Γνωρίζοντας τους γειτόνους μας , ΤΟ ΔΙΧΩΡΙ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΔΩΡΙΔΑΣ (Νομός Φωκίδας-Ελ…



Γνωρίζοντας τους γειτόνους μας ,





ΤΟ ΔΙΧΩΡΙ ΤΗΣ ΟΡΕΙΝΗΣ ΔΩΡΙΔΑΣ 
(Νομός Φωκίδας-Ελλάδα) 

Το Διχώρι, η ιστορική Kωστάρτσα, οικισμός αιτωλικός (αυτό επιβεβαιώνεται από αρχαιολογικά ευρήματα ελληνιστικής εποχής),είναι ριζωμένο σε μια πλαγιά 1200 μ των γιγαντιαίων Βαρδουσίων (αρχαίου  Κόρακα),σε θέση προνομιούχα απ΄όπου,απολαύει χρώματα, αλπική βλάστηση, δάση από έλατα  και καστανιές ), και κρύα, ολοκάθαρα νερά.Το χωριό καμαρώνει τη βουνοκορφή του “Βουνό της  Kωστάρτσας”  2375μ ,όπου βρίσκεται η ιστορική σπηλιά , η  Αποκλείστρα, με λιθοδομή από τα χρόνια της Επανάστασης του 1821 όπου κατέφευγαν οι κάτοικοι λογω των επιδρομών των Τούρκων Πασάδων.

    Εκτός από τη φυσική ομορφιά που απολαύει ο περιπατητής : βουνοκορφές, ακροπόταμα, πλατώματα γεμάτα φτέρες, ριγανόβλαστες πλαγιές, λατσούδια, αγριολούλουδα, το χορό των κοπαδιών ), μικρά αγριογούρουνα, απολαύει και την ανθρώπινη δημιουργία : Το χωριό δε στερεί την αισθητική απόλαυση που προσφέρουν οι παλιές εκκλησιές του ,τα γραφικά ξωκλήσια του, αξιόλογα αντικείμενα λαϊκής τέχνης : ξυλόγλυπτα τέμπλα, μανουάλια, αγιογραφίες, δισκοπότηρα, καθώς και παλιά κτίσματα χαρακτηριστικής δόμησης. Το Διχώρι διαθέτει πλούσιο λαογραφικό πλούτo, όσον αφορά τα λαϊκά αντικείμενα και τις παραδόσεις και μύθους του. Η κ. Μαρία Λουκοπούλου Παττίχη έχει γράψει την ιστορία του Διχωρίου στο βιβλίο της ” Η Επιστροφή “. Έχει επίσης δημοσιεύσει άλλο ένα βιβλίο για την περιοχή της Ορεινής Δωρίδας με τον τίτλο ” Βαρδούσια, στα χωριά της Ορεινής Δωρίδος ” το οποίο έχει βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών. 



Πηγή : www.kostartsa.gr

από το blog της ομοσπονδίας Συλλόγων Β Δ Δωρίδας Η πτώση ενός συμμαχικού βομβαρδ…

από το blog της ομοσπονδίας
Συλλόγων Β Δ Δωρίδας


Η πτώση ενός
συμμαχικού βομβαρδιστικού του Β’ Π.Π. στον Δάφνο
Posted: 07 Jan 2017 07:00 PM PST
 Μία αρκετά
απρόσμενη ανάρτηση είδαμε στην 
ομάδα
dafnos
του facebook. Συγκεκριμένα η Αγγλίδα  Alison
Bennetts

ζήτησε να μάθει περισσότερες πληροφορίες για το πλήρωμα ενός
βομβαρδιστικού Wellington των
συμμαχικών δυνάμεων που έπεσε στις  15 Σεπτεμβρίου 1944 κοντά στον Δάφνο
και στο οποίο επενέβαινε ο θείος της. Κατά την πτώση του αεροσκάφους, όλα τα
μέλη του πενταμελούς πληρώματος σκοτώθηκαν και περισυλλέγησαν από τους
κατοίκους του Δάφνου οι οποίοι έσπευσαν για βοήθεια και φρόντισαν για την
ταφή. Αργότερα οι σωροί μεταφέρθησαν στο
κοιμητήριο
του Φαλήρου. Αν και περάσαν πολλά χρόνια ελπίζουμε να μαθευτεί κάτι
περισσότερο, για ένα γεγονός που ούτε εμείς γνωρίζαμε.
  
Όλη η ανάρτηση σε
μετάφραση του Γιώργου Τσιρίκου:
Γεια σας Δαφναίοι. Ζω
στο Κέμπριτζ στην Αγγλία. Έγινα μέλος στην ομάδα ελπίζοντας να βρω
περισσότερες πληροφορίες και για να σας δώσω τις ευχαριστίες μου. Στις 15
Σεπτεμβίου 1944, ο θείος μου, James Samuel Bennetts, ήταν στο βομβαρδιστικό
Wellington των συμμαχικών δυνάμεων που συνετρίβη στα βουνά κοντά στο χωριό
σας. Όλο το πλήρωμα, πέντε άτομα, σκοτώθηκε και πληροφορήθηκα από την
πολεμική αεροπορία ότι οι κάτοικοι του Δάφνου πήγαν στα βουνά, ανέσυραν τα
πτώματα και τα έθαψαν. Μετά τον πόλεμο οι σοροί μεταφέρθηκαν στο κοιμητήριο
του Φαλήρου στην Αθήνα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους κατοίκους του Δάφνου που
πήγαν στα βουνά να σώσουν τον θείο μου και το υπόλοιπο πλήρωμα και έκαναν την
ταφή. Μόλις η οικογένειά μου έμαθε αυτή την πληροφορία συγκινήθηκε. Ο θείος μου
ήταν 24 χρονών και ο μοναδικός Βρετανός το πληρώματος. Τα υπόλοιπα μέλη ήταν
από τη Νέα Ζηλανδία. Θα ήμουν ευγνώμων αν γνωρίζει να μου πει κάποιος τι
έγινε, κυρίως που έγινε η ταφή του πληρώματος στο Δάφνο και ποιοι από τους
κατοίκους βοήθησαν.

