ΤΟ FORUM ΣΤΕΡΕΆΣ ΕΛΛΆΔΟΣ ΓΙΑ ΠΡΏΤΗ ΦΟΡΆ ΣΤΗ ΦΩΚΊΔΑ, ΑΠΌ 31 ΜΑΡΤΊΟΥ ΜΈΧΡΙ ΚΑΙ 2 Α…

ΤΟ FORUM ΣΤΕΡΕΆΣ ΕΛΛΆΔΟΣ ΓΙΑ ΠΡΏΤΗ ΦΟΡΆ ΣΤΗ ΦΩΚΊΔΑ, ΑΠΌ 31 ΜΑΡΤΊΟΥ ΜΈΧΡΙ ΚΑΙ 2 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 2017 

Το FORUM ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ θα διοργανωθεί για πρώτη φορά στο
 Νομό Φωκίδος και συγκεκριμένα την Παρασκευή 31 Μαρτίου στην Ιτέα 
και το Σάββατο 1 & την Κυριακή 2 Απριλίου στην Άμφισσα.
Πρόκειται για μια εκδήλωση με δυο μορφές επικοινωνίας την εκθεσιακή 
και την συνεδριακή με πολλές συμμετοχές όχι μόνο απο την περιοχή
 αλλά από όλη την χώρα.
Στην εκθεσιακή του μορφή εταιρίες, επιχειρήσεις ,φορείς και παραγωγοί
 θα εκθέσουν υπηρεσίες, προϊόντα ενώ θα τους δοθεί η δυνατότητα επαφής
 με επισκέπτες και επιχειρηματίες για την εξεύρεση πεδίων συνεργασίας.
 Στη συνεδριακή του μορφή καταξιωμένα στελέχη της αγοράς θα
αναπτύξουν και παρουσιάσουν τις απόψεις και θέσεις τους για μια
 σειρά ζητημάτων της τρέχουσας επικαιρότητας.
Το FORUM ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ έχει στόχο να αναδείξει και προβάλλει 
την ευρύτερη περιοχή και να αναζητήσει λύσεις και προτάσεις που θα
 μπορέσουν να την αναδείξουν και να αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο.
Καινοτομία της τριήμερης εκδήλωσης είναι η παρουσία εκπροσώπων
από πρεσβείες ξένων χωρών με έντονο το ενδιαφέρον για επιχειρηματικές
 συνεργασίες και εμπορικές συμφωνίες.
Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.
 Για πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής επικοινωνήστε με το 6993000574

Η γκλίτσα ήταν παλιότερα για τους κατοίκους του χωριού μας το απαραίτητο αξεσουά…


Η γκλίτσα ήταν παλιότερα για τους κατοίκους του χωριού μας το απαραίτητο αξεσουάρ της καθημερινότητας τους.  Οι περισσότεροι άνδρες έφεραν πάντα μαζί τους την γκλίτσα τους,  ένα μαχαίρι και κάποια μέτρα σχοινί που τα χρησιμοποιούσαν κατά περίσταση .

Οι περισσότερο τσοπαναραίοι ήσαν και άριστοι τεχνίτες γκλίτσας. Θυμάμαι τον αείμνηστο Θανάση Λούτσοβο ( Ζεμπιρίνης ) που ήταν καλλιτέχνης και στην κατασκευή γκλίτσας και περίτεχνων τσιμπουκιών  κυρίως από ξύλο ρίζας ρικιού.

Κ Μπερτσιάς 


Ξυλόγλυπτες γκλίτσες, κείμενο που έχει αναρτηθεί στο tymfristos.blogspot.com 

ΞΥΛΟΓΛΥΠΤΕΣ ΓΚΛΙΤΣΕΣ & ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Του Τάκη Ευθυμίου
[Αγιωργίτες γκλιτσάδες & δείγματα των έργων τους]

