχρι την θέση Καρνασέικα, στο ύψος του γρανιτσορέματος και του δαφνορέματος . 
Πάντως στο πανηγυρι το νερό ίσα που’φθανε μέχρισ τα Χάνια,ανάλογα βέβαια και την ξηρασία του συγκεκριμένου χρόνου.
Τα νερά των δυο αυτών ποταμιών και κυρίως του Μόρνου πότιζαν , μέσω  των πολύ καλά σχεδιασμένων  αυλακιών, μήκους πολλών χιλιομέτρων , τον εύφορο κάμπο .
Στα νερά ζούσαν μεγάλοι πληθυσμοί ψαριών, δρομίτσες , χαμοσύρτες , χέλια , και πέστροφες. Αρκετοί από τους χωριανούς μας ασχολιόντουσαν με ιδιαίτερο πάθος με το ψάρεμα .
Ο πιο συνηθισμένος τρόπος  ψαρέματος ήταν με την χρήση της καλαμωτής .  
Με πέτρες χτιζόταν το καλομοστάσι που ουσιαστικά έσπρωχνε τα νερά και τα ψάρια σε ένα στενό αύλακα, που στο τέλος του είχε τοποθετηθεί η καλαμωτή. Η καλαμωτή ήταν φτιαγμένη με καλάμια είχε μήκος δυο μέτρα περίπου , το ένα  άκρο είχε πλάτος περίπου ένα  μέτρο, και τοποθετείτο στο τέλος του καλαμοστασίου , το άλλο δε άκρο έκλεινε σε μορφή στομίου με πλεγμένα καλάμια. 
Όλη αυτή η κατασκευή δηλαδή το καλομοστάσι μαζί με τη καλαμωτή προσέδιδε μεγάλο ρεύμα στη ροή του νερού και  ήταν αδύνατο για τα ψάρια που θα ακολούθησαν την ροή να κολυμπήσουν αντίθετα και ουσιαστικά εγκλωβίζονταν στην καλαμωτή .
Κάποιοι χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή της καλαμωτής κοτόσυρμα .

Την νύχτα της προπαραμονής του πανηγυριού όλα σχεδόν τα  παιδιά ήταν στο ποτάμι για να ψαρέψουν. Αλλοι είχαν τις καλαμωτές και άλλοι  έκαναν πυροφάνι είτε με λουξ (προνομιούχοι) είτε με κομμάτια καουτσούκ από παλιά λάστιχα αυτοκινήτων . Σε κάποιες περιπτώσεις καρφώναμε και κανένα δάχτυλο αντί για ψάρι….
Ας γυρίσουμε στο πανηγύρι , αμέσως μετά την λειτουργία στρώναμε τραπέζι και ακολουθούσε γλέντι με ζωντανή μουσική από οργονοπαίχτες της γύρω περιοχής οπως οι Καρμαίοι από το Σεβεδίκο , Φαλιαμπάλιας , Πανάγος κτλ.
Βέβαια και οι δυο μαγαζάτορες του χωριού μας,  (Καραμπέτσος και Καραγιάννης), για τις ανάγκες της ημέρας μετέφεραν τα μαγαζιά τους στο προαύλιο χώρο της εκκλησίας , και παρόλη την νηστεία , το κοκορέτσι και η ψητή προβατίνα έδιναν και έπαιρναν ….
Για τα παιδιά ήταν ακόμη μεγαλύτερη  η χαρά τους γιατί από το πάγκο που κάποιος μικροπωλητής έστηνε ( Γιαλαμάς ,Καλμαντής,κτλ) μπορούσαν (;) να αγοράσουν διάφορα μπιχλιμπίδια από σουγιάδες μέχρι σφυρίχτρες .
Επίσης και οι φωτογράφοι ήσαν παρόντες για τα οικογενειακά και όχι μόνο ενσταντανέ . Ο Γιαλαμάς από το Λιδωρίκι και ο Πανουργιάς ( Κολοκυθάς ) ο Νίκος που είχε καταγωγή από το χωριό μας .
Το γλέντι βαστούσε μέχρι αργά το απόγευμα και ουσιστικά μέχρι  την ώρα  του σκάρου μια και οι περισσότεροι πανηγυριτζήδες είχαν και τα πράματα τους και έδιναν ραντεβού για το άλλο πανηγυρι του χωριού στις 23 Αυγούστου της Αΐμονής..
Οι φωτογραφίες που σκολουθουν είναι τραβηγμένες στο χώρο της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος κατα πάσα πιθανότητα απο τους προαναφερόμενους φωτογράφους .

Ανέκδοτες ιστορίες της Αρτοτίνας Πηγή: http://orinidorida.blogspot.com γράφει ο …

Ανέκδοτες ιστορίες της Αρτοτίνας

   Πηγή:  http://orinidorida.blogspot.com
γράφει ο Νικ. Μαυραγάνης

– Τα παλιότερα χρόνια η καρδιά της Αρτοτίνας χτυπούσε στο Σαφακέϊκο αρχοντικό. Ο Γιάννης, γιος του οπλαρχηγού Σαφάκα, μετά τη στρατιωτική και πολιτική του σταδιοδρομία, υπήρξε ο μοναδικός και αδιαφιλονίκητος άρχοντας της Αρτοτίνας και η κρίση του και η γνώμη του είχαν μεγάλη πέραση. Στο φιλόξενο αρχοντικό του η πόρτα ήταν πάντα ανοιχτή για όλους. Οι πιο γνωστικοί περνούσαν να τον χαιρετίσουν και να κουβεντιάσουν θέματα γενικού ενδιαφέροντος και να σχολιάσουν την πολιτική επικαιρότητα, ενώ ο ίδιος ήταν αντιοθωνικός. Άλλοι περνούσαν για καφέ και να τον συμβουλευτούν για προσωπικά ή οικογενειακά τους θέματα. Άλλοι ήταν υποχρεωμένοι να περάσουν γιατί τους είχε στη δούλεψή του και ανάμεσα σ’ όλο αυτό το …. μελισσολόι δεν έλειψαν και εκείνοι που χαζοερωτούσαν: «Τι καιρό θα κάνει αύριο καπετάνιε;».