Παρακάτω είναι η επίσημη ανακοίνωση από την
Βασιλική Πολεμική Αεροπορία:

 

Πέμπτη 14/Παρασκευή 15
Σεπτεμβίου 1944

ΣΥΜΜΑΧΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ
Επιδρομή στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας, Αθήνα (από
29 αεροσκάφη – 1 απώλεια)

70η Επιλαρχία, Βασιλική Πολεμική Αεροπορεία
(Tortorella [Foggia No 2], Ιταλία – 231 Wing, 205 Group. Συμμαχικές Δυνάμεις
Μεσογείου)

Wellington X LN768/V – Απογειώθηκε στις 16:37 και
συνετρίβη σε κορυφή στην οροσειρά Βαρδούσια κοντά στο χωριό Δάφνος, 35 χλμ ΒΑ
της Ναυπάκτου στη ΒΔ ακτή του Κορινθιακού κόλπου. Το πενταμελές πλήρωμα
θάφτηκε δίπλα στον τόπο του ατυχήματος από τους ντόπιους, αλλά αργότερα
μεταφέρθηκε στην Αθήνα.

Καπετάνιος: NZ421765 Plt Off Colin William ROBBIE,
RNZAF – Ηλικία 21. 496ώρες. 3rd op.

*Πλήρωμα:
NZ421765 P/O (Capt./Pilot) Colin William ROBBIE
RNZAF +

110863 F/Lt (Nav./B) Louis Stringfellow Finglass
WATKINSON RAFVR +

1614362 Sgt (Nav.) Edward Thomas George WALLIS
RAFVR +

1087854 Sgt (W.Op./Air Gnr.) Albert HILL RAFVR +
1013391 Sgt (Air Gnr.) James Samuel BENNETTS RAFVR
+

Βρίσκονται όλοι στο πολεμικό κοιμητήριο του
Φαλήρου. Hill, Robbie, Wallis and Watkinson Coll. Τάφος 7.E.7-10. Bennetts
13.C.15.

Σας θυμίζει κάτι το παρακάτω ποιηματάκι ; Χίλια καντάρια σίδερο πόσα βελόνια κάν…

Σας θυμίζει κάτι το παρακάτω ποιηματάκι ;

Χίλια καντάρια σίδερο
πόσα βελόνια κάνει;
Δός μου τον ουρανό χαρτί 
τη θάλασσα μελάνι
για να σου πώ
πόσα βελόνια κάνει.
Παραδοσιακό καντάρι .

Από τον εξαίρετο ιστότοπο του Κώστα Καψάλη , το Λιδωρικι , αντιγράφουμε για το π…

Από τον εξαίρετο ιστότοπο του Κώστα Καψάλη , το Λιδωρικι , αντιγράφουμε για το πρώτο ταξίδι του Αρτοτινού λαογράφου Δ Λουκόπουλο :