Η λαϊκή  ξυλογλυπτική  συνδέεται  με τις  κορυφαίες  δημιουργικές  εκφράσεις  της  λαϊκής  τέχνης στον τόπο μας. Επώνυμοι αλλά και ανώνυμοι, κυρίως, λαϊκοί τεχνίτες μας   έδωσαν, σε θαυμάσια έργα, όλο το καλλιτεχνικό τους αυθορμητισμό, όλη την πηγαία δύναμη της ευαισθησίας τους και την ωριμότητα των στόχων τους. Δημιούργησαν σπουδαία λαϊκά έργα που κατορθώνουν να επιζήσουν στο πέρασμα του χρόνου.
       Το ξύλο είναι υλικό φθαρτό και ευάλωτο σε αρκετούς εχθρούς, όπως τη φωτιά, το νερό και το σαράκι. Γι’ αυτό δεν έχουν σωθεί ως εμάς ξυλόγλυπτα αρχαία ή πολύ παλιά. Είναι όμως σίγουρο ότι η ξυλογλυπτική είναι πανάρχαια τέχνη. Έργα ξυλογλυπτικής σώζονται στην Ελλάδα από τον 16ο αι. Κυρίως όμως τον 18ο σημειώνεται η μεγάλη ανάπτυξη της ξυλογλυπτικής, που οφείλεται στις κοινωνικές ανακατατάξεις, στην πληθυσμιακή άνοδο, στην ευμάρεια και την οικοδομική δραστηριότητα.
         Ο ξυλογλύπτης είναι ο καλλιτέχνης που σκαλίζει μορφές και σχέδια πάνω σε ξύλο, ζωγραφίζει τις παραστάσεις και τα επενδύει με πλαστικά ή μεταλλικά ενσφηνώματα.
         Τα έργα της λαϊκής ξυλογλυπτικής διακρίνονται σε δυο κατηγορίες: στα εκκλησιαστικά (τέμπλα, άμβωνες, προσκυνητάρια, αναλόγια ψαλτών, παγκάρια κλπ.) και στα κοσμικά (έπιπλα, σκεύη, κουτάλες, γκλίτσες κλπ.).
         Στο χωριό μας τον Άγιο Γεώργιο και παλιότερα στη γενέτειρα Ζιώψη οι ντόπιο ξυλογλύπτες ασχολήθηκαν με την κοσμική τέχνη. Εντυπωσιακά έργα ξυλογλυπτικής, όπως γκλίτσες, ρόκες, αδράχτια, σφοντύλια και βλοερά έχουν δημιουργήσει οι παρακάτω.
Οι αείμνηστοι: Αλεξίου Ιωάννης, Γόνης Ι. Βασίλειος, Ευθυμίου Π. Ευάγγελος, Υφαντής Κ. Γεώργιος και Κολοκύθας Γεώργιος.
Σήμερα με την ξυλογλυπτική και κυρίως με την κατασκευή σκαλιστών γκλιτσών ασχολούνται οι: Γόνης Β. Παναγιώτης, Γόνης Β. Ιωάννης, Ευθυμίου Δ. Ηλίας, Ευθυμίου Ι. Βασίλειος, Υφαντής Β. Γιάννης, Υφαντής Β. Δημήτριος, Παπαχρήστος Κ. Φώτης…
         Ο  Αγιωργίτης γκλιτσάς προκειμένου να κατασκευάσει τη γκλίτσα επέλεγε συνήθως δυο ειδών ξύλα, το κρανίσιο ή μελεγίσιο για ραβδί και το πουρναρίσιο ή φιλικίσιο ή σφενταμίσιο για την κεφαλή, στην οποία σκάλιζε κομψότατα αυτοσχέδια στολίδια.
         Το κόψιμο των ξύλων γινόταν πάντα το χειμώνα, προτού ανέβουν οι χυμοί από τις ρίζες και στη συνέχεια τα ξέραιναν για να χάσουν τους χυμούς και να πραγματοποιηθεί έτσι το «σκότωμα» των ξύλων, ώστε να μη σκεβρώνουν με τον καιρό. Πρώτα τα στέγνωναν στον ίσκιο και στη συνέχεια στον ήλιο. Για να  ισιώσουν τα ραβδιά τα καψάλιζαν στη φωτιά, γι’ αυτό μερικά διατηρούσαν την καψάλα.
         Παλιότερα που ασχολούνταν συστηματικά με την κτηνοτροφία, κατασκεύαζαν δυο ειδών γκλίτσες, την τσοπάνικη και τη γεροντική. Η τσοπάνικη είχε μεγάλη κεφαλή, με μεγαλύτερη καμπούρα και μακρύ μπαστούνι. Συνήθως ήταν μονοκόματη, δηλαδή η γυριστή κεφαλή που ήταν συνήθως ασκάλιστη αποτελούσε προ-έκταση του μπαστουνιού και λύγιζε με το καψάλισμα. Η τσοπάνικη λέγεται αλλιώς λαγούσα, στροβολέγγα και στραφαγκούλα. Διευκόλυνε το βοσκό να συλλαμβάνει από μακριά το πισινό πόδι των γιδιπροβάτων και όταν επιτηρούσε τα ζωντανά του να στηρίζεται άνετα. Η γεροντική είναι μικρότερη, καλλιτεχνικότερη και χρησιμεύει για συντροφιά και αποκούμπι των ηλικιωμένων, καθώς και πρόχειρο όπλο για προφύλαξη από τα εξαγριωμένα αδέσποτα σκυλιά. Καμιά φορά με την γκλίτσα οι χωρικοί σκότωναν  και τα ανεπιθύμητα ερπετά που συναντούσαν στη στράτα τους.
         Η γκλίτσα ήταν, κατεξοχήν, έργο τέχνης του τσοπάνη που αλώνιζε τα βουνά με το κοπάδι του, έβρισκε το κατάλληλο ξύλο και είχε το χρόνο και τη διάθεση να το σκαλίσει με περίσσιο μεράκι και ιδιαίτερη τεχνική. Η γκλίτσα συχνά ήταν ένα αριστούργημα που αποκάλυπτε τη βαθύτερη ποιητική ιδιοσυγκρασία του κατασκευαστή της. Καημοί, λαχτάρες, ελπίδες και όνειρα έπαιρναν μορφή πάνω στο άψυχο ξύλο. Κάθε γκλιτσάς είχε τη δική του τεχνοτροπία και αρεσιά που τον χαρακτήριζε. Καμάρωνε όταν άκουε παινέματα για το έργο του.
         Οι γκλίτσες στολίζονται με ποικίλα κεντίδια, όπως με ελιγμούς, σχηματοποιήσεις και απεικονίσεις φιδιών και δρακόντων, επειδή το φίδι θεωρείται λαϊκό σύμβολο ευτυχίας και προστασίας του σπιτιού και των ενοίκων του. Ακόμα στολίζονται με άφθονες αγιογραφικές, μυθικές,  ιστορικές, φυτικές και ζωόμορφες παραστάσεις, με κυρίαρχα διακοσμήματα τον Αη-Γιώργη και τη γοργόνα. Για εργαλεία χρησιμοποιούν λεπτά μαχαιράκια, σουγιάδες και κοπίδια.
         Οι σκαλιστές γκλίτσες  των Αγιωργιτών γκλιτσάδων, αποτελούν αχώριστο σύντροφο για τους κατόχους  τους και διατυμπανίζουν ταυτόχρονα τη μερακλίδικη τέχνη των  κατασκευαστών τους.
         Ακολουθεί  δειγματική παρουσίαση έργων Αγιωργιτών ξυλογλυπτών.

ΓΚΛΙΤΣΕΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ 
Ο Αλεξίου Ιωάννης που έζησε τα περισσότερα χρόνια του στη γενέτειρα Ζιώψη, είχε την ευκαιρία κοντά στα ζώα του που βοσκούσε να ασχοληθεί με την ξυλογλυπτική τέχνη πάνω στις γκλίτσες. Η τεχνοτροπία του ήταν σπάνια, αφού τις στόλιζε, πέρα από τα βαθιά ανάγλυφα και με χρωματιστά πλαστικοποιημένα ενσφηνώματα, προερχόμενα κυρίως από δόντια χτενιών. Οι παραστάσεις που σκάλιζε ήταν συνήθως φίδια και δράκοι, τα γνωστότερα φυλακτικά σύμβολα στη λαϊκή παράδοση.