Γι’ αυτούς τους τελευταίους, ένας παλιός Αρτοτινός, όταν το καλούσε η κουβέντα, έλεγε:
«Τους χαζούς με τη κοσιά να τους… κόβεις δε σώνονται».
– Ο Σανιδογιώργος ήταν άνθρωπος με χιούμορ, και εραστής του ποτηριού, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα γινότανε «δαυλί». Ένα Σαββατόβραδο βγαίνοντας απ’ την ταβέρνα τρικλύζοντας και γράφοντας οχτάρια κουτούλησε στον τοίχο και μόλις κάπως ισορρόπησε έβγαλε από μέσα του το άχτι, λέγοντας «Εγώ σε πίνω για καλό και συ με πας στον τοίχο».
Μια άλλη φορά ο γιος του, μαθητής τότε δημοτικού, είχε διαπράξει απανωτές αταξίες και θέλοντας να τον νουθετήσει, άρχισε: «Υιέ μου, Υιέ μου γιατί με πικραίνεις; και συνεχίζει…». Όταν τελείωσαν οι νουθεσίες ο Κώστας απαντάει: «Πατέρα, πάλι τον καύκον ήπιες πάλι τον νουν απώλεσες;». Αυτή την αρχαιοπρεπή φράση την άκουσε στην ιστορία, για κάποιο Βυζαντινό Αυτοκράτορα, που ήταν και εκείνος τρελός εραστής του ποτηριού και έβαλε τα δυνατά του να την απομνημονεύσει για να τη σερβίρει ατόφια στον πατέρα του.
– Το δικαστήριο της Κουτσοκέρας…
Μόλις τελείωσε ο εμφύλιος (1950), η ζωή επανήλθε στην Αρτοτίνα, τα νοικοκυριά ανασυγκροτούνται και τα χωράφια καλλιεργούνται. Στις ράχες και στα πλάγια ακούγονται ξανά τα γλυκόλαλα κουδούνια των κουπαδιών και στις ρεματιές, αντιβουίζει λυπητερά το μοιρολόι της χαροκαμένης μάνας, που θρηνεί το αδικοχαμένο παιδί της στον επάρατο εμφύλιο.
Αυτόν τον καιρό στον Λάκο έχουν κουνάκι, στρούγκα και τυροκομούν μια σφιχτοδεμένη παρέα κτηνοτρόφων από τους: Θ. Κούπα, Ν. Φούσκα, Α. Σούτα, Κ. Γύφτο, και Κ. Π’λή. Μια ώρα πιο κάτω, στη Μπάδη, βρισκόταν το γιδομάντρι του Β. Σκουρομύτη.
Τις προβατίνες τις είχαν μπουχτίσει οι Βαρδουσιώτες και ορέχτηκαν να φάνε γίδα. Οι παλιοσυνήθειες, βλέπετε, δεν κόβονται με το… μαχαίρι. Ο Π’λής, που ήταν γρήγορος, σα να είχε φτερά στα πόδια, (εξ ου και το παρατσούκλι), μια φεγγαρόλουστη βραδιά τ’ Αυγούστου παραμονές τ’ Αϊ Γιαννιού πετάχτηκε στη Μπάδη και φέρνει για τη σούβλα μια γίδα Κουτσοκέρα.
Ανήμερα τ’ Αϊ Γιαννιού που το χωριό πανηγυρίζει και στις στάνες δεν βρίσκεται ψυχή, ο Σκουρομύτης κατέφυγε στην Αστυνομία και έκανε καταγγελία. Δυο χωροφύλακες, ο Χρύσανθος γνωστός της παρέας και ο άλλος Κρητικός, ασθμαίνοντες και κοπιώντες έφτασαν στο Λάκο και εντόπισαν από κοινού την ψησταριά και βρήκαν ένα κέρατο. Έπειτα σκόρπισαν για να βρουν κι άλλα… Στη σχισματιά της μεγάλης κοτρώνας, που βρίσκεται κοντά στο κονάκι, ο Χρύσανθος βρήκε στουπωμένο ένα γιδοτόμαρο. Το έβγαλε από εκεί και πήγε και το έκρυψε καλύτερα!
Ο Κρητικός βρήκε και αυτός κάτι γιδίσιες τρίχες πάνω στην ίδια την κοτρώνα και με τα δύο ευρήματα στο χέρι (κέρατο, τρίχες), γύρισαν στην Αστυνομία και έτσι έδεσε η μήνυση.
Η δίκη έγινε στην Άμφισσα τον επόμενο χρόνο με δικηγόρο υπεράσπισης το Γούναρη και κατηγορίας τον Κοκκινόπουλο. Δασκαλεμένοι οι κατηγορούμενοι από το δικηγόρο τους, ότι ο Εισαγγελέας της έδρας πενθεί ακόμα το χαμό του αδερφού του απ’ τους ΚΟΥΚΟΥΕΔΕΣ, ξεσπάθωσαν:
ΕΡΩΤΗΣΗ: Έχετε προηγούμενα με τον μηνυτή;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ναι, είναι ΚΟΥΚΟΥΕΣ (Κ.Κ.Ε.) και μας χωρίζει αίμα. Το 1947 που το λόγο
είχαν τα μαχαίρια οι αντάρτες εκτέλεσαν αναίτια τέσσερις δικούς μας. 
Είναι αλήθεια ότι τα μετεμφυλιακά χρόνια διαμορφώθηκαν συνειδήσεις και παγιώθηκαν πιστεύω, όπως συνέφερε τον νικητή. Όποιος δεν ήταν εθνικόφρων με τη «βούλα» δεν προστατευόταν δεόντως απ’ το Κράτος.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Για την ψησταριά τι έχετε να πείτε;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κάθε εβδομάδα ψήνομε δικά μας.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Το κέρατο πώς βρέθηκε κοντά σας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Τα κέρατα δεν τα μαζεύουμε για τα κεφάλια μας, αλλά για να καλιγώνουμε τις μαγκούρες μας. Νάτες μερικές είναι στημένες πίσω στη γωνία.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Οι γιδότριχες τι χαλεύαν στην κοτρώνα;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο καθένας από εμάς έχει δύο – τρεις γίδες στο κοπάδι να τρώνε γάλα τα παιδιά του, και αυτές έχουν το ιδίωμα να σκαρφαλώνουν για να κοιμηθούν πάνω στις πιο μεγάλες πέτρες, επόμενο είναι να αφήσουν κάποιες τρίχες.
Η διαδικασία της δίκης τελείωσε, η απόφαση βγήκε, η αλήθεια γύρισε ανάποδα και οι πρώην κατηγορούμενοι επέστρεψαν στο χωριό νικητές και τροπαιούχοι.
Εκείνη τη χρονική περίοδο, που οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν ταραγμένες, λόγω του εμφυλίου, οι επικεφαλής του χωριού, Πρόεδρος και Αστυνόμος, ήταν μετριόφρονες άνθρωποι, συναινετικοί και καλοσυνάτοι.
Με σύνεση και σχέδιο κατόρθωσαν να φέρουν στο ίδιο τραπέζι τους πρώην διαδίκους και όλοι μαζί ρεφενίζοντας μεζέ και με κρασί καταμπελίσιο ξενύχτησαν και τους πήρε η χαραυγή.
Έκτοτε η ζωοκλοπή σπανίζει στην Ελλάδα.
Τη σκυτάλη την άφησε η κάπα και την πήρε η γραβάτα!