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΙ
Πάνω από σαράντα πέντε χρόνια πάνε από τότε που είχα τελειώσει το Δημοτικό σχολείο κι’ ήμουν δώδεκα χρονών παιδί. Ελληνικό σχολείο στο χωριό μου δεν είχαμε κι ‘επρεπε να ξενητευτώ από τόσο μικρός. Η μητέρα μου έλεγε στον πατέρα να βρει κάνα σπίτι στο Λιδωρίκι για να με βάλει οικότροφο, αλλ’αυτός δεν ήθελε. Λογάριαζε να με πάει στα Σάλωνα και να με δώσει σ’ ένα θείο μου παπά, να μαθαίνω γράμματα και να ξελειτουργάω κιόλας.
Περίμενα και πως περίμενα το Σεπτέμβριο για να με πάει, η χαρά μου δεν ήταν που θα πήγαινα στο Ελληνικό σχολείο, αλλά γιατί θα ταξίδευα, το είχα μαράζι να ταξιδέψω, να ιδώ καινούριους τόπους κι’ άλλα χωριά.
Γυρίζοντας ο πατέρας μου απ’ το παζάρι της Νταουκλής – έτσι λέγαν τότε το παζάρι της Υπάτης – πήρε τα δυο μουλάρια μας, για να ψωνίσει κιόλας, πήρε και μένα και πάμε.
Περάσαμε τις Σαίτες πρώτα, ένα απ’ τα παραποτάμια που σμίγουν και φτιάνουν το Φείδαρη. Άκουα Σαίτες και πριν, μα έλεγα πως θα πρόκειται για τίποτα σαίτες απ’ αυτές που φτιάναμε εμείς τα παιδιά και παίζαμε. Όταν είπα στον μακαρίτη τον πατέρα μου πως φανταζόμουν τις Σαίτες, ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
– Βρε κουτέ, λέει, σαίτα λεν και μια λωρίδα χωράφι. Τούτο το ποτάμι απ’ αυτή τη σαίτα πήρε το όνομα. Εκεί δα στην ακροποταμιά ο μακαρίτης ο…είχε δυο σαίτες χωράφι. Έλεε εκείνος: “πάω στις σαίτες, είπαν και οι άλλοι: στις Σαίτες, το πήρε και το ποτάμι το όνομα.
Αυτά λέγαμε κι είχαμε πάρει ένα ανήφορο την πέρα μεριά της ακροποταμιάς, που θα μας έβγανε στον Άι Λιά. Περνώντας τις Σαίτες, θέλεις μισή ώρα ωσπού να βγεις στη ράχη παραπάνω, κι ο δρόμος σου θα είναι ανάμεσα σε δάσος από γερασμένα έλατα. Ούτε που καταλαβαίνεις όμως πως βγάζεις κείνον τον ανήφορο, σε ξεκουράζουν οι βόλτες που κάνει η στράτα πέρα δώθε. Έτσι άκοπα βρεθήκαμε στο ξέφαντο, στη ράχη. Κοιτάζω για Άι Λιά, πουθενά Άι Λιάς. Ρωτάω τον πατέρα μου μη τυχόν τον προσπεράσαμε και κείνος μου ‘δειξε ένα σωρό πέτρες γι Άι Λιά. Πήγα, ανάμεσα απ’ τις πέτρες ξεχώρισα τα παλιοθέμελά του και εκεί κοντά του δυο τρεις αρχαίους τάφους ανοιχτούς. Μακρυά πέτρα από δω, άλλη από κει, και δυο κοντές στο κεφάλι και στα πόδια, να ο τάφος.
Σαν είδε ο πατέρας μου πως τον κοίταζα με περιέργεια – Μνήματα, λέει, απ’ τον καιρό των Ελλήνων. Ήταν ο τόπος τότε γιομάτος από Ελλήνους, κάτι άντρες ψηλούς ως εκεί πάνου αλλά τους χάλασε ο Θεός. Ένα κουνούπι έστελνε, λαλούσε το κουνούπιστ’ αυτί τους κι’ απόθαιναν. Ήξεραν αυτοί πως τους περιμένει ο θάνατος κι έφτιαναν από μόνοι τους το μνήμα που θα τους έθαφταν. Έπαιρναν το πιάτο τους, το μπότι τους για νερό, τι κάθε τι χρειαζούμενο, έμπαιναν καθένας μέσα στο μνήμα του και περίμενε. Ακούοντας το κουνούπι πέθαιναν.1*
Απ’ τον Άι ΄Λια και πέρα παύει η μεγάλη ανηφοριά. Πας ίσια, περνάς ρεματάκια, καβαλάς ραχούλες και σε μισή ώρα φτάνεις στης Κρέκιζας το βελούχι.
Τι πολύ και κρύο νερό!
Παραπάνω είναι ο Κωσταρτσιώτικος Άι Λιας, χαμηλότερα η Κρέκιζα, ένας μικρός διάσελος, δεξιά του πιάνεται ένα βουνό όλο έλατα, αριστερά του άλλο, πιο ψηλό και γυμνό. Πάει, πάει τον ανήφορο ως τα ουράνια, εκεί που τελειώνει το βουνό είναι ίσιωμα, το Νεραϊδάλωνο. Το βλέπαμε κι απ’ το χωριό το Νεραϊδάλωνο, είναι η τρίτη, αλλά και χαμηλότερη κορφή του Βαρδουσιού.
– Νεραϊδάλωνο!
– Ναι, Νεραϊδάλωνο, έκαμε ο πατέρας. Στον Άι Κωνσταντίνο το δικό μας, τον πιάνουν το χορό αυτές οι Κυράδες, οι Νεράϊδες. Το γιοματάκι τον πιάνουν κι έπειτα παίζοντας τα νταούλια τους και τραγουδώντας κατεβαίνουν ολόρεμα, και πέφτουν στο ποτάμι, τις Σαίτες. Πλένουν τα ρούχα τους, τ’ απλώνουν στον ξεριά, λούζονται, χτενίζονται. Όλο το μεσημέρι το περνάνε στο ποτάμι. Σαν έρθει το δειλινό, παίζοντας και πάλι τα όργανα, παίρνουν τον ανήφορο και βγαίνουν στο Νεραϊδάλωνο κι εκεί στρώνουν το χορό. Ως το βράδυ χορό. Την άλλη μέρα τα ίδια.