ΓΚΛΙΤΣΕΣ ΤΟΥ ΓΟΝΗ Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ  



Ο Παναγιώτης (Πάνος) Β. Γόνης, δασικός, είναι ένας καταπληκτικός  ξυλογλύπτης με σπάνιο και πηγαίο ταλέντο που το αποτυπώνει πάνω σε σφενταμίσο, κυρίως, ξύλο, το οποίο αναζητεί μόνος του στα καλαβρυτινά δάση. Εκτός από αξιοζήλευτες γκλίτσες, σκαλίζει και θαυμάσιες ιστορικές, αγιογραφικές και κοσμικές, επιπεδόγλυφες και ολόσωμες προσωπογραφίες. Ο Παναγιώτης υπηρέτησε στο Δασαρχείο Καλαβρύτων απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Το έργο του είναι γνωστό σε όλη την Αχαΐα, όπου ζει μόνιμα με την οικογένειά του. 
       Η περίπτωσή του χρήζει ιδιαίτερης προσοχής από την πολιτεία και ιδίως από τους αυτοδιοικητικούς του χωριού μας, επειδή είναι βέβαιο ότι τα έργα του θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν ανεκτίμητο υλικό, για ένα ιδιαίτερο Μουσείο Ξυλογλυπτικής. Ο ίδιος ίσως θα πρέπει να αξιοποιηθεί και ως δάσκαλος Ξυλογλυπτικής. Τέτοια αυτοδίδακτα ταλέντα που γιγαντώνουν τη λαϊκή μας τέχνη σπανίζουν και είναι κρίμα να περάσουν στην αφάνεια. Ένα λόγος που προβάλλεται αυτό το θέμα είναι   να προκαλέσει προβληματισμό για τους λαϊκούς θησαυρούς που εγκαταλείπουμε αναξιοποίητους. Αυτές οι επαινετικές γραμμές σημειώνονται εν αγνοία του Παναγιώτη από τον γράφοντα και ελπίζω να με συγχωρέσει η σεμνότητά του. Αυτά πιστεύω, μελετώντας το ξυλογλυπτικό του έργο, αυτά έχω χρέος, ως απλός ερευνητής, να καταθέσω.
        Ας απολαύσουμε, όμως μερικά έργα του αποτυπωμένα στις κεφαλές των γκλιτσών του που κατέχουν και μερικοί χωριανοί μας, καθώς και άλλα ξυλόγλυπτα έργα του.


ΓΚΛΙΤΣΕΣ ΤΟΥ ΓΟΝΗ Β. ΓΙΑΝΝΗ


  Ο  Γόνης  Β. Γιάννης  είναι  αδερφός  του  Γόνη  Παναγιώτη.   Κατασκευάζει  ξυλόγλυπτες  γκλίτσες βαδίζοντας στα χνάρια του αδερφού του, τον οποίο συχνά συμβουλεύεται. Τα έργα του όμως χαρακτηρίζονται και από το προσωπικό του πηγαίο ταλέντο, που ξεδιπλώνει με τη φαντασία του πάνω στο άψυχο ξύλο, δίνοντάς του πνοή.  Ας χαρούμε μερικές σκαλιστές γκλίτσες του που προθυμότατα μου παραχώρησε για φωτογράφιση το καλοκαίρι του 2011.

ΓΚΛΙΤΣΕΣ ΤΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ Π. ΒΑΓΓΕΛΗ
Ο Ευθυμίου Βαγγέλης πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην εξοχή και συγκεκριμένα στην «Πατλιά». Εκεί, είχε την πολυτέλεια να διαλέγει τα καταλλη-λότερα ξύλα και να κατασκευάζει πολλές γεροντικές γκλίτσες. Η κεφαλή άλλοτε έφερνε όμορφα σκαλίσματα και άλλοτε ήταν απλή, με ιδιαίτερη κλίση και μορφή κάθε φορά. Το ξύλο της κεφαλής ήταν από φιλίκι και το μπαστούνι από κρανιά.

ΓΚΛΙΤΣΕΣ ΤΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΗΛΙΑ

Ο   Ευθυμίου   Δ.  Ηλίας,  ο  οποίος  μαθήτευσε  και  την  ξυλουργική  τέχνη,  καταπιάστηκε  και  με  την κατασκευή ιδιόρρυθμων γεροντικών γκλιτσών, δικιάς του έμπνευσης και τεχνοτροπίας. Πρόκειται για ματσούκια που τα ισιώνει με το καψάλισμα στη φωτιά και δημιουργεί αυτοσχέδιες κεφαλές-αγκούτσες. Μπορεί να μην είναι σκαλισμένες, έχουν όμως τη δικιά τους χάρη και είναι εύχρηστες. Ακολουθούν μερικές τέτοιες φωτογραφημένες γκλίτσες.

ΓΚΛΙΤΣΕΣ ΤΟΥ ΕΥΘΥΜΙΟΥ Ι. ΒΑΣΙΛΗ
Ο Ευθυμίου Ι. Βασίλης έχει δημιουργήσει, με το αστείρευτο ταλέντο και πηγαίο μεράκι του μια δικιά του σχολή και κατασκευάζει κυρίως μονοκόματες γκλίτσες με κεφαλές ζωόμορφες και πτηνόμορφες, στις οποίες δημιουργεί λεπτομέρειες με κάψιμο του ξύλου με ειδικό πυρογράφο και στη συνέχεια τις επιχρωματίζει. Κατασκευάζει ακόμα και γκλίτσες με χωριστές ξυλόγλυπτες κεφαλές με παραστάσεις ζώων και πτηνών, αφού ο ίδιος είναι λάτρης της φύσης και του κυνηγιού. Επιπλέον, δημιουργεί ολοσκάλιστα ξυλόγλυπτα  θαυμάσια έργα, που φέρουν τη δικιά του μοναδική λαϊκή τεχνοτροπία.






της λίμνης Μόρνου η πανίδα. Την περιοχή επισκέπτονται συχνά μεγάλα αρπακτικά που…

της λίμνης  Μόρνου η πανίδα.


