Month: May 2023
-
Αλμπάνης: επάγγελμα που χάθηκε …
αλμπανης η πεταλωτης.
Το επάγγελμα είναι ξεχασμένο σήμερα, αλλά σε μια εποχή πριν από το αυτοκίνητο, όπου τα υποζύγια έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην καθημερινή ζωή, η κοινωνική ανάγκη για πεταλωτήδες ήταν πολύ μεγάλη. Ο αλμπάνης πετάλωνε τα μεγάλα ζώα, αλλά πολλοί αλμπάνηδες ασκούσαν παράλληλα και την τέχνη του σιδερά, κάτι λογικό, ενώ άλλοι έπαιζαν και ρόλο πρακτικού κτηνίατρου.
Θα παραθέσω αποσπάσματα από μια συνέντευξη που έδωσε το 1997 ο Στέλιος Δούκας από το Μανταμάδο. Γεννημένος το 1916, ήταν τότε ένας από τους τελευταίους αλμπάνηδες της Λέσβου. Είχε μάθει ως έφηβος την τέχνη πλάι σε έναν θείο του, σιδερά, μετά υπηρέτησε στον στρατό στο ιππικό με ειδικότητα (φυσικά) πεταλωτής και, όπως είπε, έκανε και τη δουλειά του σιδερά (θεωρούσε άλλωστε ότι ο όρος «αλμπάνης» καλύπτει και το πετάλωμα και τη σιδηρουργική εργασία) κατασκευάζοντας γεωργικά εργαλεία στο χωριό. Και συνεχίζει:
Η βασική δουλειά μας ήταν τα πεταλώματα, και βόδια πεταλώναμε και γαϊδούρια πεταλώναμε, και άλογα πεταλώναμε. […] Όλες οι δουλειές είναι επικίνδυνες, και σ’ αυτή μπορούσες να την πάθεις την ζημιά, να πετάξει κανένα σίδερο, ήταν και τα ζώα τα οποία έχει πολλά που είναι άγρια.
Λοιπόν, παίρνεις τα μέτρα, γιατί υπάρχουν μεγέθη, διάφορα μεγέθη. Μα τα ξέρεις πια τα χορταίνεις, τα χορταίνεις. Τα κόβαμε εμείς τα κόβαμε τα πέταλα, αλλά τώρα έχει και έτοιμα πέταλα. Τότε από λαμαρίνα κόβαμε εμείς τα πέταλα και ξέραμε, κόβεις μικρά, μεγάλα, μέτρια και μεγάλα και τα ταιριάζεις πάνω στα ζώα. Δεν είναι χοντρό, πρέπει να είναι τρία χιλιοστά-δυό χιλιοστά λαμαρίνα για να κάνεις το πέταλο, που κάναμε τότε. Μετά το σάζεις (φτιάχνεις) εκεί και το τρυπάς, κάνεις τις τρύπες κι είναι έτοιμα να τα πεταλώσεις. Τα βόδια είναι δίχαλα τα οποία μπορείς να τα καλουπώσεις κιόλας. Τα βόδια που οργώναν τότε, γι’ αυτό και τα πεταλώναν. Το άλογο δεν είναι δίχαλο, ενώ το βόδι είναι δίχαλο. Εμείς τα κάναμε και τα πέταλα τα βοδίσια, στο εμπόριο δεν υπήρχε.
Στα άλογα καρφώνουμε το πέταλο στο περιόπλιο να πούμε, δηλαδή στην οπλή από κάτω, άμα κόψεις και καθαρίσεις, φαίνετα ένα γαϊτανάκι γύρω, μέχρι εκεί επιτρέπεται να βάλεις καρφί. Και δεν βάζεις ένα, άμα στα μεγάλα τα ζώα τώρα βάζουμε τέσσερα από την μιά και τέσσερα από την άλλη οχτώ, άμα είναι πιο μικρά άλογα βάζουμε από τρία, δηλαδή έξι στο κάθε πέταλο.
Από δυό χρονών τα πεταλώνουμε, πιο μικρό δεν είχε ανάγκη από πετάλωμα, διότι δεν εργαζόταν. Από δυό χρονών όμως που τα βάζαν σαμάρι και τα λοιπά αρχίζαν και τα πεταλώναν, το πετάλωμα τα βοηθούσε τα ζώα, δεν τα εμπόδιζε. Και στο χώμα και στο λιθόστρωτο, το οποίο ήταν πέτρα-πετραδίτσα και τα λοιπά, γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε να σηκώνει βάρη και να ανεβαίνει βουνά, και πετρώδη και τα λοιπά. Δουλεύαν τα ζώα τότε, δουλεύαν συνέχεια, η κύρια δύναμη ήταν τα ζώα. Τότε στο μήνα έπρεπε να πεταλώσεις, κανονικά για τα ζώα που δουλεύαν έπρεπε να πεταλώσεις γιατί παλιώναν. Η ίδια διαδικασία πάλι.