Δυο κόσμους χωρίζει η Κρέκιζα, τον ένα του χωριού μου τον κόσμο με τα βουνά του, τη Σιτίστα παραπέρα, και βαθιά πολύ βαθιά κάτω, το Φείδαρη με τα παραποτάμια του π’ αφήναμε πίσω μας. Και τον άλλο, τον καινούριο για μένα κόσμο, που ξανοίγεται μπρός μου. Και να: Αριστερά μας πρόβαλε ένας ζυγός ψηλός και μακρύς πολύ, πιασμένος απ’ τα Βαρδούσια. Είναι τα Μετερίζια με τα χλοϊσμένα λιβάδια τους που βόσκουν τα Βοστινιτσιώτικα τα πρόβατα.
Εκεί που ο ζυγός αποσώνεται, είναι σηκωμένη μια κορφή που μοιάζει σαν κεφάλι σκουφωμένο, αποκάτω της ένα χωριό το Κλήμα. Παραπέρα άλλα βουνά που μόλις τα ξεχωρίζεις τυλιγμένα όπως είναι στην καταχνιά τους, στου Λιδωρικιού τα μέρη εκείνα.
Δεξιότερά τους, τα προβούνια του Τρίκορφου. Παραδώθε μια ράχη που πιάνεται απ’ το Βοστινιτσιώτικο τόπο, πάει..πάει και δεν αποσώνεται.
Ο πατέρας μου την είπε Μακριά ράχη, αν ήταν χειμώνας λέει, αυτή θα παίρναμε κορφή – κορφή της, πηγαίνοντας θα πέφταμε εκεί που σμίγει το Γρανιτσόρεμα με τον Κόκκινο.
Δεξιά απ’ τη Μακρυά Ράχη, φαινόταν και το Βλαχοβούνι. Την Πενταγιού όμως που είναι στης ποδιάς του τον κόρφο, μας την κρύβει της Κωστάρτσας το βουνό. Όλος αυτός ήταν ο καινούριος κόσμος για μένα και σαν σ’ ένα πανόραμα ο μακαρίτης ο πατέρας μου έκανε και το πρώτο μου μάθημα της Γεωγραφίας. Απ’ την Κρέκιζα κι εκείθε, όλο και κατεβαίνει η στράτα, περνάει ρέματα, υπερβαίνει ραχούλες, ωσπού σε βγαίνει στο χωριό. Κατώστρατα μας ακολουθεί και τ’ αυλάκι που πάει το νερό του Βελουχιού στην Κωστάρτσα και ποτίζει τους κήπους.
Τα πρώτα σπίτια της τα είδαμε και πριν φτάσουμε τα άλλα τα κρύβει μια χαμηλή ράχη.
– Να η Απάνω Κωστάριτσα, λέει, ο πατέρας μου, ευθύς που μπήκαμε.
Εγώ κοιτούσα το χωριό με μεγάλη περιέργεια. Απαράλλαχτη σαν την Αρτοτίνα, το χωριό μου, μου φάνηκε κι η Κωστάριτσα. Σπίτια λασπότοιχα με γαλαζόπετρα και ξυλοδέματα εκεί, το ίδιο κι εδώ. Τους ίδιους κήπους τα ίδια οπωρικά. Σοκάκια, στενά, ξεροτοιχιές, φράχτες, γουρούνια, κότες μαρτίνια ανάκατα, σα να βρισκόμουν στον Κάτω Μαχαλά της Αρτοτίνας μου φαινόταν.
Στον πάτο στο χωριό όπου μας έβγαλαν τα σοκάκια, είναι τα μαγαζιά, εκεί κουτσόπιναν οι Κωσταριτσιώτες τρώγοντας και κοκορέτσια. Οι πιο πολλοί τους ξενιτεύονται στην Αθήνα, και τώρα που δεν τελείωσε το καλοκαίρι ακόμα, κι είναι εδώ για να πίνουν το κρύο νερό, αυτή τη δουλειά κάνουν απ’ το πρωί ως το βράδυ.
Μας σταμάτησαν, όπως θα σταματούσαν και κάθε άλλον που τυχόν θα περνούσε απ’ το χωριό τους για να τον φιλέψουν. Η φιλοτιμία και φιλοξενία στο χωριό είναι νόμος.
Τέταρτο παρακάτω και πέρα απ΄το ρέμα, είναι το Κάτω Χωριό ή Κάτω Κωστάριτσα. Πολύ σωστά μετονόμασαν το χωριό τους οι Κωσταριτσιώτες Διχώρι. Το ίδιο σχολειό και την ίδια εκκλησιά έχουν τα δύο χωριά. Και τα δύο τ’ αφήνουμε στην Απάνω Κωστάριτσα. Τα παλιότερα όμως τα σπίτια και πολλές καστανιές τα έχει η Κάτω Κωστάριτσα. Από το Κάτω χωριό φαίνεται και η Βοστινίτσα σαν φωλιά φτιαγμένη σ’ ένα κόρφο που γίνεται ανάμεσα από τα τριγύρω βουνά.
Βλέποντας αριστερά μας τη Βοστινίτσα πήραμε κατήφορο ως μια ώρα. Εκεί π’ αποσώνεται ο κατήφορος ξεμυτίζει ένα ρέμα από δεξιά, βρίσκει τον Κόκκινο που κατεβαίνει απ’ τη Βοστινίτσα και τον σμίγει. Στη σμίξη τους υψώνεται ένα βουναλάκι σαν πυραμίδα στην κορφή του είναι παλιό κάστρο, ο “Παλιόπυργος”, το λένε.
– Του Ελλήνου κάστρο, άκουσα απ’ τον πατέρα μου.
Απ’ αυτού και πέρα ισιάζει ο δρόμος γιατί όλο ξέρια ποταμού, ούτε πολύ ούτε λίγο ξεριά, δυό ολάκερες ώρες τραβηχτές. Και δεν βλέπεις, τίποτα άλλο παρά άμμο, στρογγυλόπετρες, στουρναρόλιθα πλατάνια και βουνοπλαγιά από δεξιά κι’ αριστερά με δάσος πυκνό από δέντρα, αριές, κουμαριές και ρείκια.