Την περιοχή επισκέπτονται συχνά μεγάλα αρπακτικά πουλιά από τα γύρω βουνά, όπως χρυσαετοί, γερακίνες, φιδαετοί, σφηκιάρηδες, πετρίτες, ξεφτέρια, σαΐνια, χρυσογέρακα, βραχοκιρκίνεζα, μπούφοι, κουκουβάγιες και γκιώνηδες. Στα νερά της λίμνης ζούνε αλκυόνες, νανοβουτηχτάρια, σκουφοβουτηχτάρια, λευκοτσικνιάδες, σταχτοτσικνιάδες, φαλαρίδες, νερόκοτες, καστανοκέφαλοι γλάροι, πρασινοκέφαλες πάπιες, ψαλίδες, κ.ά. Τέλος στους γύρω λόφους και στα χωράφια ζούνε πετροπέρδικες, βραχοτσοπανάκοι, βλαχοτσίχλονα, σταρήθρες, δεντροσταρήθρες, μελισσοφάγοι, κούκοι, φάσσες, κιτρινοσουσουράδες, τριγώνια, τσίχλες, γερακότσιχλες, κοκκινοκεφαλάδες, αετομάχοι, μαυρολαίμηδες, σκαθράκια, λούγαρα, κ.ά.


Τα ερπετά και τα αμφίβια αντιπροσωπεύονται με είδη, όπως σαλαμάνδρες, βαλκανοβάτραχοι, δεντροβάτραχοι, πρασινόφρυνοι, κοινοί φρύνοι, σαμιαμίδια, μεσογειακές χελώνες, τρανόσαυρες, τυφλίτες, σαΐτες, λιμνόφιδα, νερόφιδα, σπιτόφιδα και οχιές. Σημαντική είναι η παρουσία στη περιοχή σπάνιων θηλαστικών. Γύρω από τη λίμνη ζούνε ακόμα τσακάλια και στους γύρω λόφους έχει διαπιστωθεί η περιστασιακή παρουσία λύκων και ζαρκαδιών. Στο ποταμό Μόρνο και στη λίμνη υπάρχουν βίδρες και ο κατάλογος συμπληρώνεται με είδη, όπως νυφίτσες, πετροκούναβα, αλεπούδες, ασβούς, σκίουρους, αγριογούρουνα, σκατζόχοιρους, λαγούς, κρικοποντικούς και σκαπτοποντικούς. Η ιχθυοπανίδα της λίμνης περιλαμβάνει χέλια (Anguilla anguilla), πελοποννησιακές μπριάνες (Barbus peloponnesius), στρωσίδια (Luciobarbus albanicus), ιονικές πέστροφες (Salmo farioides), αλλά και τον σπάνιο, ενδημικό της Δυτικής Ελλάδας, πελοποννησιακό ζουρνά (Valencia robertae).

Παραδοσιακό κλαρίνο Παραδοσιακό κλαρίνο [Αφιερώνεται στα γνήσια παγκύρια των χωρ…

Παραδοσιακό κλαρίνο


Παραδοσιακό κλαρίνο

[Αφιερώνεται στα γνήσια παγκύρια των χωριών μας]
(της Αγγελικής Ταλαμάγκα)

Το κλαρίνο στη χώρα μας αποτελεί το κυριότερο μελωδικό όργανο στο λαϊκό μουσικό συγκρότημα που ονομάζεται κομπανία και αποτελείται από κλαρίνοβιολίλαούτο η κιθάρα και σαντούριΠρωτοεμφανίστηκε ως λαϊκό όργανο στα βόρεια μέρη της Ελλάδας πριν από περίπου 135 χρονιά στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονίαπριν από 80-90 χρόνια στη Θεσσαλία τη Ρούμελη και το Μωριάκι από γενιά σε γενικά κατέβηκε προς τα παράλιαΠριν από 60-70 χρόνια εμφανίζεται στη Στερεό Ελλάδα ενώ πριν από 40-45 περίπου χρόνια εμφανίζεται στην Αθήνα και σε μερικό νησιά του ΑιγαίουΣτην Κρήτη η παρουσία του είναι σχεδόν ανύπαρκτηΟυσιαστικά δεν ανήκει στη μουσική οργανολογία του λαού μας.



Η ιστορία της εισόδου του στον ελληνικό χώρο είναι
πολυδιάστατηΌπως αναφέρει η Δέσποινα Μαζαράκη
ήρθε με τους Τουρκόγυφτους από την Τουρκία και τα Βαλκάνια το 1835 και κατά τον Σταύρο Καράκαση και από την Ευρώπη μέσω των φιλαρμονικών της ΕπτανήσουΣτην κυρίως Ελλάδα εμφανίστηκε μέσω των τουρκικών στρατευμάτων κι αργότερα μέσω των ελληνικών μουσικών συγκροτημάτων (μπάντες). Ουσιαστικά ακολουθήθηκαν δύο δρόμοι:
1. Από τη Θεσσαλονίκη στη ΔΜακεδονία προς τη Στερεά με κύριο αντιπρόσωπο το ΓέροΜέτο.
2.Από την Ήπειρο με κύριο αντιπρόσωπο το Σουλεϊμάνη.


Στην αρχή χρησιμοποιούνταν το κλαρίνο σε Ντο με δύο κλειδιά αργότερα με τρία και ύστεραμε έξιώσπου γύρω στα 1810 πήρε την τελειωτική του μορφήαυτή των 13 κλειδιώνΟιΈλληνες κατασκευαστές ακολούθησαν την ίδια ιστορική εξέλιξη στην κατασκευή τουκλαρίνου με εκείνη του κλαρινέτου στη Δυτική Ευρώπη.

Αρχικά λοιπόνέπαιζαν κλαρίνα με λίγα κλειδιάΆλλα από αυτά ήταν ξενόφερτα κι άλλαελληνικής κατασκευήςΕγχώριας παραγωγής ήταν οι τζουράδεςόργανα 40-50 πόντων (με τοπολύ έξι κλειδιά), φτιαγμένα από πουρνάρια κι από έλατοΟι τζουράδες εμφανίζονται αρχικόστη ΣιάτισταΑποτελούσαν ουσιοστικά κλαρίνα κουαρτίνα σε μι μπεμόλ που χρησιμοποιούσανοι στρατιωτικές μπάντεςΒέβαια στην παραδοσιακή μουσική η χρήση τους ήταν πρακτικώςδύσκολη αφού τα βιολιά δεν μπορούσαν να κουρδίσουν τόσο ψηλά.

