Λούτσοβος, παλιά ονομασία του χωριού ΚΟΚΚΙΝΟΣ, που βρίσκεται σε προνομιακή θέση, έχοντας την λίμνη ΜΟΡΝΟΥ πραγματικά στα πόδια του. Ουσιαστικά τα πόδια του χωριού η εύφορος κοιλάδα του Μόρνου, σκεπάστηκε από τα νερά της τεχνητής λίμνης και ανάγκασε τους κατοίκους να φύγουν και να εγκατασταθούν σε άλλα μέρη κυρίως στην ΑΘΗΝΑ.
Ασυνήθιστη κίνηση εκείνο το πρωινό της εικοστής Οκτωβρίου, στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα, στο σπιτικό του Μπάρμπα Κώστα ή Κώτσιου, όπως ήταν πιο γνωστός στον μικρό, εξωχώριο αγροτικό οικισμό στην κοιλάδα του Μόρνου, με διάσπαρτα σπίτια και όμορφα, γόνιμα παρόχθια αγροκτήματα.
Στα παλιότερα χρόνια οι άνθρωποι είχαν καλύτερη, συνήθως βιωματική αντίληψη για τη φύση και τους κινδύνους που αυτή περικλείει, και με περισσή φροντίδα επέλεγαν να χτίζουν τα χωριά τους σε μέρη με το κατάλληλο κλίμα.
Οι κάμποι και οι παραποτάμιες τοποθεσίες με τις έντονες υγρασίες και τους πάγους, τα έλη με τα κουνούπια και τις θανατηφόρες ελονοσίες δεν ήταν ιδανικοί τόποι για μόνιμη διαμονή.
Έχτιζαν τα σπίτια τους σε κατάλληλες ημιορεινές και ορεινές τοποθεσίες και πηγαινοέρχονταν στους κάμπους για τις καθημερινές εργασίες.
Έτσι κι εδώ, στην κοιλάδα του Μόρνου, σχεδόν όλα τα χωριά ήταν χτισμένα στα ψηλά, πέριξ της κοιλάδας, σε μέρη που ήταν καλά προφυλαγμένα και με πιο υγιεινό κλίμα.
Το καθημερινό πηγαινέλα, οπωσδήποτε βασανιστικό και χρονοβόρο, ανάγκαζε πολλούς να χτίζουν στους αγρούς πρόχειρα καταλύματα όπου, σε κάποιες περιόδους, κυρίως το καλοκαίρι, έμεναν σχεδόν μόνιμα.
Μια τέτοια περίπτωση ήταν και του μπάρμπα Κώτσιου ο οποίος, καμιά τριανταπενταριά χρόνια πριν, γυρίζοντας από την Αμερική, αγόρασε μια μεγάλη έκταση και άρχισε να την καλλιεργεί. Έχτισε στην αρχή ένα μικρό υπόστεγο που σιγά σιγά μετεξελίχθηκε σε ολοκληρωμένο αγροτόσπιτο – σε πλήρες μόνιμο νοικοκυριό.
Ο μπάρμπα Κώτσιος, με πατημένα τα εβδομήντα, είχε δουλέψει σκληρά στην Αμερική επί είκοσι σχεδόν χρόνια ανοίγοντας δρόμους και σήραγγες στα γρανιτώδη όρη και απλώνοντας σιδηροτροχιές στη Μινεσότα. Στην μακρόχρονη παραμονή του στα ξένα μόνο δύο φορές έκανε το ταξίδι της επιστροφής: οριστικά λίγο πριν το κραχ του είκοσι εννιά και, αρκετά χρόνια παλιότερα, για να πολεμήσει στους βαλκανικούς πολέμους.
Ήταν πράος και καλοκάγαθος άνθρωπος με χαλύβδινη θέληση και υπομονή και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους συγχωριανούς του για την ακεραιότητα του χαρακτήρα και τη σοφία του.
Η μακρόχρονη παραμονή του στην Αμερική, πέρα από τη μεγάλη ευχέρεια στα εγγλέζικα, του πρόσφερε επίσης πλούσια εμπειρία και πρωτόγνωρες γνώσεις από τον Νέο Κόσμο, που σαφώς έλλειπαν από την μικρή και απομονωμένη κοινωνία της ορεινής Δωρίδας.
Ο μπάρμπα Κώτσιος ήταν πολύ καλός αφηγητής και με υπερηφάνεια διηγείτο πάμπολλες φορές τη συμμετοχή του στη πολιορκία των Ιωαννίνων, τη πτώση του Μπιζανίου και την είσοδό του στα Γιάννενα με το στρατιωτικό σώμα που συνόδευε τον διάδοχο Κωνσταντίνο.
Είχε αποκτήσει έξι παιδιά, τέσσερα από τον πρώτο του γάμο και δυο από τον δεύτερο. Είχε χάσει τις δυο κόρες και την πρώτη του γυναίκα από αρρώστιες που σήμερα θα θεραπεύονταν πανεύκολα.