Ακόμα καλοκαίρι, κι’ όμως το νερό του ποταμιού είναι πολύ και θολοκόκκινο, όπως τον χειμώνα, με το να περνάει από κοκκινοχώματα.
– Γι’ αυτό το είπαν και Κόκκινο, μου είπε ο πατέρας.
Ωσπού να το βγάλωμε τον ξεριά είχαμε αφήσει δεξιά μας τρία χωριά, το Νούτσομπρο – τώρα Ψηλό χωριό – τα Δρεστενά και την Πενταγιού. Τα δύο πρώτα τα είδα, γιατί φαίνονται απ’ το ποτάμι, το τρίτο μου ‘δειξε ο πατέρας μου που είναι, όταν είχαμε διαβεί εκεί που σμίγει ο Κόκκινος με το Πενταγιόρεμα.
Πριν τον βγάλουμε τον Κόκκινο, πήραμε αριστερά το τελευταίο πλάι της Μακριάς Ράχης – στα Πίσω Χωράφια, το λένε εκεί – κι’ έπειτα πέσαμε στη σμίξη του με το Γρανιτσόρεμμα. Πίσω μας φαντάζει τώρα η Γρανίτσα κάτω από δυο βράχους που μοιάζουν κάστρα, παρεμπρός, όπου πάμε, ακολουθώντας μυλαύλακο, ακόμα και τώρα σώζονται τα θεμέλια του παλιού χανιού που άφησε και παροιμία.
– Του Σκορδά το Χάνι, είπε ο πατέρας. Καλή αντάμωση στου Σκορδά το Χάνι.
Που να δώσω προσοχή εγώ τόσο μικρός τότε σε παροιμίες. Απ’ του Σκορδά το Χάνι και πέρα ημερεύει ο τόπος, ισιάζει πιο πολύ η στράτα και λες πως είσαι σε κάμπο, ενώ βαδίζεις κατά την ομαλή αριστερή ακροποταμιά. Σε λίγο ο Κόκκινος εκεί που πλησιάζει να σμίξει το Μέγα το ποτάμι πλαταίνει, γίνεται απέραντος ο ξεριάς του.
Περνώντας του Αγά το Κοτρώνι, όπου σήμερα έγινε η γέφυρα του αμαξωτού δρόμου που πάει στον Έπαχτο, είδαμε αριστερά μας ένα βουναλάκι. Στην κορφή του φαίνεται ένα παλιό κάστρο, με πύργο απ’ του Ελλήνου και του Βενετσάνου τον καιρό.
– Την πίσω μεριά του είναι το Βελούχοβο (αρχαίο Κάλλιο) με το πολύ νερό που βγαίνει στη ρίζα του ορθόκοφτου βράχου, κι’ άκουσε και την ιστορία του, είπε ο πατέρας.
– “Η Ωριά του κόσμου, η βασιλοπούλα, σ’ αυτό το κάστρο μέσα κατοικούσε. Δυο βασιλόπουλα, και τα δυο αδέρφια, ζητούσαν να την πάρουν γυναίκα.
– Εσύ, λέει, η Ωριά στον έναν αδερφό, θα πας στο Νεζερό και θα φέρεις το νερό, κι’ εσύ, λέει στον άλλον, θα χτίσεις κάστρο στην κορφή στο βουναλάκι. Όποιος από τους δυο σας τελειώσει πρώτος τη δουλειά του, κείνος θα είναι και ο άντρας μου. Πάει ο πρώτος αδερφός στο Νεζερό, πήρε το νερό και το έφερνε με υδραγωγείο. Ξέσπασε το νερό στον κάμπο της Λαμίας κι’ έπειτα ψηλά στα Μετερίζια, αλλά και τις δυο φορές το βούλωσε κι ερχόταν μια χαρά.
Μα κι’ ο δεύτερος δεν σταύρωσε τα χέρια, άρχισε να χτίζει το κάστρο με τετράγωνα μάρμαρα. Χτίσε, χτίσε, μια πέτρα έλειπε ακόμα κι’ η δουλειά θα τέλειωνε, πριν το νερό φτάσει στο Νεζερό.
– Άφες με, να πέσω στα γόνατά σου και ν’ αποκοιμηθώ λιγουλάκι, λέει στην Ωριά, η δουλειά σαν τελειωμένη είναι, κι’ αυτή τον άφησε. Μα δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και το νερό νάτο κι’ έφτασε στο Βελούχοβο.
Ββββ..ακούστηκε βοή και κακό. Ξύπνησε ο πρώτος, μα τι τ’ όφελος, το στοίχημα το κέρδισε ο αδερφός του.
Από την πίκα του κι’ αυτός αρπάζει την τελευταία τετράγωνη πέτρα για να τον σκοτώσει. Φεύγει κείνος τον κατήφορο κατά τον κάμπο της Βελάς πέρα. Του τό ‘ριξε το μάρμαρο, μα δεν τον πέτυχε, είχε προσπεράσει. Αν περάσης ποτέ στο χωριό του Μαλαντρίνου, θα την ιδής πανώδρομα, την τετράγωνη αυτή πέτρα. Από τότε μένει εδεκεί.
Ώσπου να διηγηθεί ο πατέρας μου την παλιά αυτή ιστορία, είχαμε φτάσει στο Στενό.
Όνομα και πράμα στενό. Από δω ο βράχος, αποκεί βράχος κι’ ανάμεσα να περνάει το ποτάμι, ο Δάφνος. Στους βράχους τούτους σφηνωμένο στέκεται ακόμα και σήμερα ένα παλιό γεφύρι, καμάρα ασβεστόχτιστη από τον καιρό του Βενετσάνου. Σήμερα έγινε άλλο γεφύρι, ψηλότερα απ’ αυτό για να περνάει ο αμαξόδρομος Λιδωρικίου Ναυπάκτου. Το κλειδί σ’ όλη την επαρχία της Δωρίδος είναι το Στενό. Εδώ σταυρώνονται όλοι οι δρόμοι της.