ΣΗΜΕΡΑ ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ Η ΜΑΡΙΑ ΚΟΡΑΚΗ -ΚΙΟΥΠΗ.ΑΓΑΠΗΤΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΤΟ Χ…

ΣΗΜΕΡΑ ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ Η ΜΑΡΙΑ ΚΟΡΑΚΗ -ΚΙΟΥΠΗ.ΑΓΑΠΗΤΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ,ΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ.ΛΑΤΡΕΥΕ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ ΟΠΟΥ ΕΜΕΝΕ ΑΡΚΕΤΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΣΤΗΝ ΓΡΑΝΙΤΣΑ.ΑΠΕΚΤΗΣΕ 2 ΚΟΡΕΣ ΚΑΙ 4 ΕΓΓΟΝΙΑ.ΘΑ ΜΑΣ ΛΕΙΨΕΙΣ ΘΕΙΑ ΜΟΥ.ΘΑ ΣΕ ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗ .ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ   Η ΚΗΔΕΙΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΒΥΡΩΝΑ ΑΥΡΙΟ 10 πμ
( από την πρόοδο του Συλόγγου, Βάσω Καλιαντέρη)

Προφήτης Ηλίας

Του Προφήτη Ηλία σήμερα και από ότι φαίνεται από τις πιο κάτω φωτογραφίες, που μου έστειλε ο Μπάμπης ο Κρανιάς αρκετοί χωριανοί παραβρεύθηκαν στην θεία λειτουργία
Χρόνια πολλά και του χρόνου με υγεία !

Τοπωνύμια Δωριέων με τη λέξη Βόιον – Του Σταύρου Καπλάνογλου 0 Του Σταύρου Π. Κα…