Αυτό το πρωινό φαίνεται να είναι πολύ σημαντικό για τον μπάρμπα Κώστα.
Η νύφη του η Ευθυμία, γυναίκα του μικρού του γιου, του Γιώργου, θα έφερνε στο κόσμο μια καινούργια ζωή. Ο Γιώργος ήταν το στερνοπούλι του κι ο μόνος που έμεινε μαζί του, μιας και οι υπόλοιποι τρεις γιοί είχαν διαλέξει από χρόνια τον δρόμο της ξενιτιάς.
Ο Δημήτρης και ο Θεμιστοκλής, από τον πρώτο του γάμο, είχαν μετακομίσει πριν από τον πόλεμο στην Αθήνα, όπου είχαν αποκατασταθεί επαγγελματικά και είχαν δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες.
Ο Σπύρος, από τον δεύτερο γάμο, είχε εδώ και πέντε χρόνια μετακομίσει κι αυτός στην Αθήνα όπου δούλευε μαθαίνοντας την τέχνη του μηχανικού αυτοκινήτων σε στρατιωτικό εργοστάσιο.
Τα εργατικά χέρια της οικογένειας του μπάρμπα Κώστα που μπορούσαν να βοηθήσουν στις αγροκτηνοτροφικές εργασίες λιγόστευαν και έπρεπε επειγόντως να ενισχυθούν.
Τη λύση έδωσε ο γάμος του νεαρού Γιώργου, σε ηλικία μόλις 19 χρόνων, με την Ευθυμία, δυο χρόνια μεγαλύτερή του και από τις αξιότερες κοπέλες του χωριού.
Πριν δέκα μήνες η Ευθυμία ήρθε νύφη σε αυτό το σπίτι και σήμερα ετοιμάζεται να φέρει στον κόσμο το πρώτο της παιδί. Μεγάλο γεγονός τα γεννητούρια για ένα νιόπαντρο ζευγάρι. Έφτανε η στιγμή της ολοκλήρωσης του γάμου, η ευχή για «καλούς απογόνους» έπιανε τόπο. Έχουν έλθει να της συμπαρασταθούν και οι λίγες γυναίκες που ζουν στα πέντε -έξι σπίτια που είναι διάσπαρτα στα παρακείμενα αγροκτήματα σε ακτίνα τριών-τεσσάρων χιλιομέτρων.
Η Ευθυμία έχει αρχίσει να πονά ενώ δίπλα η μάνα της και η πεθερά της την ενθαρρύνουν και τη στηρίζουν ψυχολογικά, «σιώπα κορούλα μου, κουράγιο καλή μου, όλα θα τελειώσουν καλά», ακούγονται όλα γλύκα οι κουβέντες τους, βάλσαμο για την νεαρή ετοιμόγεννη.
«Καλή ξελευτεριά», ακούγεται και ξανακούγεται στο μικρό δωματιάκι.
Η Ευθυμία, καλοκαμωμένη γυναίκα, συνεσταλμένη με τόσους ανθρώπους γύρω της, συγκρατούσε όσο μπορούσε τους λυγμούς και τα φωνητά, αλλά κάποιες στιγμές δεν άντεχε και ξεφώνιζε.
Ο Γιώργος, ο άνδρας της, όπως και οι υπόλοιποι άνδρες, περίμενε με αγωνία έξω στο μπαλκόνι όταν ξαφνικά ακούγεται ο μπάρμπα Κώστας να φωνάζει με στεντόρεια φωνή: «Έρχεται!»
Όλοι στρέφουν το βλέμμα στον απέναντι λοφίσκο. Στο μονοπάτι που ερχόταν από το χωριό διακρίνεται καθαρά ένα μουλάρι και η μορφή της Γαλάτως, της πρακτικής μαμής, που είναι καβάλα στο ζώο και του φωνάζει επιτακτικά να πάει πιο γρήγορα.
Σε λίγα λεπτά η μαμή ξεπεζεύει και ανεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά. Διαβαίνοντας την πόρτα αφήνει να συρθεί η ζώνη της. Ήταν το γούρι. «Έτσι να σύρει το μωρό και να βγει εύκολα!».
Φτάνει κοντά στην Ευθυμία και, πριν της μιλήσει, βάζει στο στόμα της νερό, που της προσφέρει η κυρά Βασιλική, η μάνα της επίτοκης, και το φυσάει ανάμεσα στα στήθια της ετοιμόγεννης και λέει την ευχή: «Όπως τρέχει το νερό έτσι να κατέβει το παιδί».
Μετά χαϊδεύει την Ευθυμία, της εύχεται καλή λευτεριά και αρχίζει την εξέταση. Την κοίταξε από δω, την ψηλάφισε από κει και ακολούθησε η γνωμάτευση: «Όλα καλά!»