Στην Ήπειρο και στα περισσότερα μέρη χρησιμοποιούσαν κλαρίνα σε σι μπεμόλΟιπερισσότεροι όμως από τους παλιούς και σχεδόν όλοι οι Τουρκόγυφτοι είχαν χαμηλά κλαρίνα σελα μπεμόλΘεωρούμε ότι ήταν καλύτερα για τους τραγουδιστέςΣτη Δυτική Μακεδονίαχρησιμοποιούν ακόμα κλαρίνα σε σι b.

Δεν έχουν περάσει 40 με 45 χρόνια που συνήθισαν οι λαϊκοί οργανοπαίκτες τα κλαρίνα σε ντοΣύμφωνα με δύο παλιούς οργανοπαίκτες τον Αγαπητό και τον Σταμέλο«Όταν το κλαρίνο είναι χαμηλό θα ‘ναι και το βιολί χαμηλόΤότε δεν μιλάνε τα σαντούριαδεν έχουν απόδοση»2Οξύς ήχος του κλαρίνου σε ντο βοηθάει στο ν’ ακούγεται η μελωδία και να μη σκεπάζεται από το λαούτο και το σαντούρι όταν η κομπανία παίζει στο ύπαιθροΓια τον πρακτικό οργανοπαίχτη τα «πιασίματα» είναι πιο προσιτάΗ μικρότερη αντίσταση στο φύσημα που παρουσιάζεται στο ορντινάριο κλαρίνο σε σχέση με το κλαρίνο Μπεμ βοηθά στο να ξεκουρντίζει ο πρακτικός με τη φύσα πιο εύκολα το ευρωπαϊκό του κούρντισμα και να προσαρμόζει τις φωνές της ελληνικής κλίμακας που ΘέλειΕπίσης το κλαρίνο σε Ντο δεν έχει «δακτυλίδια» (ορισμένα κλειδιάστις τρύπες που αντιστοιχούν στον δείχτητον μεσαίο και τον παράμεσο των δύο χεριώνέτσι ο πρακτικός είναι σε θέση να βγάλει και τις πιο λεπτές αποχρώσεις του τόνου σκεπάζοντας περισσότερο ή λιγότερο με το δάκτυλο του την κάθε τρύπαακριβώς όπως κάνει και στη φλογέρα ή στην καραμούζα.

Οι πρώτοι κλαριντζήδες μεταπήδησαν στο κλαρίνο από το ζουρνά ή την καραμούζαΆλλοι πάλι από την φλογέρα έμαθαν πίπιζα και κατόπιν κλαρίνοΤα περισσότερα κλαρίνα τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι οι οργανοπαίχτες εξαιτίας της οικονομικής τους δυσχέρειας να αποκτήσουν όργανο εργοστασίου που στοίχιζε σχετικώς ακριβά και που ήταν δυσεύρετο στην ύπαιθροοπότε μιμούνταν τα πρότυπα των αυθεντικών κλαρίνων που είχαν οι τυχεροί.

Μεγάλη ώθηση στην ιστορική εξέλιξη του κλαρίνου έδωσε το ΚαφέΑμάν3Στην ουσίακαταργείται ο ζουρνάς με τον πολύ οξύ ήχοο οποίος ήταν κατάλληλος για γλέντι στηνύπαιθροΈτσι το δίδυμο ζουρνάς – νταούλι αντικαθίσταται στα ΚαφέΑμάν από τηνκομπανίαΣτο ΚαφέΑμάν ο κόσμος δεν χορεύει, ασχολείται κυρίως μ’ αυτό που θα δει ή θ’ ακούσει Οι κλαρινιντζήδες για να κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού αναγκάζονταιπλέον να μελετήσουν.

Στόχος του καλού κλαριντζή είναι η επεξεργασία του δημοτικού μέλουςΧρησιμοποιείαφάνταστη ποικιλία σε μελωδικά και ρυθμικά στολίδια παράλληλα με εντυπωσιακή δακτυλικήδεξιοτεχνίαΤο κλαρίνο εμφανίζεται στην ωρίμανση και την τελευταία λάμψη της δημοτικήςμας μουσικήςΟ πρακτικός στολίζει τους φθόγγους με όλο και περισσότερες «ξένες» νότες σεποικίλους ρυθμούς στο σημεία όπου αλλοιώνονται οι πραγματικές διαστάσεις της μελωδίαςΟρυθμικός σκελετός μεταμορφώνεταικαι οι πραγματικοί φθόγγοι της μελωδίας συνθλίβονταικαι γίνονται αγνώριστοι με αποτέλεσμα να νοθεύεται ο χαρακτήρας του μέλους στο σύνολοτου.

Τα μελίσματα γίνονται κυρίως με τα δάκτυλαΗ δεξιοτεχνία που αναπτύσσουν οι πρακτικοί είναι εκπληκτικήΚαμιά κίνηση δεν γίνεται άσκοπαΗ κατάκτηση βέβαια της δεξιοτεχνίας δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλληΗ εξέλιξη ήρθε σιγάσιγά από γενιά σε γενιάΈνας χαρακτηριστικός όρος της δεξιοτεχνίας των κλαριντζήδων είναι το τρανσπόρτοΣημαίνει ναχει ο οργανοπαίχτης την ευχέρεια στη χρήση όλων των κλειδιών του οργάνου.