Τοπωνύμια Δωριέων με τη λέξη Βόιον – Του Σταύρου Καπλάνογλου

Του Σταύρου Π. Καπλάνογλου:
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Είναι γνωστό, ότι η καταγεγραμμένη Ελληνική ιστορία αρχίζει από την εποχή, που ο Όμηρος έγραψε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια τον 8ο ή 7ο αιώνα π.Χ. Είχαν προηγηθεί οι ”Σκοτεινοί χρόνοι της ιστορίας”, για τους οποίους ελάχιστα είναι γνωστά και έφθασαν οι πληροφορίες γι’ αυτή την εποχή , στις σημερινές γενιές, με αναφορές τόσο από τον Όμηρο όσο και άλλους ιστορικούς των μετέπειτα χρόνων .
Ένας τρόπος, έτσι ώστε να μάθεις κάτι για εκείνες τις ημέρες είναι να μελετήσεις την γλώσσα του κάθε τόπου και να δεις τα τοπωνύμια, που όσο και αν αλλοιώθηκαν τα ονόματα από τα μέρη αυτά με το πέρασμα του χρόνου, η ρίζα τους κάτι έχει να μας δώσει
Από παλιά έχουν πει ότι ”Τα τοπωνύμια είναι τα ζωντανά μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας και της γλώσσας ”.
Δεν είναι τυχαίο, ότι όποιος επιδρομέας καταλάμβανε αυτόν τον ευλογημένο τόπο, άλλαζε το ονόματα των πόλεων,βουνών ,ποταμών και άλλων τοπωνυμιών και δεν έχουμε παρά να δούμε, πόσες αλλαγές έγιναν στην Ελλάδα από τους Σλάβους και τους Οθωμανούς, με στόχο την αλλοίωση της ιστορίας.
Μελετώντας την ιστορία των Δωριέων, βλέπουμε την διατήρηση στο χρόνο ,την πατρίδα από όπου ξεκίνησαν, μέσα από τους τόπους,όπου έζησαν, με τα τοπωνύμια στα οποία έδωσαν όνομα, σε μια εποχή που δεν υπάρχει η καταγραφή της ιστορίας ( 11ος αιών π.Χ.).
Και μόνο με την αναφορά τους, θα δούμε την πατρίδα τους και την διαδρομή τους
Έχει γραφτεί από τους ιστορικούς, ότι ξεκίνησαν από το Βόιο και το όρος Λάκμος της Πίνδου.
Στην σημερινή παρουσία ,ερευνώντας την τοπική ιστορία θα αναφερθούμε στα τοπωνύμια με την λέξη Βοΐο, αυτούσια ή με παραλλαγές ή ακόμη σε συνδυασμό με άλλες λέξεις ,που υπήρχαν στην αρχαιότητα και κάποια έφθασαν στις ημέρες μας.
Με βάση τη ρίζα της αρχαίας αυτής λέξης, Βόιο ‘‘Ευ-βόιον’’, των Δωριέων, διασώζεται σήμερα και μια σειρά αρχαίων ελληνικών τοπωνυμιών.
Τα τοπωνύμια που εντοπίσαμε είναι :
— Στην περιοχή της Δ. Μακεδονίας και γύρω από αυτή ,
Το όρος Βόιο και φυσικά, ο σημερινός δήμος της Κοζάνης
Το όνομα του ποταμού Αώου (Βογιούσα), στα Αλβανικό Βγίοζε
Το χωρίο Βωβούσα της Κόνιτσας
Η πολη Μελιβόια στον Κισσαβο.
Η αρχαία λίμνη της Θεσσαλίας Βοβηίς ή Βοιβήδα
Η πόλη Βοίβη, επίσης στην Θεσσαλία
Αναφορά από τον Όμηρο, κατά τον Στ. Βυζάντιο, Βόιον= Βοίβην
Η λίμνη Βοβηίς ή Βοιβηδα και η πολιτεία Μελι-Βόια.
Το Βόιον της Δωρικής Τετράπολης, στη Φωκίδα.
Την Δωρίδα ή Δωρική Τετράπολη, στη Φωκίδα, η οποία εκτός από το Βοΐο, ήταν μια ακόμη πόλη που θύμιζε την πατρίδα των Δωριέων, αλλά η Πίνδος που έδωσε συγχρόνως το όνομα του και σε ένα μικρο ποτάμι την Πίνδο
Η περιοχή της Βοιωτίας
Η περιοχή της Ευ-Βοίας
Η Βάτικα ή Βόια ή Βοιές της Λακωνίας
Το Βόιον ή Βιαία-αι της Κρήτης
Η πόλη των Αιολέων Βοιόνε της Μ. Ασίας
Επειδή τα στοιχεία που συγκεντρώσαμε είναι αρκετά, θα δώσουμε, συμπληρωματικά με προηγούμενη δημοσίευση, κάποιες ακόμη πληροφορίες για το όρος Βοΐο και θα μιλήσουμε για την Δωρική Τετράπολη ή Δωρίδα (Βόιον – Ερινεός – Πίνδος – Κυτίνιον ) και τις πόλεις που την συνέστησαν αρχικά και αυτές που ενσωματώθηκαν αργότερα.
Η απανταχού Δωριείς θεωρούσαν την Δωρίδα μητρόπολη τους.
ΤΟ ΒΟΙΟΝ ΟΡΟΣ
Το ορος Βοΐο (ν) είναι γνωστό από την αρχαιότητα , η ονομασία του έμεινε αναλλοίωτη δω και 3000 χρόνια και πλέον
Οι αρχαίοι Έλληνες γεωγράφοι μάλιστα χαρακτήριζαν με αυτό το όνομα ολόκληρη την Πίνδο.
Από το όρος Βόϊο, πήρε την ονομασία της η ομώνυμη περιοχή της Δ. Μακεδονίας , το οποίο αποτελείται από τέσσερα επιμέρους βουνά.
Το βόρειο τμήμα του, μεταξύ των νομών Καστοριάς και Κοζάνης, ονομάζεται Όντρια όρη και το νότιο τμήμα του, μεταξύ Επταχωρίου και Δοτσικού, Τάλιαρος. Τα 2 μικρότερα βουνά Σκούρτζα και Αννίτσα χωρίζουν το Βόιο από την Βασιλίτσα.
Αποτελούν δηλαδή, μια μικρή οροσειρά ,την οροσειρά του Βοΐου
Το μήκος του φθάνει τα 45 χλμ και το πλάτος του τα 30 χλμ, ενώ η κατεύθυνσή της είναι
Βορράς – Νότος όπως και η υπόλοιπη Πίνδος.