Την πέρα μεριά του παλιού γεφυριού, στο βράχο, είναι κόνισμα. Κάνουν σταυρό του ρίχνουν τον οβολό τους όσοι περνούν. Αποπέρα, κατά του Λιδωρικού το μέρος στο ριζόβραχο, είναι παλιό καλντερίμι.
Τό φτιασε ο Κόταρης, ήταν παλιός Βουλευτής, είπε ο πατέρας, για να γλυτώνει απ’ την πλημμύρα του ποταμού ο κόσμος, γιατί το ποτάμι όταν ήταν κατεβασμένο έφτανε ως τα ριζόβραχα. Σε τούτο το καλντερίμι είδα πρώτη φορά στη ζωή μου και τηλέγραφο.
Στύλος εδώ, στύλος παραπέρα, όλο στύλοι στην αράδα, στην κορφή στον κάθε στύλο μπηγμένο από ένα πήλινο κανατάκι, από κανατάκι σε κανατάκι σύρμα συγκρατητό, να η πρώτη μου εντύπωση. Ο πατέρας είπε:
– Πάει τα χαμπέρια από ένα μέρος σ’ άλλο ο τηλέγραφος.
Τον ρώτησα πως, μα δεν ήξερε να μου πη.
Με τη φαντασία μου εγώ τότε, έλεγα πως κρεμούν το γράμμα στο σύρμα και πως το σύρμα το τραβάει και το πάει από το ένα μέρος στο άλλο. Ένα μόνο δεν μπορούσα να καταλάβω, πως το γράμμα περνάει από το ένα κανατάκι στο άλλο, και γιατί χρειάζονται αυτά τα κανατάκια.
Απ’ το Στενό και πέρα μαζί με το σύρμα πάμε στο Λιδωρίκι. Απ’ αριστερά μας η Γκιώνα, άγριο και θεόρατο βουνό, όπως είναι νόμιζα πως θα πέσει να μας πλακώσει. Ανάμεσα απ’ αυτή και τα Βαρδούσια ξεμυτίζει ο Δάφνος, το μέγα Ποτάμι, όπως λέει κι’ ο κόσμος. Κοντά στο Στενό το σμίγει η Μπελεσίτσα του Λιδωρικού που έρχεται από του Μαλαντρίνου.
Περάσαμε και τα Χάνια που είναι ακόμα πέρα απ’ το Στενό, περάσαμε ανάμεσα στα Λιδωρικιώτικα τ’ αμπέλια, πήραμε τον ανήφορο και βγήκαμε στο Λιδωρίκι.
Μια σειρά σπίτια, όλα στη γραμμή με μαγαζιά αποκάτω αποπέρα και αποδώθε από το ρέμα που περνάει καταμεσής στο χωριό. Τα σπίτια δίπατα και τρίπατα, ασβεστόχτιστα τα πιο πολλά, αυτό ήταν και είναι ακόμα το Λιδωρίκι.
Στη μέση του μια πλατείτσα, όσο ένα αλώνι, γύρω τα καφενεία, η μια της άκρη η Βαθιά (βρύση), κοντά στη Βαθιά ένα παλιό φουντωτό πλατάνι, αποκάτω τραπέζια που κάθονται οι χασομέρηδες, αυτό είναι το παραπανίσιο απ΄το δικό μου χωριό και σ’ αυτό και στα πολλά μαγαζιά καυχώνται οι Λιδωρικιώτες και λεν πως το Λιδωρίκι τους είναι πόλη, ας είναι και μικρότερο απ’ την Αρτοτίνα.
Παραπάνω λίγο απ’ τη Βαθιά, το χάνι του Γιαλακίδη. Το θυμάμαι καλά, εκεί ξενυχτήσαμε κείνο το βράδυ. Ακόμα και τώρα δε φεύγει απ’ τη μύτη μου μια παράξενη βρώμα του χανιού και ποτέ δεν λησμονώ τον άσχημο ύπνο που έκαμα πάνω σ’ ένα πάγκο.
Ύστερα απ’ τα μεσάνυχτα ξυπνήσαμε, Θεέ μου τι σκοτάδι! Αν δεν είχαμε τα ζώα ούτε και θα μπορούσαμε να βγάλωμε ένα ολόμπηχτο ανήφορο που πήραμε, όλο πέτρα και πουρνάρι. Να πας, να πας και να μη σώνεται αυτός ο ανήφορος. Να ‘χεις τη νύστα, να χεις και το φόβο μη σκοντάψει το μουλάρι και σουροβολιαστής χάμω.
Σκαλί την ονόμασε αυτή τη στράτα ο πατέρας, και τότε πρώτη φορά κατάλαβα τι θα πει σκαλί, γιατί εμείς στο χωριό μας δεν έχουμε πετρωτό τόπο όπως στο Λιδωρίκι, για να χωμε και σκαλιά. Το Σκαλί μας έβγαλε σε βουνό, τον Πλατό, κι’ απ’ τον Πλατό ισιάσαμε για τις Καρούτες. Δεν το είδα αυτό το χωριό ποτέ, γιατί περάσαμε νύχτα.
Φέξαμε στο Δώθε Καρουτιανό Κάμπο και με τον ήλιο είχαμε βγάλει και τον Πέρα, έπειτα φτάσαμε στο Καρουτιανό Χάνι, στον Έλατο.
Όλο έλατα από γύρω, μαύρα σαν πίσσα, ένα χανάκι, ισόγειο κι’ ο χανιάτης με μια συγγούνα μαύρη και φλοκωτή σαν να’ναι γυναίκα, αυτή είναι η πρώτη μπυ εντύπωση για το χάνι. ΄Ενα τέταρτο παραπέρα απ’ το χάνι είναι διάσελος, ο Έλατος αποδώ φάνηκε ένα ψηλό και περήφανο βουνό, ο Παρνασσός. Στα ριζά του κάτω ένας κάμπος όλο ελιές, ο Σαλωνίτικος. Κατά το δώθε ρίζωμα, όπου ο έλατος, πολλά σπίτια.
– Ο Σάλωνας, είπε ο πατέρας..
Πρώτη φορά στη ζωή μου έβλεπα πόλη και μου έκαμε μεγάλη εντύπωση…
(“ΗΩΣ” Ιανουάριος 1940)