Υπάρχει διαφορά στον τρόπο παιξίματος του οργάνουΥπάρχουν πρακτικοί που τονίζουν το ρυθμικό στοιχείο και
άλλοι που τονίζουν το μελωδικόΌσον αφορά στο ρυθμικό στοιχείουπάρχει μία συγκεκριμένη τεχνική που ονομάζεται ατάκαΗ ατάκα είναι ουσιαστικά χτύπημα της γλώσσας για τον τονισμό του ρυθμούΣχεδόν κάθε μουσικός φθόγγος συνοδεύεται από την ανάλογη ατάκαΠολλές φορές οι πρακτικοί κάνουν κι ένα σχετικό σφίξιμο στα χείληΈτσι ανεβάζουν ή κατεβάζουν το τονικό ύψος του κάθε φθόγγου και τον τοποθετούν εκεί που τον θέλουνΜ’ αυτόν τον τρόπον ο ήχος γίνεται πιο έντονοςπιο τραχύςπιο δυνατόςπιο κατάλληλος για ν’ ακουστεί στον ανοιχτό χώρο της υπαίθρου.Μερικοί κάνοντας μία έντονη ατάκα κι ένα βαθμιαίο σφίξιμο στο κάτω χείλοςπου συνοδεύεται με ανάλογο παραμόρφωμα στο φύσημά τουςπετυχαίνουν και βγάζουν εκείνα τα περίεργα βουητά που δίνουν κέφι και διασκεδάζουν τους χορευτές.

Όσον αφορά τώρα στον μελωδικό τρόπο παιξίματοςβέβαιαεδώ δεν χρησιμοποιούν ατάκα ή ακόμα κι εκεί που είναιυποχρεωμένοι να κάνουν ατάκα γίνεται τόσο απαλή που δύσκολα διακρίνεταιΤην έντασηστο παίξιμο τη δίνουν με εσωτερικό τρόποΟ τονισμός της μελωδίας γίνεται με μελωδικότρόπο (τρίλλιεςτσακίσματα κ.λπ.). Κάνοντας ένα ανεπαίσθητο τρεμούλιασμα στην αναπνοήτους δίνουν έναν εσωτερικό παλμό στον ήχο τουςΑυτό είναι ένα απ’ τα κύριαχαρακτηριστικά των κλαριντζήδων από την ΉπειροΕπίσηςόταν θέλουν να περάσουν από τημια νότα στην άλλη περνάν διαδοχικά απ’ όλεςκαι τις μικρότερες ακόμα μελωδικέςενδιάμεσες υποδιαιρεθείς του ήχουΤα μελωδικά γλιστρήματα (γκλισάνταδεν έχουν σχέση μετο βούισμα που κάνουν οι κλαριντζήδες που δίνουν έμφαση στο ρυθμικό στοιχείοΣ’ εκείνους είναι απλά ένα παιχνίδι στον ίδιο φθόγγοΕδώ είναι ολόκληρη νοοτροπία παιξίματος.

Οι πρακτικοί οργανοπαίχτες τις φράσεις τους δεν τις δίνουν με ανοίγματα ή σβησίματα του ήχουΤις δίνουν με μελωδικά στολίδια που τα συνδυάζουν και τα προσθέτουν οι ίδιοι στη δοσμένη μελωδία των τραγουδιώνΌταν πρέπει η μελωδία ν’ ακουστεί δυνατά την παίρνουν μία οκτάβα ψηλότερα και το αντίστροφοΟι πρακτικοί μαθαίνοντας να παίζουν κλαρίνο σκοπεύουν και προσπαθούν ν αποδώσουν το σκοπότη μελωδίαΤο κλαρίνο αυτό καθ’ εαυτό ωςόργανο δεν τους ενδιαφέρει«Πρώτα είναι το τραγούδι και μετά έρχεται το παίξιμο»4λένε
χαρακτηριστικάΓια τους πρακτικούς η μελωδία είναι ο γνώμονας που θα τους δείξει το δρόμοΚι αυτό τους ενδιαφέρει και μόνοο δρόμοςΤην τεχνική τη μαθαίνουν μέσα από τα κομμάτια που παίζουν και μαθαίνουν τόση όσο χρειάζονται για να μπορούν να τα εκτελέσουν.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Τζουράςτούρκικη λέξη που σημαίνει «μικρός»Οι Τούρκοι έτσι ονομάζουν κάθε μικρό όργανο που βγάζει ψηλή φωνή.
2. Από το βιβλίο της Δέσποινας Μαζαράκη Το Λαϊκό Κλαρίνο.
3.ΚαφέΑμάνκαφενείο που έχει πάλκο για μουσική και χορευτικά νούμεραΟι μουσικοί έπαιζαν τραγούδια αλά τούρκο (γύφτικακαι οι γυναίκες χόρευανΠροπολεμικά υπήρχαν στην Αθήναστις περισσότερες επαρχιακές πόλεις αλλά και στα μεγάλα και πιο εξελιγμένα χωριάΗ μουσική βεβαίως ήταν πιο απαλή και ο ήχος των οργάνων εξευγενισμένος σε σχέση με τον τρόπο παιξίματος στα πανηγύρια της υπαίθρουΤο παίξιμο στα ΚαφέΑμάν έπρεπε να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον ενός κοινού που απλώς παρακολουθούσε και δεν συμμετείχε πλέον ενεργά στα μουσικά τεκτενόμεναΣτα ΚαφέΑμάν πολλά παραδοσιακά κομμάτια προσαρμόστηκαν στις καινούργιες απαιτήσεις του τόπου και του χρόνου.
4.   Από το βιβλίο του Φοίβου Ανωγειανάκη Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Φοίβος ΑνωγειανάκηςΕλληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα.
2. Δέσποινα Μαζαράκη: Το Λαϊκό Κλαρίνο.
3. Σταύρος ΚαράκασηςΕλληνικά Μουσικά ΌργαναΑρχαία – Βυζαντινά – Σύγχρονα.


Πηγή: «ΤΕΤΡΑΜΗΝΑ»

Επιμέλεια-Ανάρτηση: Τάκης 

Λαμίας

Παγίδες για πουλιάΠαγίδες για πουλιά[Λαογραφικά από τη ζωή των παιδιών της υπαίθ…

Παγίδες για πουλιά

Παγίδες για πουλιά
[Λαογραφικά από τη ζωή των παιδιών της υπαίθρου]
(του Γεράσιμου Γρηγόρη σε διασκευή του Τάκη Ευθυμίου)
Οι παγίδες των πουλιών, σε παλιότερες εποχές, για τα παιδιά της υπαίθρου δεν ήταν απλά ένα  παιχνίδι που περνούσαν τις ώρες τους, τα καλοκαίρια, αλλά έπαιζαν και το ρόλο της ωφελιμότητας του κυνηγιού για βιοποριστικούς λόγους.
Τρία ήταν τα είδη των παγίδων που χρησιμοποιούσαν παλιά τα παιδιά της επαρχίας για να πιάνουν τα πουλιά: Η πετροπαγίδα, η ξυλοπαγίδα και το τενέλι.