Η ώρα περνούσε βασανιστικά για όλους. Οι πόνοι δυνάμωναν και η Γαλάτω βοηθούσε με τα λόγια και τα χέρια της την Ευθυμία. Η μαμή ήταν μεν πρακτική, αλλά οι γνώσεις που είχε αποκτήσει από τις δεκάδες γέννες της έδιναν την αυτοπεποίθηση και τον αέρα να λειτουργεί αποτελεσματικά και να την εμπιστεύονται απόλυτα οι ετοιμόγεννες.
Οι πόνοι έφτασαν στην κορύφωσή τους και με την χρηστική βοήθεια της Γαλάτως η Ευθυμία λευτερώθηκε και γέννησε ένα υγιέστατο αγόρι.
Οι άλλες γυναίκες ανέλαβαν να φροντίσουν τη λεχώνα, η μαμή άρχισε να φροντίζει το μωρό ενώ ακούστηκαν και τα πρώτα κλάματα προς μεγάλη ανακούφιση όλων.
Τότε μπαίνει στο δωμάτιο, ευθυτενής και κοτσονάτος, ο μπάρμπα Κώστας και φωνάζει δυνατά στην γυναίκα του: «Μαρία, φέρε το ταψί και το κουτί με τη ζάχαρη».
Λάμποντας από χαρά και ευχαρίστηση, παίρνει προσεκτικά το μωρό και το βάζει στο σιδερένιο ταψί φωνάζοντας δυνατά: «Να γίνεις δυνατός σαν το σίδερο…» και ταυτόχρονα, με ένα μικρό κουταλάκι, του βάζει ζάχαρη στο στόμα και συνεχίζει την ευχή: «…και γλυκός σαν τη ζάχαρη».
απόσπασμα από το βιβλίο (υπό έκδοση) :“θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις”
Η χώρα της πρώτης δυτικά του Στενού αρχαίας κώμης επί της δεξιάς (βορειοδυτικής) όχθης του Μόρνου φαίνεται να κατελάμβανε την μικρή κοιλάδα που σχηματίζει το Λουτσοβόρρεμα, παραπόταμος που χύνεται στον Μόρνο ακριβώς δυτικά και παράλληλα προς τον Κόκκινον με τον οποίον έχει κοινή υδροκριτική. Σήμερα στην μικρή αυτή κοιλάδα απλώνεται το χωριό Κόκκινον (Λούτσοβο). Η κοιλάδα αυτονομείται μεν από την ανατολικά της κοιλάδα του Κόκκινου, λόγω του ότι η ίδια σχηματίζεται στη διχάλα που δημιουργούν οι προς νότον απολήξεις της Πρατοράχης, αλλά δεν αποκόπτεται τελείως από τον Κόκκινον, όπως δηλώνει έστω και παραμορφωμένο πλέον σήμερα το γεωγραφικό ανάγλυφο της περιοχής. Γι’ αυτόν τον λόγο, με μεγάλη πιθανότητα μπορούμε να πούμε ότι η αρχαία κώμη η αναπτυγμένη στην λεκάνη του Λουτσοβορρέματος ανήκε στην επικράτεια των Καλλιέων και ότι οι κάτοικοι σε περίπτωση κινδύνου κατέφευγαν σε οχυρωματικό περίβολο, στην έξοδο της κοιλάδας του Λουτσοβορρέματος, ο οποίος φαίνεται ότι θα μπορούσε να συσχετισθεί μάλλον με τα παρατηρηθέντα από τον Σωτηριάδη “παρ’ αυτήν την κοίτην του Μόρνου, αμέσως μετά την εις αυτόν συμβολήν του Κόκκινου ικανά λείψανα αρχαίων τειχών, περιβαλλόντων μέγα τετράπλευρον, πιθανώς τέμενός τι, ως το έν Θέρμω του Απόλλωνος”. θεωρούν ότι ο Σωτηριάδης αναφέρεται σε λόφο ακριβώς δυτικά της συμβολής Κόκκινου και Μόρνου, 2,5 χλμ. ΝΑ. του σημερινού χωριού Λούτσοβον/Κόκκινον, άρα κοντά στη συμβολή Λουτσοβορρέματος και Μόρνου και φυσικά στο άκρο της κοιλάδας του Λουτσοβορρέματος, επί του οποίου το 1198 μ.Χ. κτίστηκε η Αγία Μονή με την επαναχρησιμοποίηση υλικών αρχαίου κτηρίου. Για τα εκεί ερείπια, Ελληνιστικά και Βυζαντινά, κάνει λόγο και ο Woodhouse. Λόφος και μοναστήρι βρίσκονται τώρα στον βυθό της τεχνητής λίμνης του Μόρνου. Ακριβώς απέναντι από την Αγία Μονή, στην αριστερή, ανατολική, όχθη του Μόρνου, στα ΒΑ. του Στενού, είναι χτισμένο με αρχαίο υλικό, πιθανώς πάνω σε αρχαίο ιερό, το προαναφερθέν εκκλησάκι του Αγίου Βασιλείου, τώρα βυθισμένο στην τεχνητή λίμνη. Ευνόητο είναι ότι αυτή η οχυρή θέση θα αποτελούσε προφανώς το δυτικότερο περιφερειακό φρούριο της επικράτειας των Καλλιέων.