1*. Την ίδια αφήγηση είχα ακούσει από τον παππού μου τον Κώστα · σε κάποιες περιοχές στο κάμπο του χωριού Κόκκινου είχαν βρεθεί τέτοιοι τάφοι όπως στην θέση χειλάκια στα μπαΐρια  μάλιστα μια πλάκα από ένα τέτοιο τάφο είχαμε στο αλώνι μας και την χρησιμοποιούσαμε  για να τρίβουμε το χονδρό αλάτι του μονοπωλίου ..
Κώστας Μπερτσιάς 

Δημήτρης Λουκόπουλος

Δωριείς συγγραφείς, Δημήτρης Λουκόπουλος από την Αρτοτίνα 

Δημήτρης Λουκόπουλος

  Ο Δημήτρης Λουκόπουλος γεννήθηκε στη Αρτοτίνα Δωρίδας, στις 30 Αυγούστου 1874, εκεί έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια κι’ έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Ήταν το πρώτο, απ’ τα εφτά παιδιά, του Αρτοτινού εμποροκτηματία Νικολάκη Λουκόπουλου και της Φροσύνης, το γένος Κότταρη  απ’ το Δάφνο, την παλιά Βοστινίτσα. 

   Αφού συμπλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στα Σάλωνα (Άμφισσα), γράφτηκε το 1889 , σε ηλικία δέκα πέντε χρονών στο Διδασκαλείο της Αθήνας. Στα 1892 βγήκε δάσκαλος και διορίστηκε στη Σαλαμίνα, την ίδια δε χρονιά, πήρε μετάθεση γιά το Θέρμο(Κεφαλόβρυσο) Τριχωνίδας όπου και υπηρέτησε γιά 33 χρόνια μέχρι το 1925, με μιά ενδιάμεση διακοπή ενός χρόνου που υπηρέτησε στα Γρεβενά σαν Επιθεωρητής Δημοτικών Σχολείων. Παντρεύτηκε τη Μαρία Βασιλοπούλου κι’ απόκτησαν τέσσερα παιδιά.

    Η μακρά διαμονή του στο Θέρμο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το πλούσιο λαογραφικό του έργο το έγραψε στο Θέρμο στην ευρύτερη περιοχή του οποίου πραγματοποίησε τις μελέτες και έρευνές του, τον πολιτογραφούν Αιτωλό. Στο Θέρμο έγραψε τα έργα του: “Στα βουνά του Κατσαντώνη”, “Στ Αγραφα”, “Γεωργικά της Ρούμελης”, “Ποιμενικά της Ρούμελης”, “Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί” κλπ

   Το 1925 αποσπάσθηκε στο Ιστορικό Λεξικό και πήγε στην Αθήνα, ένα χρόνο αργότερα τοποθετήθηκε στο Λαογραφικό Αρχείο και στα 1930 στο Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο, μέχρι το θάνατό του, ήταν Γραμματέας της Λαογραφικής Εταιρίας.

   Το Μάη του 1943 αρρώστησε ξαφνικά και στις 30 Ιουνίου 1943 πέθανε σε ηλικία 69 χρονών.

   Οι κάτοικοι του Θέρμου και οι Αρτοτινοί, άντρες και γυναίκες, θυμούνται με αγάπη και συγκίνηση τον “Λουκοδάσκαλο”, τον καταδεκτικό, ευγενικό, απλό, καλοσυνάτο χωριανό τους, τον ακαταπόνητο στρατοκόπο και φυσιολάτρη, χωμένο μέσα στα βιβλία και τα χαρτιά του η να κουβεντιάζει και ν’ ακούει τις ιστορίες και τα παλιά τραγούδια των ηλικιωμένων χωριανών , κι΄ όπου γάμος, πανηγύρι κι’ “αρρεβωνιάσματα», “προζύμια”, “γικώματα ” κι’ όπου “μετζί” και ” ζυγιαφέτι ¨να ξεψαχνίζει τους γεροντότερους γιά παλιά έθιμα , γιά παραδόσεις , προλήψεις , γνωμικά , παροιμίες και γιά όλες τις εκδηλώσεις της ” τσοπάνικης ” και ” γεωργικής ” ζωής .