Η πετροπαγίδα ή τσάκα αποτελούνταν από δυο πέτρες, μια πλακουδερή, την πλάκα, και μια τετράγωνη, το αντιστύλι, από τρία ίσια ξυλαράκια και από ένα πιο κοντό, πελεκημένο ή καμωμένο από σχισμένο καλάμι. Αυτό το τελευταίο το λένε σοφιλιαστάρι επειδή μ’ αυτό σοφιλιάζεται, δηλαδή στήνεται η παγίδα και πάνω σ’ αυτό ακουμπούσαν τα άλλα τρία ξυλαράκια. Αφού διάλεγαν το μέρος που θα έστηναν την τσάκα, έστρωναν στην κατάλληλη θέση τις δυο πέτρες και ανασήκωναν την πλάκα σε λοξή θέση.  Ακουμπούσαν στην κόψη της τετράγωνης πέτρας, με μικρή κλίση, το σοφιλιαστάρι και στην κορυφή του τοποθετούσαν το πρώτο ξυλαράκι, έτσι που να κρατούσε ανασηκωμένη την πλάκα. Δεν άφηναν το χέρι τους από το σοφιλιαστάρι αν δεν έβαζαν και στην κάτω άκρη του και τα δυο άλλα ξυλαράκια ακτινωτά, ώστε να ακουμπούν αντίστοιχα στα πλάγια της πλάκας, προς τη βάση της. Έτσι στήνονταν  η παγίδα. 

Για δόλωμα σκορπούσαν σπειριά δημητριακών κάτω από την πλάκα. Μερικές φορές έσκαβαν από κάτω μια λακούβα για να πιάσουν ζωντανό το πουλί. Συμπληρωματικά, κρεμούσαν κι από πάνω μια ακρίδα, με ανοιγμένα φτερά, ή ένα σκουλήκι για ζωντανό δόλωμα. Δίπλα στην παγίδα έστηναν και το πόστο που ήταν μια μακρουλή πέτρα ή ένα ξύλο μπηγμένο στο έδαφος, για να καθίσει το ανυποψίαστο πουλί. Απ’ αυτή τη θέση το πουλί μόλις έβλεπε το δόλωμα χυμούσε για να χορτάσει την πείνα του. Τρώγοντας όμως λαίμαργα, όλο και κάποιο από τα ξυλαράκια θα σκουντούσε απρόσεχτα με αποτέλεσμα να πέσει η πλάκα και να πιαστεί.
Η ξυλοπαγίδα είχε άλλη κατασκευή και άλλο μηχανισμό. Αποτελούνταν από τη βέργα, τα αδραξούλια (ίσια ξυλάκια), το σκουληκαντήρι, την κολόνα και το σουβλί. Μια γερή βέργα λυγαριάς ή αγριελιάς λυγίζονταν και κρατιόνταν σε σχήμα τόξου, δεμένη με δυο παράλληλα δεσίματα διπλού σπάγκου. Τα αδραξούλια περνούσαν κάθετα, σε κανονικές αποστάσεις, με χιασμό των διπλών σπάγκων και ξαναδένονταν στην καμπύλη του τόξου, αφήνοντας στο κέντρο του να κρεμόταν η θηλιά. Το σκουληκαντήρι γίνεται από χοντρή φρέσκια κληματόβεργα. Την έκοβαν με τον κόμπο της και την πελεκούσαν και την ξεμύτιζαν, τη γύριζαν και έχωναν τη μύτη της στην ψύχα προς τον κόμπο. Κάτω από τον κόμπο κάρφωναν με αγκάθι γκορτσιάς ή παλιουριού το σκουλήκι. Το σκουληκαντήρι το περνούσαν σαν σκουλαρίκι στο μεσιανό αδραξούλι.
Έστηναν την ξυλοπαγίδα περνώντας την κολόνα ανάμεσα από τ’ αδραξούλια της, στο επάνω μέρος, αφού τη στέριωναν στη γη. Στη διχάλα της κολόνας ακουμπούσαν το σουβλί, που η μια άκρη του κρατιόνταν στη θηλιά και η άλλη, η μυτερή, στο σκουλκαντήρι, αλλά ίσα-ίσα να στέκονταν. Φόρτωναν με λίγες αμάδες την παγίδα για να ‘χει βάρος και λίγο πιο πέρα έστηναν το πόστο. Έτσι όλα ήταν έτοιμα. Το σκουλήκι έπρεπε να ήταν ζωντανό για να κουνιόταν. Όταν έβλεπε τέτοιο δόλωμα το πουλί ήταν αδύνατο να μην πέσει στον πειρασμό και να μην ριχτεί. Έτσι, συνήθως, πιανόταν ζωντανό.

Το Τενέλι βασιζόταν στην ευλυγισία χλωρού κλαδιού και στη θηλιά. Υπήρχαν δυο τύποι, ο ένας ήταν με κολόνα (ίσιο ξύλο σε μέγεθος μπαστουνιού) που μπήχνονταν γερά στη γη. Η κορυφή του ήταν πελεκημένη και τρυπημένη για να έμπαινε το ποδόξυλο ή καθίστρα (ένα μικρό ξυλαράκι ξεμυτισμένο σαν μολύβι).
 Είχαν κι ένα γερό σπάγκο διπλό, που την αναδιπλωμένη άκρη του την κομπόθιαζαν, αφήνοντας μια μικρή θηλιά. Η άλλη άκρη του δένονταν χαμηλότερα σε κάποιο κοντινό λυγερό κλαδί ή σε βαθειά μπηγμένο ελαστικό κλαδί. Λύγιζαν το κλαδί προς το μέρος της κολόνας, τεζάροντας τον σπάγκο και πέρναγαν τη θηλιά και τον κόμπο από την τρύπα. Με το ποδόξυλο οριζόντιο βούλωναν την τρύπα για να μην περνάει ο κόμπος και τη στέριωναν τόσο, ίσα-ίσα για να στέκονταν. Άνοιγαν τη θηλιά κύκλο και την ακουμπούσαν με προσοχή πάνω στο ξυλαράκι. Το τενέλι ήταν πια στημένο. Μόλις καθόταν εκεί το πουλί με το βάρος του ενεργοποιούσε την παγίδα και πιανόταν με τη θηλιά από τα πόδια ζωντανό.
Άλλος τύπος τενελιού ήταν μια γερή βέργα λυγισμένη σε σχήμα τόξου, αλλά ανάποδα στημένη, με τις άκρες προς τα πάνω και την καμπύλη προς τα κάτω στερεωμένη στη γη ή πάνω σε κλωνάρι δένδρου. Το ένα άκρο ήταν πελεκημένο και με τρύπα και στο άλλο δεμένος ο διπλός σπάγκος με τη θηλιά. Το πουλί πιάνονταν όπως και στον προηγούμενο τύπο τενελιού.

