Ο αείμνηστος Χρήστος σε νεαρή ηλικία

Κόκκινος-Λούτσοβος Δωρίδας Ν. Φωκίδας
Λούτσοβος, παλιά ονομασία του χωριού ΚΟΚΚΙΝΟΣ, που βρίσκεται σε προνομιακή θέση, έχοντας την λίμνη ΜΟΡΝΟΥ πραγματικά στα πόδια του. Ουσιαστικά τα πόδια του χωριού η εύφορος κοιλάδα του Μόρνου, σκεπάστηκε από τα νερά της τεχνητής λίμνης και ανάγκασε τους κατοίκους να φύγουν και να εγκατασταθούν σε άλλα μέρη κυρίως στην ΑΘΗΝΑ.
Η αγαπημένη μου γιαγιά Τασία Καραδήμα.Είχε 19 εγγόνια,πέντε παιδιά τρία κορίτσια και δύο αγόρια.ΟΙ θείοι μου Θύμιος και Σπύρος είχαν εγκατασταθεί στην Άμφισσα,και μαζί τους και η γιαγιά μου.Εμείς μέναμε στο χωριό. Κάθε φορά που πηγαίναμε να την δούμε η αγκαλιά της ήταν πολύ μεγάλη.Καθόμουν στο πάτωμα και αυτή στην καρέκλα της έβαζα το κεφάλι μου στην ποδιά της με χάιδευε στο κεφάλι μου και με ρωτούσε για το χωριό το σχολείο μου πως περνούσαμε κ.λ.π.Το χάδι και τα ωραία και γλυκά της λόγια τα θυμάμαι ακόμα και τώρα που είμαι παππούς.
Δεν θα τα ξεχάσω ποτέ!!!!!!!
Αθανάσιος Στέφος
Ο Μωυσής Ελισάφ και τα ..καφενεία
•Ο Μωυσής Ελισάφ δεν είναι τυχαίος ανθρωπος.Δήμαρχος Ιωαννίνων αλλά με πορεία στην ιατρική. Καθηγητής Παθολογίας. Δεν τον γνωρίζω αλλά ακούω από παντού τα καλύτερα.
Πως μου ήρθε; Διάβαζα προ ολίγου στα Νέα ένα άρθρο του. Έπεσε στα μάτια μου εν μέσω της σαββατιάτικης βαρειάς αρθρογραφίας ο τίτλος: «να κρατήσουμε ανοιχτά τα καφενεία». Μου έκανε μεγάλη εντύπωση.
Τι είναι τούτο; Όταν το διάβασα συνειδητοποίησα για μια ακόμα φορά το πως ένας άνθρωπος που διένυσε βίο σε επάγγελμα και όχι σε κομματικά γραφεία μπορεί να διακρίνει, κάτω από την επιφανεια, το ζωτικό και το ουσιωδες για τον συμπολιτη και να προτείνει δημιουργικά. Χωρίς ίχνος φόβου μη του πουν οι «αριστοκράτες». Μα με αυτό βρήκες να ασχοληθείς;
•Στο νου του ο άνθρωπος του χωριού και της μικρής πόλης ιδίως το χειμώνα.Γράφει
«Τα έχουν αποκαλέσει μικρά κοινοβούλια. Τα καφενεία…Στα χωριά όμως είναι αυτά που ενώνουν τους ανθρώπους. Όσο πιο μικρά είναι τα χωριά τόσο πιο σημαντικός ο ρόλος του καφενείου. Είναι αυτά που κρατούν ζωντανές τις μικρές κοινωνίες. Φέρνουν γύρω από τη σόμπα το χειμώνα ή κάτω από το πλάτανο το καλοκαίρι τους μεγάλους και τους νεότερους.Θα συζητήσουν,θα διαφωνήσουν για τα πολιτικά και τα κόμματα,θα πούνε ιστορίες, θα καβγαδίσουν για τις ποδοσφαιρικές ομάδες και στο τέλος θα φύγουν όλοι αγαπημένοι». Και το πιο σοβαρό: «Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το κλείσιμο του καφενείου καταδίκασε στην ερημιά ένα ολόκληρο χωριό.»
Αναλύει το πρόβλημα διεξοδικά για την ασφυξία των μικρων αυτών επιχειρήσεων καταλήγοντας: «ένα από αυτά τα απλά είναι η στήριξη των καφενείων. Η αλλαγή στο ασφαλιστικό καθεστώς δεν θα αποτελέσει σίγουρα απειλή για το προϋπολογισμό της χώρας».
Έτσι ώστε να μην υπάρχουν τόποι ελληνικοί όπου οι να περνούν μέρες χωρίς να μπορούν οι άνθρωποι «να ανταλλάξουν μια καλημέρα».
•Η απλότητα, η γνώση και το μεράκι είναι πάντα το απόγειο και η κατάληξη της αληθινής σοφίας στη πολιτική δράση.