Απόσπασμα από:
IΩΑΝΝΗΣ ΝΕΡΑΝΤΖΗΣ
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Κρήτης
Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΑΙΤΩΛΩΝ [ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗ]
ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ (ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ)
Φτάνουμε στο φράγμα του Μόρνου και το διασχίζουμε. Στην άλλη άκρη συναντάμε πάλι, μετά από ώρα, τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στην Ναύπακτο. Δεξιά μας ένδειξη που αναφέρει: Διακόπι 20 χιλ. Δάφνος, Πενταγιοί (1). Νάσου μεγάλη πινακίδα με χάρτη της περιοχής και σημειωμένα τα 13 χωριά της Βορειοδυτικής Δωρίδας. Διαβάζω μεγαλόφωνα τα ονόματα του χάρτη. Ναός Αθανασίου Διάκου (Κελλιά), Κυδωνιά, Αρτοτίνα, Καλλονή, Κριάτσι, Διχώρι, Κερασιά, Υψηλό χωριό, Δάφνος, Τσίστενο, Πενταγιοί, Διακόπι, Κόκκινο, Περιβόλι, Κροκύλειο, Αλεποχώρι, Ζόριανη, Κουπάκι. Τα μετρώ και τα ξαναμετρώ και τα βρίσκω 13! Πρόκειται για χωριά της επαρχίας Δωρίδας, που φτάνουν και συνορεύουν με την ορεινή Ναυπακτία (Κράβαρα).
Το χωριό Κόκκινο και η τεχνητή λίμνη του Μόρνου
Πιάνουμε τη δημοσιά που οδηγεί στην Ναύπακτο, παράλληλα με το «ποταμάκι», ό,τι έχει απομείνει από τον ποταμό Μόρνο, μετά την τεχνητή λίμνη, με κατεύθυνση ΝΔ. Συνεχίζουμε στη δημοσιά, περνάμε ένδειξη για κάποια χωριά (Περιβόλι, Περιθιώτισσα) και συνεχίζουμε για Ναύπακτο. Στον επόμενο όμως κόμβο, διαβάζουμε Κροκύλειο 10 χιλ. στα δεξιά μας (Ζοριάνο και Αλεποχώρι) καθώς και Αρτοτίνα. Εκεί θέλουμε να βγούμε. Η τοποθεσία που βρισκόμαστε λέγεται ΄Αγιος Παντελεήμων (βοήθειά μας). Συνεχίζουμε και συναντάμε πάλι την πινακίδα με τα 13 χωριά. Αφήνουμε την κίνηση προς τα νότιο-δυτικά και γυρίζουμε Ανατολικά. Απ’ εδώ ακολουθούμε δημοσιά που διέρχεται από την πρώην τοποθεσία Κάμπος (σήμερα Τεχνητή λίμνη Μόρνου) και ανηφορίζουμε στο χωριό Κόκκινο. Απ’ εδώ απολαμβάνουμε τη θέα προς τη λίμνη του Μόρνου και τα Βαρδούσια. Στη συνέχεια ανηφορίζουμε στην κορφούλα 1.073μ. και πάμε όλο ράχη – ράχη, τη Ράχη Κόκκαλη για να φτάσουμε στον οικισμό της Πενταγιούς (Πενταγιοί). Ωραίο, μεγάλο χωριό, το διασχίζουμε, δροσιζόμαστε στις λιθόγλυπτες βρύσες της κάτω πλατείας (5 κεφαλές – πέντε αδέρφια) και ρωτάμε πως ανεβαίνει κανείς στο βουνό τους, το Βλαχοβούνι (Ξεροβούνι), πούναι από πάνω μας.
Το χωριό Κροκύλειον με τις ομοιόμορφες στέγες του
«Το χωριό που συνδέεται με τον θρύλο τηςΜαρίας Πενταγώτισσας, ιδρύθηκε το 16ο αιώνα. Η ονομασία ίσως προήλθε από τους πέντε προστάτες αγίους του ή από τους πέντε δρόμους που ξεκινούν ακτινωτά από την Πενταγιού προς τα γύρω χωριά, ενώ κατά το μελετητή Ιωάννη Παπαγεωργίου, πήρε το όνομά του από τους πέντε αδερφούς (πέντε γιους) Καμπεραίους που πρωτοεγκαταστάθηκαν στο χωριό. Κατά τον ιστορικό Δημήτρη Σταμέλο, στο σύγγραμμά του «Η Δωρίδα στην Τουρκοκρατία», το όνομα των Πενταγιών προήλθε από την επιτόπιο θανάτωση κατά τους διωγμούςΔιοκλητιανούκαι Μαξιμιλιανού το 288 μ.Χ. πέντε νεαρών ατόμων, του Ευστρατίου, του Αυξεντίου, του Ευγενίου, του Μαρδαρίου και του Ορέστη λόγω των χριστιανικών τους πεποιθήσεων, οι οποίοι μετά την επικράτηση του χριστιανισμού ανακηρύχθηκαν Άγιοι. Προφανώς το χωριό λεγόταν αρχικώς «Πεντάγιοι» και αργότερα κατά παραφορά Πενταγιοί. Με την αυτή ονομασία λεγόταν για ένα διάστημα 30 ετών και τοΓαλαξίδικατά το τέλος του 17ου αιώνα. Όταν το 1826, μετά τηνέξοδο του Μεσολογγίου, μία ομάδα αγωνιστών κατέφυγε στους Πενταγιούς, ο Μουσταφάμπεης με δύο χιλιάδεςΤούρκουςχτύπησε το χωριό.Έλληνες αγωνιστέςμε επικεφαλής τους Ράγκο και Τσόγκα τους καταδίωξαν προς τον ποταμό Κόκκινο όπου και νικήθηκαν από τον οπλαρχηγό Σκαλτσοδήμοστον ρύακα του Κόκκινου ποταμού, στην τοποθεσία που αποκαλείται μέχρι σήμερα «Τουρκόρεμα». (Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια)
Στο χωριό της Πενταγιούς, στην κάτω πλατεία με τις πέντε βρύσες
Ξεροβούνι ή Βλαχοβούνι, ύψ. 1.670 μ.