Οι παγίδες αυτές στήνονταν στα αλώνια, όταν άδειαζαν από τις θημωνιές, στα χωράφια, σε κήπους και σε μέρη που περνούσαν συχνά τα πουλιά. Περιστερουδιές, δαγκανιώροι και συκοφαγάδες ήταν συνήθως τα θηράματα.  Τα σπουργίτια σπάνια πιάνονταν με τις παγίδες επειδή είναι πονηρά πουλιά.
Μ’ αυτόν τον τρόπο τα παιδιά περνούσαν τα καλοκαίρια τους. Τα πουλιά που έπιανε η παρέα τα θεωρούσε τρόπαια και αποτελούσαν γι’ αυτά μια διαφορετική λιχουδιά όταν τα τηγάνιζαν με κάνα δυο αυγά χτυπημένα. Έτσι αρταίνονταν τα ξελιγωμένα από τη χορτοφαγία και την οσπριοφαγία παιδιά της επαρχίας εκείνους τους στερημένους καιρούς!

Πηγή: «Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο»

Κυνήγι με τη σφενδόνα ( από το http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr/ )Κυνήγι…

Κυνήγι με τη σφενδόνα ( από  το http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr/ )

Κυνήγι με τη σφεντόνα
[Παιδικά κι απερίσκεφτα]
Του Τάκη Ευθυμίου
Η σφεντόνα ή καλύτερα λάστιχο όπως το λέγαμε εμείς ήταν το συνηθισμένο κυνηγητικό μας όπλο. Μερικές φορές χρησιμοποιούσαμε τη σφεντόνα και στον πετροπόλεμο. Την κατασκευάζαμε μόνοι μας μ’ ένα διχαλωτό κλωνάρι (τσιατάλα), δυο λάστιχα που κόβαμε από σαμπρέλα αυτοκινήτου ή στην καλύτερη περίπτωση προμηθευόμασταν από τα μπακάλικα της γειτονιάς κι ένα κομμάτι δέρμα, θήκη για τα βόλια που εκτοξεύαμε, κομμένο από παλιά παπούτσια.
Μη φαντασθείτε βέβαια πως κυνηγούσαμε κοτσύφια και μεγάλα πουλιά. Κανένα σπουργιτάκι, κομπαγιανάκι και τα κιτρινάκια ήταν ο στόχος μας. Τα βόλια ήταν μικρές στρογγυλές πέτρες που αφθονούσαν στο χαλιά του Σπερχειού.
Κάποιο παιδί της μεσαίας γειτονιάς που έμεινε κοντά στο νεκροταφείο σκέφτηκε την εξής ιδέα. Να χρησιμοποιούμε για βόλια χαλικάκια ψηφίδας τυλιγμένα σε χαρτί σαν σκάγια για να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα. Μάλιστα, κατασκευάζαμε και αυτοσχέδιες καραμπίνες με λάστιχο για σταθερότερη σκόπευση. Φυσικά την  ψηφίδα οι τολμηροί την προμηθεύονταν από τα μνήματα του Νεκροταφείου. Με την ψηφίδα είχαμε τη δυνατότητα να σκοτώσουμε δυο μαζί πουλιά κι αυτό θεωρούνταν σπουδαίο κατόρθωμα. Ο Σπύρος και ο Δημητράκης τα κατάφερναν καλύτερα απ’ όλους μας!

Στη γειτονιά μου υπήρχε ένας πλάτανος όπου το σούρουπο κούρνιαζαν κάτι παχιά σπουργίτια. Ο φίλος μας ο Βασίλης μάς παρότρυνε να πάμε το βράδυ με το φακό να τα θαμπώσουμε και να τα τουφεκάμε εύκολα με το λάστιχο. Έτσι κι έγινε! Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι δεν λαθέψαμε ούτε μια φορά. Ήταν μια καθαρή γενοκτονία σπουργιτών που αργότερα βέβαια το μετανιώσαμε πικρά, αφού διαπράξαμε το έγκλημα από καπρίτσιο και παιδικό εγωισμό, ως σπουδαίο κυνηγητικό άθλο!
Μια άλλη φορά που χιόνισε βγήκα μοναχός μου κυνήγι με το λάστιχο στο Κουτσομύλι για κιτρινάκια που ήταν εύκολη λεία μιας και ήταν απολύτως απορροφημένα στο τσιμπολόγημα των πλατανοκούβαρων. Όπως μετακινιόμουν προσεχτικά για να τα σκοπεύσω να σου μπροστά μου ο γυμνασιάρχης με το δίκανο! Πάγωσα!
-Πως πάει το κυνήγι βρε; με ρωτάει. Εγώ προκειμένου ν’ αποφύγω τις συνέπειες, αφού η σφεντόνα θεωρούνταν απαγορευμένη για μας, του λέω:
-Να το χαλάσω το λάστιχο;
-Γιατί βρε τι σου φταίει; μου απαντάει αφοπλιστικά.

Αυτό μου έφτανε. Το βάζω στα πόδια για το σπίτι σχηματίζοντας την εντύπωση πως μου επέτρεψε να κυνηγάω και από τότε το διατυμπάνιζα στους φίλους μου με καμάρι!