Χαρακτηριστικό της ,το πλήθος και το ιδιαίτερο σχήμα των κορυφών
του, κάτι που οφείλεται στους εντυπωσιακούς γεωλογικούς σχηματισμούς.
Η διάταξη των πετρωμάτων του είναι, από τα δυτικά προς τα ανατολικά, και
οι δυτικές πλαγιές να είναι ιδιαίτερα απόκρημνες, ενώ οι ανατολικές περισσότερο ομαλές και δασωμένες,
— Το όρος Βοΐο συγκεντρώνει μέρος της λεκάνης απορροής σημαντικών ποταμών
Α. Αλιάκμονας : Από το Βοΐο πηγάζει ο Αλιάκμονας και οι σημαντικότεροι παραπόταμοι του, ο ‘Πραμόριτσα’, το ‘Βέλος΄ και ο Βενέτικος
Περιλαμβάνει τον κύριο κορμό, που ξεκινά ,κατά μήκος της λεκάνης που σχηματίζεται μεταξύ του ‘Νεστορίου ’και του χωριού ‘Πεύκος’ της Καστοριάς, διασχίζει την Κοζάνης και καταλήγει στα Γρεβενά.
Β. Αώος : Από το Βοΐο πηγάζει και ο Σαραντάπορος, βασικός παραπόταμος του Αώου Του ποταμού που ξεκινά από την Ελλάδα περνά από την Αλβανία και καταλήγει στο Αδριατικό πέλαγος
— Οι υψηλότερες κορυφές του Βοΐου
.** Παλιοκρημίνι’ (υψόμ. 1812μ.)
‘Προφήτη Ηλία Ζουπανίου’ (υψόμ. 1810μ.).
Πετρίτσι’ (υψόμ. 1784μ.) και
‘Πύργος Κοτύλης’ (υψόμ. 1767μ.).
Οι 4 κορυφές αποτελούν το υψηλότερο τμήμα του όρους του κυρίως Βοΐου, με πλήθος κορυφών πάνω από τα 1600 μέτρα, σχηματίζοντας στα δυτικά με το Γράμμο την κοιλάδα του Σαραντάπορου.
** Το δεύτερο μεγάλο τμήμα του είναι τα ‘Όντρια’, τα οποία έχουν κάθετη διεύθυνση στον κύριο κορμό, τέμνοντας το βουνό στην περιοχή βόρεια του Παλιοκρημινίου και καταλήγοντας στην περιοχή του Άργους Ορεστικού,λίγα χιλιόμετρα πριν την πόλη της Καστοριάς
Το βόρειο τμήμα του, μεταξύ των νομών Καστοριάς και Κοζάνης, ονομάζεται Όντρια όρη και
το νότιο τμήμα του, μεταξύ Επταχωρίου και Δοτσικού, Τάλιαρος.
ΔΩΡΙΣ – ΔΩΡΙΔΑ – ΔΩΡΙΚΗ ΤΕΤΡΑΠΟΛΗ
Η Δωρίς, στην αρχαιότητά ήταν μια μικρή ορεινή περιοχή της Κεντρικής Ελλάδος που συνόρευε με την Φωκίδα ,την Ν. Θεσσαλία την χώρα των Οιτιαίων και Οζολών Λοκρών,
Βρισκόταν στην κοιλάδα του ποταμού Πίνδου,παραποτάμου του Κηφισού ανάμεσα στους ορεινούς όγκους της Οίτης και του Παρνασσού.
Η περιοχή ήταν φτωχή, γιατί δεν επικοινωνούσε με την θάλασσα ,Είχε όμως πολιτική και στρατηγική σημασία, γιατί από εκεί περνούσε η οδός, η οποία συνέδεε την Θεσσαλία με την Άμφισσα και τους Δελφούς.
Πρώτοι κάτοικοι οι Δρύοπες ,εξ’ου και η περιοχή λεγόταν Δρυόπις,οι οποίοι εκτοπίσθηκαν τον 11ο αιώνα, από τους Δωριείς.
Οι Δωριείς που παρέμειναν στην περιοχή ίδρυσαν τέσσερις οικισμούς, το Κυτίνιον, το Βόιον, τον Ερινεό και την Ακύφα – Πίνδο, που αποτέλεσαν την δωρική Τετράπολη. Στην πραγματικότητα όμως ήταν ένας σταθμός στην πορεία τους από βορρά προς την Πελοπόννησο.
Η Δωρίδα ήταν ένα από τα παλιότερα μέλη της Δελφικής Αμφικτυονίας. Η Δελφική Αμφικτυονία ήταν μια ομοσπονδία δώδεκα φυλών της Στερεάς Ελλάδας και της Θεσσαλίας που αποτελούσε αρχικά θρησκευτική ένωση, ενώ αργότερα απέκτησε και πολιτική σημασία. .Πέρα από τους Δωριείς συμμετείχαν τόσο με εκπρόσωπο από την Δωρίδα όσο και από την Σπάρτη. Οι Θεσσαλοί, οι Βοιωτοί (με κυρίαρχη την Θήβα), οι οι Ίωνες (με κυρίαρχη την Αθήνα), οι Περραιβοί, οι Μάγνητες, οι Λοκροί, οι Οιταίοι, οι Αχαιοί, οι Φωκείς, οι Δόλοπες και οι Μαλιεί
Κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια, η ισχύς της μειώθηκε και τελικά η Αμφικτυονία αντικαταστάθηκε από το Πανελλήνιο, που ίδρυσε ο αυτοκράτορας Αδριανός.
Η δύναμη που απέκτησε ήταν τέτοια που έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στην περιοχή έως τουλάχιστον τον 4ο αιώνα π.Χ.
Τον 3ο αι. π.Χ. εντάχθηκε η Δωρική Τετράπολη στην Αιτωλική Συμμαχία.
Η Δωρίδα δεν καταστράφηκε στην περίοδο των Μηδικών πολέμων.
Οι Δωριείς της Πελοποννήσου πολλές φορές υπερασπίσθηκαν την περιοχή κατά των Φωκέων και Οιτιαίων γιατί την θεωρούσαν μητρόπολη και κοιτίδα του πολιτισμού τους.
Η Δωρίς ερημώθηκε με τους πολέμους Αιτωλών και Μακεδόνων .
Μετά τον Φωκικό πόλεμο, είχε την υποστήριξη του Φιλίππου και η περιοχή επεκτάθηκε, ενσωματώνοντας τις Φωκικές πόλεις Τιθρώνιο, Δρυμμαία, Λιλαία και την Λοκρική Τάρφη
ΤΟ ΒΟΙΟΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΔΩΡΙΚΗΣ ΤΕΤΡΑΠΟΛΗΣ
— ΒΟΙΟΝ