«Ορεινός όγκος στη δυτική πλευρά του Ν. Φωκίδος, στα όρια με τον νομό Αιτωλοακαρνανίας. Στα ανατολικά ο Κόκκινος ποταμός το χωρίζει από το ορεινό συγκρότημα των Βαρδουσίων, ενώ στα ΝΑ και νότια καταλήγει με τρεις απολήξεις στην τεχνητή λίμνη του Μόρνου (430μ.) και τον ποταμό Μόρνο. Στα Δ.-ΒΔ. Χωρίζεται από το Κερασοβούνι με τον αυχένα / διάβαση (1.360μ.) και τα αντίθετα ροής ρέματα Μέγα (του Μόρνου) και ανώνυμου (του Εύηνου). Στα βόρεια χωρίζεται από την οροσειρά της Αετόπετρας με τον αυχένα / διάβαση (1.220μ.) στα ΒΔ του οικισμού Πενταγιοί. Τα πετρώματά του είναι φλύσχης και ασβεστόλιθοι. Η ψηλότερη κορυφή είναι η Ξεροβούνι ή Βλαχοβούνι, ύψους 1.670μ. άλλες ψηλές κορφές του είναι τα Πατήματα, 1.643μ. Ανάβαση στην κορυφή μπορεί να γίνει από τους οικισμούς Πενταγιοί ή Πενταγιού, ύψ. 950μ και Αλποχώριον ή Αλεποχώρι, ύψ. 1.000μ. σε 0230ω. περίπου». (Νέζη Νίκου2010:178)
Το χωριό της Πενταγιούς, από το Ξηροβούνι
Ανάβαση στο Βλαχοβούνι (Ξηροβούνι), ύψ. 1.672μ.
Απ’ την άκρη του χωριού ανηφορίζει αρχικά το μονοπάτι, που μετά διχαλώνει. Το ένα (αριστερό) με κατεύθυνση αρχικά νότια και μετά δυτική, ανηφορίζει μέχρι την κορφή, ύψ. 1.672μ. και το άλλο (δεξιό) ανηφορίζει δυτικά, έως την βρύση Βεληγκέκα, ύψ. 1.400μ. και γυρίζει νότια. Διέρχεται από ποιμενικές εστίες και συνδέεται με τον δρόμο, που συνδέει το χωριό Αλεποχώρι με του Πενταγιούς, χωριό από το οποίο μπορεί να ανέβει κανείς στην κορυφή του βουνού.
Το καταφύγιο στην κορφή του Βλαχοβουνίου (Ξηροβουνίου), ύψ. 1.672μ.
Ακόμη, από τη ράχη του Κόκαλη, ύψ. 1.182μ. επί της δημοσιάς, χωμάτινος δρόμος κάνει αριστερά και στο ξωκκλήσι της Θεοτόκου, που συνεχίζει ο δρόμος και βγάζει στην κορυφή Πατήματα, ύψ. 1.682μ., που ανήκει στον ορεινό όγκο του Ξεροβουνίου), όπου και πετρόκτιστο όμορφο καταφύγιο. Ωραία θέα των πέριξ βουνών: Κραβάρων, (Κοκκινιάς) βόρεια και Βαρδούσια απέναντι. παρατηρούμε τους πέριξ οικισμούς από ψηλά, που προσφέρουν διαφορετική εικόνα σε σχέση μ’ αυτή που αποκομίζει κανείς όταν διασχίζει πεζός ή με όχημα τον οικισμό.