Ο Μανταμάδος είχε πολλά ζώα και μετά το 1940 και πριν το 1940 είχε πολλά. Από τότε όμως που βγήκε το αυτοκίνητο, αλλά κανονικά από το 1950 και μετά, μετά τον εμφύλιο πόλεμο και τα λοιπά και την μετανάστευση, άρχισε να λιγοστεύει να πούμε, έφυγε ο κόσμος. Βέβαια και όσοι μείνανε κοιτάζανε να προμηθευτούνε, όσοι είχαν την δυνατότητα, αυτοκίνητο. Σιγά-σιγά λοιπόν το 1965-1970 τα αυτοκίνητα πληθύναν και τα ζώα λιγοστεύαν. Και φτάσαμε σήμερα όπου δεν είναι μηδέν αλλά είναι σχεδόν μηδέν. Για να προσφέρει υπηρεσία σημερα ζώο στο χωριό, είναι πολύ λίγα. Κυκλοφορούν σήμερα στο χωριό μέσα καμιά δεκαριά ζά και οι πιο πολλοί είναι γέροι να πούμε, που δεν ταίριαξε να πάρουν αυτοκίνητο. Για ώρα ανάγκης έχει όμως άλλα ζώα, τον καιρό της συγκομιδής της ελιάς να πούμε, από ορεινό μέρος άμα θέλουν να κατεβάσουν στον δημόσιο ή σε αγροτικό δρόμο, έχει κάποια ζώα. Αλλά αυτά είναι για πρόχειρα, αυτά που κινούνται κάθε μέρα δέκα δεν είναι, στο χωριό μέσα. Έχει και κάμποσα που τα συντηρούν αποκλειστικά για τα πανηγύρια. Ήταν εποχή που πεταλώναμε και πενήντα ζώα την εβδομάδα και περισσότερα πολλές φορές, τώρα να σου πω πως είναι πέντε-έξι το μήνα!»
-
Τα Χάνια του Στενού
Από την ιστοσελίδα:πολιτισικος Σύλλογος Λιδωρικίου
Τα Χάνια του Στενού
Η μικρή όαση που χάθηκε
Συνοπτική αναδρομή στο χρόνο: Γύρισμα πίσω στη δεκαετία του ’50 και πριν. Τότε που το Λιδωρίκι προσπαθούσενα σβήσει τα κάρβουνα που άφησε το κάψιμο του χωριού από τους Γερμανούς.
Για να γίνει κατανοητό το θέμα, θα πρέπει να κάνουμε αναδρομή στο χρόνο. Για όσους γεννήθηκαν μετά – το λιγότερο – από τα μέσα του ’60, η τοπωνυμία «Χάνια Στενού» δεν τους θυμίζει τίποτα, γιατί από τις αρχές του ’70, όλη η φυσιογνωμία του χώρου που κάλυψε η Λίμνη του Μόρνου, αλλοιώθηκε, ώσπου το 1978 σκεπάστηκε οριστικά και η λίμνη έγινε ο υγρός τάφος της περιοχής.
Επομένως βιωματικά τα Χάνια είναι για όσους γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και έζησαν, τουλάχιστον, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα.
Να δούμε τα αντικειμενικά στοιχεία που συγκροτούσαν τον μικρό Οικισμό των 10 κατοικιών και 60 ψυχών που γεννήθηκαν και εκεί έζησαν, άλλος πολύ, άλλος λιγότερο, μέχρι που χάθηκε ο Οικισμός οριστικά κάτω από τον υγρό τάφο της.
Ο Οικισμός δεν υπήρξε ολοκληρωμένος για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κεντρικός πυρήνας ήταν το Χάνι του «Μαλλιάτσου», που η αρχή του χάνεται σε βάθος χρόνου. Θα λέγαμε ότι ο Οικισμός άρχισενα συγκροτείται όταν έχασε το Χάνι τον πρωταρχικό του σκοπό.
Μνήμες και βιώματα – αποσπασματικά.
Τα νερά λιγοστά, γιατί η Γκιώνα τα κρατεί στα έγκατα της και τα διώχνει στον Κορινθιακό ή «τις οίδε που αλλού». Το καλοκαίρι δύσκολο. Νεροδότριες περιφερειακές βρύσες, όπως ο «Αντώνης», ο «Σερεντέλης», ο «Κούστης» και του «Χουσάδα το Περιβόλι». Οι άλλες βρύσες φτωχές σε νερό. Το πράσινο λίγο, εκτός από αμυγδαλιές.