Το Βοίον ή (Βόιον) ήταν μία από τις τέσσερις πόλεις που ίδρυσαν οι Δωριείς στην περιοχή της σημερινής κοιλάδας της Γραβίας, και αποτέλεσαν την Δωρική Τετράπολη.
— Πού βρισκόταν
Η πόλη ήταν χτισμένη στην κοιλάδα της Γραβιάς, στην περιοχή του σημερινού χωριού Μαριολάτα, κοντά στο οποίο σώζονται ερείπια αρχαίας πόλης.
Αν και δεν είναι εξακριβωμένο οι περισσότεροι αρχαιολόγοι θεωρούν πως τα ερείπια αυτά, αντιστοιχούν στην αρχαία πόλη Βόιο.
Την τοποθετούν στους απόκρημνους βράχους του Αγ. Αθανασίου, όπου σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση ερείπια της ακροπόλεως και άλλων αρχαίων κτισμάτων που κηρύχθηκαν το 1982 από την Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων, ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία.
— Αρχαία κατάλοιπα
Τα τείχη έχουν τα χαρακτηριστικά των Πελασγικών τειχών και αποτελούσαν μέρος της οχύρωσης της Ακρόπολης της αρχαίας πόλης .Πρόκειται για παλαιότατη μεγαλιθική κατασκευή, πολυγωνική, με μεγάλα στοιχεία δόμησης που επιβλέπει το μικρό κάμπο που απλώνεται στα βόρεια.
— Αναφορά του Θουκυδίδη για το Βόιο και τους Δωριείς.
Η ονομασία Βοΐο ή Βοιόν μνημονεύεται από τον Θουκυδίδη (Α’ 107), που αναφέρει ότι ήταν μία από τις πόλεις της αρχαίας Δωρικής Τετραπόλεως.
Το σχετικό εδάφιο του Θουκυδίδη (Α’ 107), Αναφέρεται στην νίκη των Λακεδαιμονίων παρά την Τανάγραν.
Γράφει :
” Κατά την εποχήν αυτήν, ήρχισαν οι Αθηναίοι να οικοδομούν και τα μακρά προς την θάλασσαν τείχη, το προς το Φάληρον και το προς τον Πειραιά.
Και επειδή οι Φωκείς, εκστρατεύσαντες κατά του Βοιού, του Κυτινίου και του Ερινεού, της χώρας των Δωριέων, μητροπόλεως των Λακεδαιμονίων, εκυρίευσαν μίαν από τας πόλεις αυτάς, οι Λακεδαιμόνιοι, υπό την αρχηγίαν του Νικομήδους, υιού του Κλεομβρότου, ο οποίος ήτο επίτροπος του ανηλίκου βασιλέως Πλειστοάνακτος, υιού του Παυσανίου, ήλθαν εις βοήθεια των Δωριέων με χιλίους πεντακοσίους ιδικούς των οπλίτας και δέκα χιλιάδας συμμάχους, και αφού ηνάγκασαν τους Φωκείς διά συνθήκης ν’ αποδώσουν την πόλιν, ητοιμάζοντο να επιστρέψουν εις τα ίδια.
Περιληπτικά,θα λέγαμε ότι, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, εικοσιπέντε χρόνια και πλέον πριν ξεκινήσει ο Πελοποννησιακός πόλεμος οι Φωκείς εισέβαλαν στη Δωρίδα και είχαν κυριεύσει μια από τις πόλεις,απειλώντας και τις υπόλοιπες, γρήγορα όμως αναγκάστηκαν να την εκκενώσουν γιατί οι Λακεδαιμόνιοι είχαν σπεύσει να βοηθήσουν την μητρόπολη τους
— ΚΥΤΙΝΙΟΝ -ΚΥΤΙΝΟ- ΚΥΤΕΙΝΟ
— Πού βρισκόταν
Το Κυτίνιο ή Κυτέινο βρισκόταν στο πέρασμα, μεταξύ των βουνών από τη Δωρίδα προς την Άμφισσα.
Η λέξη Κυτίνιο (Κύτινο) παράγεται από τη λέξη Κύτινος =άνθος ροδιάς ή κύτισος, θάμνος.Η περιοχή ονομάζεται βάλτος.
Στην έξοδο της οδού Αμφίεσης-Γραβιάς, επί της πλαγιάς του Παρνασσού σώζονται τείχη αρχαιότατης ακροπόλεως με υδροδυναμικό και πολυγωνικό τείχος.
Από αυτή ελέγχεται η δίοδος της Δωρικής κοιλάδας, που οδηγεί προς τούς Αμφισσείς, προς τούς Οζόλας Λοκρούς ή αντιστρόφως ελέγχεται η έξοδος αυτών και άλλων λαών προς την Δωρίδα και τη Φωκίδα.
— Αρχαία κατάλοιπα
Σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από την απόσταση αυτή και αριστερά της οδού Αμφίσσης-Γραβιάς-Λαμίας ευρίσκεται ο λόφος ”Τσούκα-Χλωμού” σχήματος κόλουρου κώνου και ύψους 150 μ.
Στο λόφο αυτό σώζονται ερείπια ακροπόλεως, με διπλό πολυγωνικό τείχος προς την ανατολή και το νότο και τριπλό προς τη δύση και το βορρά.
Στις νοτιοανατολικές πλαγιές του λόφου σώζονται ερείπια αρχαίων οικιών. Υπάρχει σχέση μεταξύ της Ακροπόλεως της υπεράνω της Γραβιάς και της Τσούκας Χλωμού,όπως και μεταξύ της ακροπόλεως του Βοϊου και εκείνης του Παλαιοχωρίου.
Φαίνεται ότι οι Δωριείς, ”πομενικόν και πολυπλάνητον έθνος” καθ’ Ηρόδοτον, στην αρχή έχτισαν τις ακροπόλεις σε φυσικώς ισχυρές θέσεις,σε πλαγιές και απρόσβλητες από τους διαφόρους επιδρομείς και με ασφάλεια ευρισκόμενοι έλεγχαν την κοιλάδα τους.
Αργότερα, τμήματα αυτών εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα,που παρείχε πλούσιες βοσκές στα κοπάδια τους.
— ΕΡΗΝΕΟΣ – ΔΩΡΙΟ.
Ο Ερινεός ήταν η σημαντικότερη πόλη της Δωρικής Τετράπολης και μάλλον ονομαζόταν και Δώριο.
Ερινεός : Η λέξη σημαίνει άγρια συκή. Ερίνεος (έριον)=ο εξ ερίου κυρίως προβάτου.