Ένα πίσω-γύρισμα: Από το χάνι Κοκκίνου, εάν δεν ανέβουμε στον οικ. Κοκκίνου και συνεχίσουμε τοποθεσία πρώην Κάμπος, τώρα τεχνητή λίμνη Μόρνου, φτάνουμε στην τοποθεσία του Αγίου Παντελεήμονα, απ’ όπου διαβάζουμε: Κροκύλειο 10 χιλ., Ζοριάνο 16 χιλ. και Αλεποχώρι 18 χιλ. στα δεξιά μας. Είναι η πίσω μεριά του Ξηροβουνιού (Βλαχοβούνι). Απ’ το Αλεποχώρι, ένας δρόμος συνεχίζει βόρεια, όπου τα γεωγραφικά όρια με την ορεινή Ναυπακτία, και οδηγεί στην Αρτοτίνα.
Στο χωριό Δάφνος (Βοστινίτσα)
Καθώς ήμαστε στις κορφές του Ξηροβουνίου (Βλαχοβούνι), γυροφέρνουμε απ’ εδώ και απ’ εκεί και παρατηρούμε τον τόπο απ’ τα ψηλά στα χαμηλά. Εντυπωσιαζόμαστε με τις καινούργιες, ομοιόμορφες στέγες στο χωριό Κροκύλειο και τα καλοσυντηρημένα σπίτια. Μπράβο που όλο το εύρωστο χωριό κατάφερε και συμμάζεψε τα σπίτια. Δεν το βλέπεις αυτό εύκολα σε ορεινά χωριά. Ξετρυπώσαμε το παλιό πετρόστρωτο μονοπάτι που διέσχιζε τον οικισμό απ’ την μια του άκρη στην άλλη, οδηγώντας στα κτήματα (πετρόστητα πεζούλια), το ακολουθήσαμε νοερά. Το Κριάτσιο το ψάξαμε να το εντοπίσουμε, αν και ήταν κοντά μας καθώς ήταν «πνιγμένο» στη βλάστηση. Ο Δάφνος μας «τράβηξε» η τοποθεσία του και η περιφέρεια της κοινότητας. Κάνουμε διάφορες παρατηρήσεις κοιτάζοντας τον τόπο από ψηλά. Αυτή η θεώρηση του χώρου από ψηλά, δίνει μια άλλη αντίληψη και διάσταση απ’ αυτή όταν βρίσκεσαι χαμηλά…
Τα Βαρδούσια, πλησιάζοντας την Αρτοτίνα…
Κατεβαίνουμε στους Πενταγιούς και συνεχίζουμε βόρεια τη πορεία μας, για Αρτοτίνα, επισκεπτόμενοι τον έναν μετά τον άλλον τους οικισμούς, που συναντάμε στο δρόμο μας. Όπου βλέπουμε ένδειξη για χωριό, δεξιά ή αριστερά του χωμάτινου δρόμου, λοξεύουμε και τον επισκεπτόμαστε όπως για παράδειγμα το Τρίστενο. Στο υψηλό πέρασμα – γύρισμα του Αγίου Νικολάου, με την κορυφή Τσούκα, ύψ. 1.609μ. αντί να γείρουμε απ’ την πίσω μεριά και να βρεθούμε στην Αρτοτίνα πούταν ο αρχικός προορισμός μας κάνουμε δεξιά και επισκεπτόμαστε τους οικισμούς Υψηλό Χωριό, Διχώρι, Δάφνος. Τα χωριά το ένα είναι ομορφότερο του άλλου. Μ’ αυτά και μ’ αυτά νυχτώσαμε, οπότε κατασκηνώνουμε στον Δάφνο. Εκεί που φτιάχναμε το βραδινό μενού μας, μέχρι να ετοιμαστεί αυτό, συζητώντας και κοιτάζοντας τον χάρτη, αντί για Αρτοτίνα καταλήξαμε να προγραμματίζουμε ανάβαση το επόμενο πρωϊ στην κορφή Κορυφή, (βουνό της Κωστάριτσας), ύψ. 2.256μ. Θυμηθήκαμε και κάτι κουβέντες, που κάναμε κάποτε με τον Σπύρο και Χάρη Αντύπα, σε μια μας ανάβαση στα Βαρδούσια που μας έλεγαν, «Παλαιότερα, ανεβαίναμε στον Κόρακα απ’ το χωριό Δάφνος. (Εδώ βρισκόμαστε τώρα) Ήταν πιο προσιτή η προσέγγιση μέσω Λιδορικίου. Απ’ τον Δάφνο, ανεβαίναμε το μονοπάτι: Προφήτη Ηλία, Βαθιά Λούζα, Τέντα, Τεντούλα, Μετερίζια, Αετός, Κόρακας..». Κι΄ αύριο μέρα είναι.
Τάκης Ντάσιος, Μάϊος 1994 & Ιούνιος 1998
Παραπομπές
(1) Αρτοτίνα, υψ. 1.180 μ. στις πλαγιές των Βαρδουσίων, δήμου Βαρδουσίων νομού Φωκίδας. Στα 1928 είχε 1.124 κατοίκους, 1940 > 1.349, 1951 > 637μ 1961 > 580, 1971 > 394, 1981 > 326, 1991 > 285, 2001 > 499. ΠΡΟΣΩΠΑ: Γεννήθηκαν Καπετάν Κόρακας, μακεδονομάχος, τέλη 18ου αι. Λουκόπουλος Δημήτριος λαογράφος, 1882, Σκαλτσοδήμος, αγωνιστής του ΄21, 1872.