Γενικά η περιοχή που κλείνεται στα όρια της Κοινότητας Λιδωρικίου θα λέγαμε ότι είναι άνυδρη. Το λίγο πράσινο το συναντήσαμε στις παραποτάμιες περιοχές «Φτελιά», «Κώστεβο» και «Μπλάβλακα».
Όλα αυτά γράφτηκαν για να δοθεί έμφαση στην επικεφαλίδα του θέματος. Γιατί η μικρή λωρίδα πρασίνου, όλο το χρόνο, ήταν η περιοχή «Χανίων του Στενού». Η ευρύτερη περιοχή έχει χωριά καταπράσινα με πολλά νερά και τοπία «Ελβετικά».
Η σύγκριση γίνεται με τον υπόλοιπο χώρο της περιοχής Λιδωρικίου.
Άς έρθουμε στα «Χάνια του Στενού». Εκτείνονται στα ριζά της «Πλέσιβας» γύρω στα 250-300 μέτρα από το στενότατο σημείο του Μόρνου, όπου σε μια κοίτη των 30 μ., μαζεύονται τα νερά του ποταμιού και ξεχύνονται δυτικά για να σμίξουν σε 200 μ., μετον ορμητικό «Κόκκινο» Παραπόταμο.
Τα Χάνια βρίσκονται σε κομβικό πέρασμα που ενώνει τη Βορειοδυτική Δωρίδα μετο Λιδωρίκι. Εκεί σμίγουν τα νερά του Μόρνου με τα νερά του χείμαρρου «Μπελεσίτσα» και απέναντι μετα νερά της κύριας πηγής των Βαρδουσίων.
Οι κατοικίες στα Χάνια 11. Οι ψυχές 60. 200 μ. από το Στενό, όπου οι γέφυρες, η παλιά πέτρινη που στέκεται ακλόνητη πάνω από 200 χρόνια και η νέα που ένωνετο δρόμο Λιδωρίκι – Ναύπακτος, αριστούργημα αρχιτεκτονικής με ζωή σχεδόν 5 χρόνων [1938 – 1943]. Μετά την ανατίναξη της, συνδέθηκε το Στενό στα 1944 με τη στρατιωτική γέφυρα τύπου «Μπέλευ».
Το φυσικό περιβάλλον μαγευτικό. Είχε ποικιλία βλάστησης από αυτοφυή άγρια φυτά, πλατάνια, φτελιές, μοσχοϊτιές και λεύκες. Αλλά και καναπίτσιες. Και βεβαίως ποικιλία οπωροφόρων. Κάθε σπίτι είχε και το περιβόλι του (τα γιούρτια, όπως τα λέγαμε).
Για κάποιους μπορεί να ήταν ένα απλό πέραμα. Για όσους έζησαν έστω και περιοδικά, τα βιώματά τους ήταν έντονα συναισθηματικά. Γιατί στα αυτιά τους εναλλάσσοντας ήχοι αρμονικοί. Το καλοκαίριν’ ακούς το γουργούρισμα της νεροχελώνας, τα κοάσματα των βατράχων, το θρόϊσμα από τα φύλλα της λεύκας, τα ουρλιαχτά των σκυλιών και των τσακαλιών, το μουρμούρισμα και το κελάρισμα της «Μπελεσίτσας» όταν δεν ήταν «κατεβασμένη», το τροχάνισμα από τις «μυλόπετρες» του Ανδριτσαίϊκου Μύλου, το βουητό από την κατεβασιά του Μόρνου, το αχόρταγο άρωμα από τις μοσχοϊτιές, να τρέξεις να ψάξεις τις καλαμωτές για καμιά τηγανιά ψάρια, το πέρασμα του Μόρνου, όταν χαμήλωναν τα νερά του, μετα ξυλοπόδαρα, που βεβαίως ήθελε αισιοδοξία.
Τα σπίτια από δυτικά προς ανατολικά ήταν: Πρώτα οι πρόγονοι των Γουραίων, με τον Κώστα Γούρα, μετά του Γεωργούτζου, Γιάννη Γούρα, Παπανικόλα, Ανεσταίων (Ζορμπαίων), Γεροδήμου, Σίδερη, Νάκου, και τέλος των Αρβανιταίων. Πολυμελείς φαμίλιες. Με ρίζες οι οικογένειες (με τη σειρά των σπιτιών) :
1. Γούρα από Θεσσαλία.
2. Γεωργούτζου από Γρανίτσα [Διακόπι].
3. Παπανικόλα [Παπανικολάου] από Άβορο.
4. Ανέστου από Λούτσοβο [Κόκκινο].
5. Γεροδήμου από Τριβίδι.
6. Σίδερη από Βελούχι [Κάλλιο].
7. Νάκου από Κράβαρα και σε βάθος χρόνου από Βόρειο Ήπειρο.
8. Αρβανίτη από Δωρικό και σε βάθος χρόνου από Ήπειρο.