    Ξεσήκωνε τα μοιρολόγια, απ’ τις χαροκαμένες μανάδες, γυναίκες κι’ αδερφές, κι’ όπου πετύχαινε οργανοπαίχτη καλό και τραγουδιστή, καθόταν κι’ έγραφε τους “νηχούς ” και τα “λόγια ” απ’ τ’ αθάνατα δημοτικά μας τραγούδια. 

      Όπως γράφει ό Δημήτρης Σταμέλος: “Πλούσια λογοτεχνικά στοιχεία, ιδίως στα ταξιδιωτικά του κείμενα, έχει τό έργο τοϋ Δημήτρη Λουκόπουλου. Ή γλαφυρή και παραστατική περιγραφή του, ή κοφτή και αδρή φράση του, οι ποικίλες χρωματικές εναλλαγές του λόγου, πού συγκλίνουν όλες σέ μια πηγή, στην ομορφιά του λαϊκούλόγου, με κείνο τον δημιουργικό χυμό του, δίνουν περίσσια ομορφιά στά κείμενά του. Ή άνεση της περιγραφής του, οι λυρικές του παρενθέσεις, ή διοχέτευση ηρωικού στοιχείου στο κείμενο, ή καθαρότητα της γλωσσικής του ιδιομορφίας, συνθέτουν μιαν αρμονία συνόλου πού ενθουσιάζει και συγκινεί“.

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΥ

  • Αιτωλικαί οικήσεις, σκεύη και τροφαί, 1925. 

  • Φως από τούς μύθους μας, 1926. 

  • Ποια παιγνίδια παίζουν τα ελληνόπουλα, 1926. 

  • Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, 1927. 

  • Ποιμενικά της Ρούμελης, 1930. 

  • Στ’ Άγραφα, 1930. 

  • Ό ρουμελιώτης καπετάνιος του 1821 ‘Ανδρίτσος Σαφάκας και τό αρχείο του, 1931. 

  • Στά βουνά του Κατσαντώνη, 1934. Γεωργικά τής Ρούμελης, 1938. Νεοελληνική μυθολογία, ζώα-φυτά, 1940.

  • Μετά τον θάνατο του, εκδόθηκαν στή σειρά τών εκδόσεων τοΰ Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών, δύο εργασίες του, μέ προσθήκες του Δ. Πετρόπουλου: «Ή λαϊκή λατρεία τών Φαράσων» (1949) και του Δ. Λουκάτου: «Παροιμίες τών Φαράσων» (1951).

Επιφανείς συμπατριώτες μας : Ελένη Καραίνδρου από το Τείχιο. Πηγή: www.tihio.gr …

Επιφανείς συμπατριώτες μας :


Ελένη Καραίνδρου από το Τείχιο.

Πηγή: www.tihio.gr 



ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΪΝΔΡΟΥ


Γεννήθηκε στο Τείχιο της Δωρίδας. Πρώτοι ήχοι ο άνεμος, τα νερά που τρέχουν, η βροχή που χτυπάει στις πλάκες, τα αηδόνια, η σιωπή του χιονιού, οι φλογέρες και το κλαρίνο στα πανηγύρια….

Ο Κολοκυθόπουλος από την Μουσουνίτσα

Η δεύτερη εκτέλεση θανατοποινίτη στην νεότερη Ελλάδα πραγματοποιήθηκε στην Άμφισσα τον Οκτώβρη του 1840 όπως αναφέρεται στο βιβλίο του Γιάννη Ράγκου , ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ .

Συγκεκριμένα εκτελέστηκε ο Δημήτρης Κολοκυθόπουλος που καταγόταν από την Μουσουνίτσα και είχε καταδικαστεί σε θάνατο για φόνο του μεταπράτη Αντώνη Τζίτζα.
Ο Κολοκυθόπουλος ήταν πρώην επαγγελόμενος στρατιώτης και στις 6 Μαρτίου 1830 προσφέρθηκε να συνοδεύσει τον έμπορο από την Μουσουνίτσα στην Άμφισσα .
Μισή ώρα μετά την αναχώρηση τους και ενώ βρισκόντουσαν στην θέση  << μνήμα του αράπη >> , ο Κολοκυθόπουλος πυροβόλησε τον Τζιντζα .  Αμέσως μετά ο δράστης συλήσας αυτόν επέστρεψε στην Μουσουνίτσα και παραδούς τα σύλα εις την μητέρα του , εδόθη εις την φυγήν.
Συνελήφθη λίγες μέρες αργότερο και μεταφέρθηκε στις φυλακές Σαλώνων. Αμέσως μετά την δίκην
υπέβαλε αίτηση χάριτος που απορρίφθηκε από τον Καποδίστρια με το σκεπτικό ότι δια τοιαύτα εγκλήματα δεν δύναται να παραχώρηση χάριν.
Την 29ην , ο έστιν το Σάββατον , περί την τρίτην ώραν της ημέρας εισήλθεν ο κατάδικος εις τον παρά της Αστυνομίας προσδιωρισμένον τόπον  της καταδίκης διατηρούμενος και περιστοιχισμένος παρ’ όλης της οπλοφόρου φυλακής και άλλων πολλών θεατών και του Αστυνόμου προπορευομένου , ο ιερεύς ενουθέτει τούτον κατά το θρησκευτικόν χρέος μέχρι του προσδιορισθέντος τόπου της καταδίκης με όλην την ζέσιν , όπου ετέθη ο κατάδικος …….