Κριάτσιο, υψ.1.250 μ. στις πλαγιές της κορφής Τσούκας, επαρχίας Δωρίδας δήμου Βαρδουσίων νομού Φωκίδος. Στα 1928 είχε 192 κατοίκους, 1940 > 186, 1951 > 119, 1961 > 80, 1971 > 32, 1981 > 42, 1991 > 70, 2001 > 82.
Ψηλό Χωριό > Υψηλό Χωριό (έως 1928 Νούτσομβρος, έως 1940 Ψηλό Χωριό), ύψ. 1.190 μ. στις πλαγιές των Βαρδουσίων, δήμου Βαρδουσίων νομού Φωκίδος. Στα 1928 είχε 383 κατοίκους, 1940 > 325, 1951 > 109, 1961 > 54, 1971 > 16, 1981 > 73, 1991 > 145, 2001 >181
Διχώρι (έως 1928 Κωστάριτσα), υψ. 1.120μ. στις πλαγιές της κορφής Κοκκινιάς, δήμου Βαρδουσίων νομού Φωκίδος. Στα 1928 είχε 426 κατοίκους, 1940 > 401, 1951 > 113, 1961 > 67, 1971 > 14, 1981 > 109, 1991 > 103, 2001 > 189
Τρίστενο, (έως 1928 Δρεστενά), υψ. 850 μ., στις πλαγιές των Βαρδουσίων, δήμου Βαρδουσίων της Δωρίδος. Στα 1928 είχε 415 κατοίκους, 1940 > 318, 1951 > 162, 1961 > 90, 1971 > 82 1981 > 72, 1991 > 86, 2001 > 89.
Πενταγιοί, υψ. 930 μ. στις πλαγιές των Βαρδουσίων επαρχίας Δωρίδας δήμου Βαρδουσίων νομού Φωκίδας. Στα 1928 είχε 926 κατοίκους, 1940 > 664, 1951 >337, 1961 > 251, 1971 > 169, 1981 > 182, 1991 > 134, 2001 > 267 Από εδώ κατάγεται η ηρωϊδα δημοτικών τραγουδιών Μαρία Πενταγιώτισσα.
Κροκύλι > Κροκύλειον,(έως 1928 Παλαιοκάτουνο και Κροκύλεια), ύψ. 840 μ. στις πλαγιές του όγκου Αγίου Νικολάου, δήμου Βαρδουσίων νομού Φωκίδος. Στα 1928 είχε 916 κατοίκους, 194 > 800, 1951 > 535, 1961 > 444, 1971 > 260, 1981 > 225, 1991 > 383, 2001 > 256.
Κροκύλειον: Αρχαία αιτωλική πολίχνη στο ΝΔ άκρο της σημερινής Φωκίδος στην Δωρίδα, άγνωστο που ακριβώς. Μία άποψη την τοποθετεί ανάμεσα στους σημερινούς οικισμούς Τείχιο και Παλαιοξάρι.
Η Παπαθανασίου Μαρία στο βιβλίο της Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο γράφει το: «Επέλεξε ένα ορεινό χωριό της Ρούμελης, το Κροκύλειο (Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο ώς το 1915, πρωτεύουσα, άλλοτε και τώρα της επαρχίας Δωρίδας του νομού Φωκίδας. Άλλοτε κεφαλοχώρι, χειμερινή πρωτεύουσα του δήμου Κροκυλείου. Από το 1870 ως το 1912, [στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος σχηματίστηκε με το Βασιλικό διάταγμα του Απριλίου 1835 ο «Δήμος Κροκυλείου» ως δήμος της επαρχίας Δωρίδας. Τη διοικητική αυτή μονάδα με πρωτεύουσα τους Πενταγιούς συγκροτούσαν οι οικισμοί: Πενταγιοί, Δρεστενά, Παλαιοκάτουνο, Αβορίτι, Βλαχοβούνι, Κερασιά, Κουπάκι, Ζωριάνο, Αλποχώρι. Από τα στοιχεία που παραθέτει ο Ε.Γ. Σκιαδάς συνάγεται ότι ο δήμος περιλάμβανε μεγαλύτερους οικισμούς, που μετά το 1912 συγκρότησαν κοινότητες ή αποτέλεσαν τον πυρήνα κοινοτήτων και συνοικισμούς μερικών δεκάδων κατοίκων, όπως το Αβορίτι (24 κάτοικοι), η Κερασιά (24 κάτοικοι), το Βλαχοβούνι (55 κάτοικοι), που βρίσκονταν στην περιφέρεια μεγαλύτερων οικισμών. Μέχρι το 1870, περίπου, τμήματα του αρχικού δήμου Κροκυλείου προσαρτήθηκαν κατά καιρούς σε άλλους δήμους. Ο μακροβιότερος «δήμος Κροκυλείου», που προέκυψε με το βασιλικό διάταγμα του Δεκεμβρίου 1869 και διατηρήθηκε ως το 1912, βρισκόταν μεταξύ δύο οροσειρών – των Βαρδουσίων στο βορρά και του Τρικόρφου στο νότο – αριθμούσε πάνω από 3.000 κατοίκους