— Αρχαία κατάλοιπα
Αρχαιολογικά ευρήματα : Τρία χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Κυτινίου στις νοτιοανατολικές υπώρειες της οροσειράς ”Άγιος Βασίλειος ” της Οίτης, στο νεκροταφείο του Καστελλίου,
– Σώζονται ερείπια ακροπόλεως, ισοδυναμικό και πολυγωνικό τείχος και άλλα υπολείμματα τειχών
Δεξιά της ακροπόλεως κατέρχεται ο ποταμός Κανιανίτης (Πίνδος) παραπόταμος του Βοιωτικού Κηφισσού.
– Σε απόσταση 200 μ. από την ακρόπολη και λίγο ανατολικότερα από την όχθη του ποταμού, υπάρχουν αρχαίοι τάφοι χρονολογούμενοι από τον 12ο π.Χ .αιώνα με ακατέργαστες ασβεστολιθικές πλάκες.
Καθ’ ένας περιείχε μικράν υδρία και οστά υψηλόσωμων ανθρώπων.
– Θεμέλια αρχαιοτάτων οικημάτων,επίσης διακρίνονται και προς βορρά της ακροπόλεως σε απόσταση 60 μ. και στις υπώρειες του Αγ. Βασιλείου.
– Στο μέσο αυτών υπάρχει χωμάτινος λόφος, έργο μάλλον ανθρώπου.
Σε αυτόν βρέθηκε λίθινη λάρνακα (σαρκοφάγος). Πρόκειται περί σαρκοφάγου του 750 π.χ. και περί τάφου τον οποίο κάλυψε ο τύμβος.
Η Ερινεός υδρευόταν με τον ίδιο αγωγό του Βοΐου, που περνούσε από την ακρόπολη της Ερινεού και κατευθυνόταν προς το Βόϊον.
— ΠΙΝΔΟΣ -ΑΚΥΦΑ
Οι Δωριείς δεν ξέχασαν και την οροσειρά από όπου ξεκίνησαν και ειδικότερα οι κάτοικοι της περιοχής Λακμου της Πίνδου και ονόμασαν την πόλη τους Πίνδο.
— Πού βρισκόταν
Η Πίνδος βρισκόταν 5 χλμ από τον Ερίνεο, σε μια μικρή κυκλική κοιλάδα που οι κάτοικοι του Καστελλίου την ονομάζουν ” Λογγιές ” ,στο μέσον υψώνεται συμπαγής κωνοειδής λόφος, ονομαζόμενος Πύργος.
— Αρχαία κατάλοιπα
Στην κορυφή αυτού του λόφου ευρίσκονται τείχη πολυγωνικά ή ισοδομικά, αρχαίας ακροπόλεως. Εντός αυτών οι Φράγκοι αργότερα ίδρυσαν φρούριο στο οποίο οφείλεται η ονομασία Πύργος και το τοπωνύμιο Καστέλλιο.
Στην επί του λόφου του Πύργου ακρόπολη, κατά μαρτυρία του Στράβωνος βρισκόνταν η Μητρόπολη της Πίνδου.
Το όνομα Πίνδος, φαίνεται ότι το μετέφεραν οι Δωριείς από την ομώνυμο οροσειρά στην οποία κατέφυγαν,όταν εξ εδιώχθησαν από τους Θεσσαλούς και από την οποίαν κατήλθαν. Η Πίνδος μνημονεύεται και από τον Ηρόδοτο. Ο Στράβων στη θέση αυτή τοποθετεί την πόλη ‘’Ακύφα ‘’. Άλλοι τοποθετούν στη θέση αυτή το Βόιο, την δε Πίνδο τοποθετούν στη Δρυόπη (στο Οινοχώρι).
Η ακρόπολη υδρεύονταν από πηγές λόφου, που απέχουν 1 χλμ. ,βορειοδυτικά από αυτήν.
Ο αγωγός, του οποίου σώζονται λείψανα, ήταν από πήλινα ρείθρα, όμοια με τους αγωγούς του Βοΐου και της Ερινεού.
Η κυρίως όμως πόλη της Πίνδου, μάλλον βρισκόταν στο <Ανω Καστέλλιον>, στη θέση, δηλ. που ήταν επί τουρκοκρατίας και έως το 1864 το σημερινό χωριό Καστέλλιο.
Στην περιοχή ”Παλιο-Καστέλλι ” σώζονται ερείπια αρχαιοτάτων σπιτιών και ίχνη άλλης πιο παλιάς ακρόπολης, καθώς και τάφος θαλαμωτός λαξευτός, με τέσσερις θήκες.
Σαρκοφάγοι επίσης από πηλό, που βρέθηκαν στην περιοχή αυτή περιείχαν διάφορα κτερίσματα. Μία από αυτές περιείχε πήλινο ειδώλιο.
ΠΟΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΔΩΡΙΔΟΣ
Πόλεις,που αργότερα ανήκαν στην Δωρίδα, ήταν και:
— Το Λίλαιο ή Λιλαία Lileo (Lilea)
Το Lileo (Lilea) φαίνεται να ήταν δωρική πόλη τη στιγμή της περσικής εισβολής , καθώς δεν αναφέρεται στις πόλεις των Φωκίων, που καταστράφηκαν από τον Ξέρξη .
— Η Κάρφεια – Carfea
Η Κάρφεια, πρέπει να είναι η πόλη Σκάρφεια κοντά στις Θερμοπύλες
— Δρυόπη – Driope
Η Δρυόπη ήταν μάλλον η περιοχή, όπου κατοικούσαν οι Δρύοπες.
Οι Δωριείς είχαν επεκταθεί στο βουνό Οίτη, μέχρι την θάλασσα όπως προκύπτει από την αναφορά που κάνει ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς στους Λιμοδωριεῖς.
— Ἀμφαναί ή Ἀμφάναια – Anfane
Ο Εκαταίος αναφέρει άλλη μια δωρική πόλη, η οποία ονομαζόταν Ἀμφαναί ή Ἀμφάναια σύμφωνα με τον Θεόπομπο.
— Τρίτονο και Δρυμίαι
Ο Τίτος Λίβιος τοποθετεί τις πόλεις Τρίτονο και Δρυμίαι, στη Δωρίδα, οι οποίες ,όμως, πρέπει να ήταν οι Φωκικές πόλεις Τιθρόνιο και Δρυμαία.
Στην επόμενη δημοσίευση θα αναφερθούμε στα άλλα τοπωνυμία, εκ ”Βοΐου ορμόμενα” :
37 Τυρρηνοί ) ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΔΩΡΙΕΩΝ ΜΕ ΤΗ ΛΕΞΗ ΒΟΙΟΝ (Βον )
Βογίυσα- Βοβούσα- Βοιβήν – Μελίβοια -Βοιήτιδα- Βοιωτία-Εύβοια -Βοίες Λακωνίας- Βόιο Κρήτης – Βοιόνε Μ.Ασιας