Πάνος Μπιτσαξής
ΚΑΛΛΛΙΟΝ η ΚΑΛΛΙΠΟΛΙΣ, η αρχαία αιτωλική πολιτεία που πυρπολήθηκε από τους Κέλτες (Γαλάτες) εισβολείς στις αρχές του 3ου αι. π.Χ., κείτεται εδώ και πενήντα περίπου χρόνια βυθισμένη στη λάσπη της τεχνητής λίμννης του Μόρνου που κατασκευάστηκε για να ξεδιψάσει το άστυ των Αθηνών. Οι προσπάθειές μας να σωθεί η αρχαία πολιτεία που με όλες μας τις δυνάμεις και με την ουσιαστική συμβολή κατοίκων (κυρίως γυναικών) του επίσης πνιγμένου χωριού Βελούχωβου φέραμε στο φως έπεσαν δυστυχώς στο κενό. Δύο ντοκυμαντέρ, ένα του αείμνηστου φίλου Κώστα Βρεττάκου και ένα δεύτερο του σκηνοθέτη Α, Κωβότσου αποτυπώ νουν τον αγώνα και την αγωνία μαςόσο τα νερά της λίμνης του φράγματος ανέβαιναν απειλητικά. Θα έλεγε κανείς ότι θρηνούμε την κάθοδο της Κόρης στον Άδη!! Η φωτογραφία απεικονίζει ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της ανασκαφής, που κοσμεί σήμερα το Μουσείο της Άμφισσας, το ακέραιο άγαλμα της Κόρης Περσεφόνης που ήλθε στο φωςε πεσμένο μέσα στο ναό της. Η συγκίνηση, ο ενθουσιασμός και ταυτόχρονα η θλίψη για την απομάκρυνση του έργου μεταξύ των συνεργατών, των εργαζόμενων του ιερέα και άλλων που αποθανατίστηκαν μαζί του ήταν έντονη. Το Κάλλιον στον Μόρνο όπως το Ζεύγμα στον Ευφράτη είχαν την ίδια τραγική μοίρα: Τιμωρήθηκαν χωρίς οίκτο σε θάνατο με πνιγμό.
Το νερό θυμάται*
Απόγευμα, δώδεκα Νοεμβρίου.
Η συγκομιδή των ελιών στο μικρό λιόφυτο στις απώ-
τερες βόρειες πλαγιές της Πάρνηθας τελείωνε. Με τη βοήθεια δυο παλληκαριών από το Αργυρόκαστρο είχαμε ριχτεί με ιδιαίτερο ζήλο στη δουλειά από τα χαράματα. Δεν ήταν χρονιά με πολύ πλούσια σοδιά αλλά το λάδι της χρονιάς φαίνεται θα μας το έδιναν τα περίπου ογδόντα γέρικα ελαιόδεντρα. Δεν μου αρέσει να τραυματίζω τα δένδρα και έτσι επιλέξαμε την παλιά παραδοσιακή μέθοδο συγκομιδής, δηλαδή μάζεμα με το χέρι. Είναι μια μέθοδος αρκετά κουραστική και ελάχιστα αποδοτική, αξίζει όμως για το ιδιαίτερο αίσθημα που απολαμβάνεις αποσπώντας τις ελιές από τη μάνα τους χωρίς να την πληγώνεις, ακουμπώντας με τα χέρια σου αυτό τον ευλογημένο καρπό δίνοντάς του έτσι την αγάπη σου για να μετουσιωθεί σε λίγο, στο λιοτρίβι, σε χρυσαφένιο νάμα που καθημερινά συντροφεύει τα γεύματά σου.
Η πίεση να προλάβουμε το μάζεμα μέσα στη μέρα όπως το επιθυμούσα άρχισε να υποχωρεί μιας και ελάχιστα δέντρα είχαν μείνει αμάζευτα και απέμεναν ακόμη δυο ώρες για να δύσει ο ήλιος στην κοντινή κορφή. Έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε μια μικρή διακοπή για απολαύσουμε το καφέ μας. Το λιόφυτο είναι σχεδόν στη κορφή ενός μικρού λόφου με το περίεργο όνομα Ντουσκαριά και πανοραμική θέα στον κάμπο του Ασωπού ποταμού και του Ευβοϊκού κόλπου και έχει νότιο σύνορο τον αγωγό μεταφοράς νερού της λίμνης του Μόρνου – ο Μόρνος φαίνεται να είναι παντού στη ζωή μου.
Καθίσαμε με τον Φώτη και τον Ηλία στο τοιχίο που στηρίζει το κανάλι, γεμίσαμε τα ποτηράκια με καφέ από το θερμός και αρχίσαμε τη κουβέντα που, χωρίς να το επιδιώκω, κατέληξε στην πατρίδα μου.
182 σελίδα
Τους λέω πού γεννήθηκα και πού μεγάλωσα και τους εξηγώ πως αυτός ο τόπος δεν υπάρχει πλέον γιατί έγινε λίμνη και σκεπάστηκε από τα νερά του Μόρνου, το κανάλι δε, που πάνω του τώρα ακουμπάμε, μεταφέρει αυτό το νερό για να ξεδιψούν οι Αθηναίοι. Μάλλον η αφήγησή μου έδει- χνε κάποια πίκρα και ξαφνικά ακούω τον Ηλία να μου λέει συμπονετικά: «Είστε τυχερός! Ξέρεις τι ευλογία είναι το κάθε ποτήρι νερό που πίνεις να έχει μέσα την πατρίδα σου;… Το νερό, έλεγε ο παππούς μου, έχει μνήμη, θυμάται, και έτσι, όταν μπαίνει στο σώμα σου, βρίσκει έναν συμπατριώτη και με μεγάλη χαρά σου προσφέρει την ευεργεσία του!»
Ανέλπιστα άκουσα την πιο λυτρωτική κουβέντα. Να ’σαι καλά, ρε Λιάκο, από το μακρινό Αργυρόκαστρο!
*διήγημα από το βιβλίο του Κ. Μπερτσιά: θαμμένα όνειρα, ζωντανές αναμνήσεις. Εκδόσεις οροπέδιο