και περιλάμβανε τις μετέπειτα κοινότητες Αγλαβίστας, Αλποχωρίου, Δρεστενών, Ζωριάνου, Κουπακίου, Παλαιοκάτουνου και Πενταγιών, με χειμερινή πρωτεύουσα το Παλαιοκάτουνο και θερινή τους Πενταγιούς. Αυτόνομη κοινότητα στη συνέχεια με χίλιους περίπου κατοίκους, διθέσιο δημοτικό σχολείο και σχολαρχείο, αστυνομικό σταθμό, ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, τηλεφωνείο, ειρηνοδικείο και κοινοτική έκταση 23 τετ. χιλ. Σήμερα το Κροκύλειο γνωρίζει τη μοίρα των περισσοτέρων ορεινών χωριών στην Ελλάδα: μερικές δεκάδες μόνιμοι κάτοικοι, ελάχιστοι νέοι, ουσιαστικά ανύπαρκτος παιδικός πληθυσμός, αρκετοί παραθεριστές που κατάγονται από το χωριό το καλοκαίρι» (Παπαθανασίου Μαρία2003:13-4)
Δάφνος (έως 1928 Βοστινίτσα), υψ. 1.000μ.στις πλαγιές της κορφής Όρνιο Βαρδουσίων δήμου Λιδορικίου, νομού Φωκίδος. Στα 1928 είχε 454 κατοίκους, 1940 > 410, 1951 > 133, 1961 > 96, 1971 > 39, 1981 > 141, 1991 > 114, 2001 > 80. Ιστορικό διατηρητέο μνημείο η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, μεταβυζαντινή τρίκλιτη βασιλική με τρούλλο.
Κόκκινο (έως 1928 Λούτσοβος, έως 1940 Κόκκινος), υψ. 680 μ. στις πλαγιές του όγκου Κόκαλη Ράχη, δήμου Βαρδουσίων, νομού Φωκίδος. Στα 1928 είχε 284 κατοίκους, 1940 > 300, 1951 > 297, 1961 > 269, 1971 > 185, 1981 > 111, 1991 > 216, 2001 > 91
Αλεποχώρι (έως 1940 Αλποχώρι, έως 1991 Αλεποχώρι), υψ. 990μ. στις πλαγιές του Ξηροβουνίου, δήμου Βαρδουσίων νομού Φωκίδος. Στα 1928 είχε 327 κατοίκους, 1940 > 319, 1951 > 196, 1961 > 110, 1971 > 93, 1981 > 126, 1991 > 133, 2001 > 105
Ζοριάνος (έως 1940 Ζοριάνον),υψ. 820, στις πλαγιές του Βλαχοβουνίου (Ξηροβούνι) δήμου Βαρδουσίων, επαρχίας Δωρίδος νομού Φωκιδος. Στα 1928 είχε 528 κατοίκους, 1940 > 510, 1951 > 300, 1961 > 179, 1971 > 127, 1981 > 169, 1991 > 201, 2001 > 195
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Χουλιαράκη Μιχαήλ1973: Γεωγραφική, Διοικητική και Πληθυσμιακή Εξέλιξις της Ελλάδος, 1821 – 1871, τ. Α΄, μέρος Ι, Αθήναι, εκδ. Εθνικόν Κέντρον Κοινωνικών Ερευνών
Σταμέλου Δημητρίου1986:Η Δωρίδα στην Τουρκοκρατία, εκδ. Γλάρος
Υφαντή Π.1988:Το Κροκύλιο. Μια συνοπτική ιστορία του αρχαίου και του σημερινού Κροκυλίου (πρόχειρη μελέτη για την γνωριμία του χωριού) Αθήνα
Παπαθανασίου Μαρία2003: Μεγαλώνοντας στον ορεινό χώρο. Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώρα, σειρά: Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, 38, εκδ. Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Αθήνα
Σταματελάτου Μιχαήλ, Βάμβα Σταματελάτου Φωτεινή2012: Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδας, τόμοι Α΄,Β΄, Γ΄, για αυτή την έκδοση Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, ειδική έκδοση για την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ
Στρατηγού Μακρυγιάννη2014: «Απομνημονεύματα», μτφρ. Γιάννη Βλαχογιάννη, τόμοι Α΄ και Β΄, εκδ. Καθημερινές Εκδόσεις Α.Ε. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Οι παρακάτω φωτογραφίες είναι της Γεωργίας Καραδήμα του Χρήστου . Η πρώτη είναι στα Χάνια του Καραπιστόλη και η δεύτερη στον δρόμο πάνω από τα παλιάμπελα.