Πηγή: https://www.kozanilife.gr/2020/07/16/τοπωνύμια-δωριέων-με-τη-λέξη-βόιον-του/

Στους πρόποδες των Βαρδουσίων

“ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΩΝ ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ” : ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΥ (Λούτσοβο) ΔΩΡΙΔΟΣ


Το κλειστό Δημοτικό Σχολείου στον Κόκκινο Δωρίδος 

 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Όταν μικρός ακόμα έτρεχα κοντά στη γιαγιά μου – μητέρα του πατέρα μου – και έπεφτα στα πόδια της να μου διηγηθεί “τις νεράϊδες”, “τις Λάμιες”, τα “στοιχειά” και τους “καλικάτζαρους”, κρυφά μία επιθυμία με βασάνιζε. Ήθελα, όταν μεγαλώσω, να συγκεντρώσω όλες τις διηγήσεις της, καιθώς και κάθε τι που από αιώνες έγινε πιστευτό στη μικρή κοινωνία του χωριού μου, το παλαιό “Λούτσοβο”, και τώρα ονομαζόμενο Κόκκινος της επαρχίας Δωρίδας.
Πολλές φορές επιχείρησα να αρχίσω την συλλογή όλων των λαογραφικών στοιχείων του χωριού, διότι ανέκαθεν πίστευα ότι αυτά αποτελούν ανεκτίμητο θησαυρό για τις μέλλουσες γενιές.
Πάντα, όμως, ανέβαλα την προσπάθειά μου, διότι διαπίστωνα έλλειψη καταρτίσεως.
Με τη φοίτησή μου όμως στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αφού άκουσα για δύο έτη τις παραδόσεις του κ. Γ. Σπυριδάκη, καθηγητή της Λαογραφίας του ως άνω Πανεπιστημίου της Φιλοσοφικής σχολής, είχα προβεί σε μία πρώτη λαογραφική συλλογή του χωριού μου, επιφυλασσόμενος κάποτε να προβώ στην επιστημονική επεξεργασία όλων αυτών.
Αθήνα 15η Ιουνίου 1969
Γ.Δ.Ανέστος
Μετεκπεδαυόμενος δάσκαλος
Βον έτος

Ιστορική – Λαογραφική μελέτη του χωριού Κοκκίνου (Λουτσόβου) Δωρίδας

Ο εκλεκτός συγχωριανός μας, ο δάσκαλος Γιώργος Ανέστος του Δημητρίου, μας εξέπληξε ευχάριστα με το βιβλίο του “ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΩΝ ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ” που  εκδόθηκε από τις εκδόσεις Κουλτούρα .
Το βιβλίο του είναι μια ιστορική – λαογραφική μελέτη του χωριού Κόκκινου (Λουτσόβου) Δωρίδας Με γλαφυρό τρόπο και με ιστορική τεκμηρίωση όπου  αυτό ήταν δυνατό ταξιδεύει στο χρόνο και μεταφέρει εικόνες και γεγονότα από την εποχή των Πελασγών και των προελλήνων μέχρι το σήμερα 
Βέβαια η ιστορική αναδρομή αγγίζει όλη την ευρύτερη περιοχή της Δωρίδας και από αυτή την πλευρά είναι ένα βιβλίο που ενδιαφέρει όλους τους συμπατριώτες μας Δωριείς .
Σημαντικό τμήμα του βιβλίου καταλαμβάνει η λαογραφική συλλογή για το χωριό μας  που εκπόνησε το 1969 ο κος Γ Ανέστος όταν ήταν μετεκπαιδευόμενος δάσκαλος.
Για τη εξαίρετη αυτή εργασία βραβεύτηκε το 1971 από την Ακαδημία Αθηνών .
Το λαογραφικό αυτό πόνημα είναι υψίστης σπουδαιότητας για την περιοχή μας. Έχοντας μαθητεύσει στον σπουδαίο λαογράφο καθηγητή της φιλοσοφικής σχολής Αθηνών Γ Σπυριδάκη , ο συγγραφέας καταγράφει με επιστημονικό τρόπο τα λαογραφικά του χωριού μας και συνεχίζει την παράδοση του τόπου μας να βγάζει σπουδαίους λαογράφους.
Μην ξεχνάμε τον μέγιστο των λαογράφων μας τον, εξ Αρτοτίνης ορμώμενο, Δ. Λουκόπουλο. 
Θερμά συγχαρητήρια στον δάσκαλο Γιώργο Ανέστο για το εκλεκτό αυτό πόνημα και είμαστε περήφανοι που είναι συγχωριανός μας!!!
προτροπή:  να προμηθευτούμε όλοι το βιβλίο και να το διαβάσουμε..
Κ. Γ. Μπερτσιάς